Η Μαίρη Αρώνη γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 1916 με το επίθετο Αρβανιτάκη. Πατέρας της ήταν ο Λέανδρος Αρβανιτάκης, καθηγητής της Μεγάλης του Γένους Σχολής και χρηματιστής, ενώ η μητέρα της διατηρούσε οίκο ραπτικής, τον οποίο εγκατέλειψε μετά τον γάμο της για να αφοσιωθεί στην οικογένεια.
Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που έδινε ιδιαίτερη σημασία στη μόρφωση. Μιλούσε άπταιστα γαλλικά και αγγλικά, ενώ από πολύ μικρή ηλικία έδειξε την αγάπη της για το θέατρο, συμμετέχοντας σε σχολικές παραστάσεις.
Το 1929, όμως, η ζωή της ανατράπηκε. Το οικονομικό κραχ οδήγησε την οικογένεια στην οικονομική καταστροφή και ο πατέρας της, αδυνατώντας να διαχειριστεί τα τεράστια χρέη που δημιουργήθηκαν, αυτοκτόνησε. Η μητέρα της αναγκάστηκε να ανοίξει ξανά τον οίκο ραπτικής και ζήτησε από τη Μαίρη να εργαστεί δίπλα της, προκειμένου να στηρίξουν οικονομικά την οικογένεια.
Η απεργία πείνας που της άνοιξε τον δρόμο
Παρότι οι συνθήκες δεν της επέτρεπαν να κυνηγήσει το όνειρό της, η επιθυμία της να γίνει ηθοποιός δεν έσβησε ποτέ. Όταν η ξαδέλφη της, η επίσης σπουδαία ηθοποιός Βάσω Μανωλίδου, πέρασε στη Δραματική Σχολή, η Μαίρη αποφάσισε πως είχε έρθει η στιγμή να διεκδικήσει το ίδιο.
Η μητέρα της αρνήθηκε να της επιτρέψει να σπουδάσει υποκριτική, όμως εκείνη αντέδρασε με έναν ακραίο τρόπο: ξεκίνησε απεργία πείνας μέχρι να αλλάξει γνώμη. Τελικά η επιμονή της απέδωσε καρπούς και κατάφερε να εισαχθεί στη Δραματική Σχολή, κάνοντας το πρώτο μεγάλο βήμα προς την καριέρα που ονειρευόταν.
"Ο μεγάλος μου έρωτας είναι το θέατρο. Πιστεύω ότι όλα εδώ αρχίζουν και όλα εδώ τελειώνουν", είχε δηλώσει χρόνια αργότερα, αποτυπώνοντας τη βαθιά σχέση που είχε με την τέχνη της.
Η μεγάλη θεατρική πορεία
Στη Δραματική Σχολή γνώρισε τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον ηθοποιό Θόδωρο Αρώνη, με τον οποίο παντρεύτηκε και κράτησε το επώνυμό του.
Το θεατρικό της ντεμπούτο έγινε το 1934 στο έργο "Κοσμική Κίνηση", αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές. Έναν χρόνο αργότερα η Μαρίκα Κοτοπούλη τη συμπεριέλαβε στον θίασό της, αναγνωρίζοντας από νωρίς το ξεχωριστό της ταλέντο.
Η καριέρα της απογειώθηκε γρήγορα. Συνεργάστηκε με κορυφαίες μορφές του ελληνικού θεάτρου, όπως ο Δημήτρης Χορν, ο Κώστας Μουσούρης και ο Μάνος Κατράκης, ενώ το 1941, μόλις στα 25 της χρόνια, έγινε μία από τις νεότερες πρωταγωνίστριες της εποχής. Λίγα χρόνια αργότερα ανέλαβε ακόμη και θέση συνθιασάρχη, αρχικά με τον Δημήτρη Χορν και στη συνέχεια με τη Βάσω Μανωλίδου.
Παρότι εμφανίστηκε σε μόλις λίγες κινηματογραφικές ταινίες, οι ερμηνείες της έμειναν διαχρονικές, με την "Πάστα Φλώρα" να αποτελεί μέχρι σήμερα έναν από τους πιο αγαπημένους χαρακτήρες του ελληνικού κινηματογράφου.
Ο μεγάλος έρωτας και η απώλεια που τη σημάδεψε
Ο γάμος της με τον Θόδωρο Αρώνη υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχισμένος. Όταν εκείνος διαγνώστηκε με καρκίνο, η ηθοποιός στάθηκε ακούραστα στο πλευρό του, ταξιδεύοντας ακόμη και στο εξωτερικό σε αναζήτηση θεραπείας.
Ο Θόδωρος Αρώνης πέθανε στις 13 Ιουλίου 1956. Εκείνη την ημέρα η Μαίρη Αρώνη είχε προγραμματισμένη πρεμιέρα με τις "Εκκλησιάζουσες", η οποία αναβλήθηκε μόνο για μία ημέρα. Την επόμενη κιόλας ανέβηκε στη σκηνή και έδωσε μία από τις πιο συγκλονιστικές ερμηνείες της καριέρας της.
Η ίδια είχε εξομολογηθεί αργότερα πως κοιμόταν δίπλα στον σύζυγό της στο νοσοκομείο, προκειμένου να μη νιώθει ποτέ μόνος. Ο θάνατός του τη συγκλόνισε τόσο βαθιά, ώστε από τη στενοχώρια εμφάνισε λεύκη, την οποία έκρυβε επιμελώς με μακιγιάζ.
Τα τελευταία χρόνια και το ήσυχο τέλος
Το 1963 αποχώρησε από το ελεύθερο θέατρο και το 1981 ολοκλήρωσε και τη μακρόχρονη πορεία της στο Εθνικό Θέατρο, συνεχίζοντας όμως να υπηρετεί την τέχνη μέσα από το ραδιοφωνικό θέατρο.
Το 1965 παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Κωστή Μιχαηλίδη, ωστόσο ο γάμος τους κράτησε μόλις δύο χρόνια.
Το 1991 ακόμη ένα χτύπημα της μοίρας την λύγισε, όταν ο αγαπημένος της ανιψιός Λέανδρος έμεινε τετραπληγικός ύστερα από σοβαρό ατύχημα. Οι άνθρωποι του περιβάλλοντός της έλεγαν πως δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει αυτή την τραγωδία.
Η Μαίρη Αρώνη έφυγε από τη ζωή στις 16 Ιουλίου 1992, σε ηλικία 75 ετών, από ανακοπή καρδιάς, ενώ κοιμόταν στο σπίτι της αγαπημένης της ξαδέλφης στο Πόρτο Ράφτη. Άφησε πίσω της μια σπουδαία καλλιτεχνική παρακαταθήκη και μια πορεία που απέδειξε πως το πάθος, η επιμονή και η αφοσίωση μπορούν να νικήσουν ακόμη και τις μεγαλύτερες δυσκολίες.