Υπήρξε στρατιωτικός, πολιτικός, πρόεδρος και, πάνω απ’ όλα, ο άνθρωπος πίσω από ένα πολιτικό κίνημα που σημάδεψε όσο λίγα την ιστορία της Αργεντινής. Ο Χουάν Ντομίνγκο Περόν δεν περιορίστηκε στο να κυβερνήσει τη χώρα του. Δημιούργησε μια πολιτική ταυτότητα που έμελλε να επιβιώσει πολύ περισσότερο από τον ίδιο.
Γεννημένος στις 8 Οκτωβρίου 1895 στο Λόμπος της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, ο Περόν μπήκε από πολύ νωρίς στον στρατό και εξελίχθηκε γρήγορα. Η πορεία του, όμως, δεν θα έμενε για πάντα μέσα στους στρατώνες. Πολύ σύντομα, θα περνούσε στην πολιτική και θα γινόταν μία από τις πιο επιδραστικές αλλά και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της Λατινικής Αμερικής.
Από τον στρατό στην πολιτική
Σε ηλικία μόλις 16 ετών εισήχθη στη στρατιωτική σχολή και μετά την αποφοίτησή του άρχισε να ανεβαίνει σταδιακά στην ιεραρχία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 βρέθηκε στη Ρώμη ως στρατιωτικός ακόλουθος της Αργεντινής.
Η παραμονή του στην Ιταλία αποδείχθηκε καθοριστική. Εκεί γνώρισε από κοντά τη φασιστική ιδεολογία και τις πρακτικές της, εμπειρία που επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν την πολιτική και την άσκηση της εξουσίας.
Το 1941 επέστρεψε στην Αργεντινή. Δύο χρόνια αργότερα συμμετείχε, ως συνταγματάρχης πλέον, στο στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε την κυβέρνηση του Ραμόν Καστίγιο.
Μέσα στο νέο καθεστώς ανέλαβε σημαντικές θέσεις και σύντομα άρχισε να χτίζει τη δική του πολιτική επιρροή.
Ο πολιτικός που κέρδισε την εργατική τάξη
Ο Περόν κατάλαβε νωρίς κάτι που θα αποδεικνυόταν καθοριστικό για την πολιτική του πορεία: η εργατική τάξη μπορούσε να γίνει η μεγάλη κοινωνική δύναμη που θα τον έφερνε στην εξουσία.
Υιοθέτησε πολιτικές υπέρ των εργαζομένων, προώθησε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και ενίσχυσε τα δικαιώματα και τις παροχές τους. Οι αυξήσεις στους μισθούς, οι κοινωνικές παροχές και η κρατική παρέμβαση στην οικονομία τον έκαναν εξαιρετικά δημοφιλή στα λαϊκά στρώματα.
Όταν, στις αρχές Οκτωβρίου του 1945, απομακρύνθηκε από τις θέσεις του και οδηγήθηκε στη φυλακή, οι υποστηρικτές του βγήκαν στους δρόμους.
Και τότε εμφανίστηκε στο προσκήνιο μια γυναίκα που έμελλε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του μύθου του.
Η Εβίτα και η νύχτα που άλλαξε την Αργεντινή
Η Εύα Ντουάρτε, γνωστή σε όλο τον κόσμο ως Εβίτα, είχε ήδη αποκτήσει ισχυρή επιρροή στο πλευρό του Περόν. Οι δικές της οργανωμένες προσπάθειες, σε συνδυασμό με τη μαζική λαϊκή κινητοποίηση, συνέβαλαν αποφασιστικά στην απελευθέρωσή του.
Στις 17 Οκτωβρίου 1945, ο Περόν εμφανίστηκε στον εξώστη του προεδρικού μεγάρου μπροστά σε περίπου 300.000 υποστηρικτές του.
Εκείνο το βράδυ ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για την προεδρία.
Λίγες ημέρες αργότερα παντρεύτηκε την Εύα Ντουάρτε. Η σχέση τους έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πολιτικά και προσωπικά δίδυμα του 20ού αιώνα, ενώ η Εβίτα θα παρέμενε μέχρι τον θάνατό της μία από τις σημαντικότερες μορφές του περονισμού.
Η πρώτη Προεδρία και η "τρίτη θέση"
Στις 24 Φεβρουαρίου 1946 ο Περόν κέρδισε τις προεδρικές εκλογές με 54,4% των ψήφων.
Από την πρώτη κιόλας περίοδο της διακυβέρνησής του έδωσε έμφαση στην εκβιομηχάνιση, στις κρατικοποιήσεις και στον έντονο κρατικό παρεμβατισμό. Επιχειρήσεις κοινής ωφελείας πέρασαν υπό κρατικό έλεγχο, ενώ πραγματοποιήθηκαν μεγάλης κλίμακας δημόσια έργα.
Οι εργαζόμενοι είδαν τα εισοδήματά τους να αυξάνονται και απέκτησαν περισσότερες κοινωνικές παροχές. Η οικονομική δυνατότητα για αυτές τις πολιτικές είχε ενισχυθεί από τα αποθέματα ξένου συναλλάγματος που είχε συγκεντρώσει η Αργεντινή από τις μεγάλες εξαγωγές της κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Την ίδια στιγμή, όμως, πίσω από τη λαϊκή του απήχηση υπήρχε και μια ολοένα πιο αυταρχική πλευρά της διακυβέρνησής του.
Ο Περόν στηρίχθηκε στον στρατό, περιόρισε πολιτικές και συνταγματικές ελευθερίες και αντιμετώπισε σκληρά τους αντιπάλους του. Για τους επικριτές του, η κυβέρνησή του είχε πλέον αρχίσει να παίρνει χαρακτηριστικά δικτατορίας.
Ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό
Στην εξωτερική πολιτική, ο Περόν κράτησε αποστάσεις τόσο από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και από τη Μεγάλη Βρετανία.
Πρόβαλε τη δική του ιδέα για μια "τρίτη θέση", ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, την οποία ενσωμάτωσε στο δόγμα του "Χουστισιαλίσμο" (Justicialismo).
Οι τρεις βασικοί πυλώνες του ήταν η κοινωνική δικαιοσύνη, η πολιτική ανεξαρτησία και η οικονομική ανεξαρτησία.
Η φιλοδοξία του δεν περιοριζόταν στα σύνορα της Αργεντινής. Ο Περόν επιδίωξε να ενισχύσει την επιρροή της χώρας στη Λατινική Αμερική και να δημιουργήσει μια ευρύτερη πολιτική και ιδεολογική επιρροή στη Νότια Αμερική.
Η δεύτερη νίκη και η αρχή της αντίστροφης μέτρησης
Το 1951 ο Περόν επανεξελέγη πρόεδρος, αυτή τη φορά με το εντυπωσιακό 64% των ψήφων.
Σημαντικό ρόλο στη νίκη του είχε η Εβίτα, η οποία είχε κινητοποιήσει τις γυναίκες της χώρας. Ήταν η πρώτη φορά που οι γυναίκες συμμετείχαν σε εθνικές εκλογές στην Αργεντινή.
Ωστόσο, η δεύτερη θητεία του δεν εξελίχθηκε όπως η πρώτη.
Η οικονομία άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα και η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξήθηκε. Ο πληθωρισμός, οι καταγγελίες για διαφθορά, ο αυταρχισμός και η πολιτική καταπίεση έφεραν όλο και περισσότερους αντιπάλους απέναντί του.
Το 1952 πέθανε η Εβίτα από καρκίνο. Η απώλειά της ήταν ένα τεράστιο πλήγμα για τον Περόν και για το πολιτικό του κίνημα.
Τρία χρόνια αργότερα, ήρθε και η δική του πολιτική πτώση.
Το πραξικόπημα, η εξορία και η επιστροφή
Στις 19 Σεπτεμβρίου 1955 ο Περόν ανατράπηκε με στρατιωτικό πραξικόπημα.
Έφυγε από την Αργεντινή και αρχικά κατέφυγε στην Παραγουάη. Το 1960 εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη, όπου έναν χρόνο αργότερα παντρεύτηκε την τρίτη σύζυγό του, Ιζαμπέλ Μαρτίνες, πρώην χορεύτρια την οποία είχε γνωρίσει το 1956.
Η εξορία του, ωστόσο, δεν σήμαινε και το τέλος του περονισμού. Για σχεδόν δύο δεκαετίες ο Περόν παρέμεινε μια ισχυρή πολιτική φιγούρα από απόσταση, ενώ οι υποστηρικτές του εξακολουθούσαν να αποτελούν σημαντική δύναμη στο εσωτερικό της Αργεντινής.
Το 1972 επέστρεψε για πρώτη φορά προσωρινά στη χώρα, έπειτα από πρόσκληση της στρατιωτικής κυβέρνησης του στρατηγού Λανούσε. Οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν άνοιξαν τελικά τον δρόμο για την επιστροφή του.
Η τελευταία επιστροφή στην εξουσία
Στις εκλογές του Μαρτίου του 1973 οι περονιστές επικράτησαν.
Τον Ιούνιο ο Περόν επέστρεψε οριστικά στην Αργεντινή και λίγους μήνες αργότερα, στις 23 Σεπτεμβρίου, εξελέγη για τρίτη φορά πρόεδρος της χώρας.
Αυτή τη φορά είχε στο πλευρό του ως αντιπρόεδρο τη σύζυγό του, Ιζαμπέλ.
Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τη νέα του θητεία.
Τον Ιούνιο του 1974 προσβλήθηκε από πνευμονία και στις 1 Ιουλίου, σε ηλικία 79 ετών, πέθανε.
Τον διαδέχθηκε στην Προεδρία η Ιζαμπέλ Περόν, η οποία έγινε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Αργεντινής. Η δική της διακυβέρνηση κράτησε μόλις μέχρι το 1976, όταν ανατράπηκε από τις ένοπλες δυνάμεις.
Ο Περόν πέθανε. Ο περονισμός όχι.
Ο Χουάν Περόν άφησε πίσω του μια πολιτική κληρονομιά που δύσκολα χωρά σε μία μόνο περιγραφή.
Για τους υποστηρικτές του υπήρξε ο πολιτικός που έδωσε φωνή και δικαιώματα στις λαϊκές τάξεις, ενίσχυσε τους εργαζόμενους και έφερε εκατομμύρια ανθρώπους στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής.
Για τους αντιπάλους του, υπήρξε ένας λαϊκιστής ηγέτης με έντονα αυταρχικές πρακτικές, περιορισμό των ελευθεριών και μια εξουσία που στηρίχθηκε στη δημαγωγία και την καταστολή.
Και κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές εικόνες βρίσκεται ο ιστορικός Περόν: ένας άνθρωπος που κατάφερε να μετατρέψει το όνομά του σε πολιτική ιδεολογία.
Ο "Περονισμός" επέζησε του ιδρυτή του και συνέχισε να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πολιτικές δυνάμεις της Αργεντινής. Γιατί, τελικά, η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του Χουάν Περόν δεν ήταν μόνο οι πολιτικές που εφάρμοσε, αλλά το γεγονός ότι κατάφερε να δημιουργήσει ένα κίνημα που συνέχισε να υπάρχει, να εξελίσσεται και να διχάζει πολύ μετά τον θάνατό του.