9.30 το πρωί, μόλις έχω «ανεβάσει» το ρεπορτάζ με τα καπελάδικα της Αθήνας (δες εδώ) και λαμβάνω μήνυμα στο κινητό: «Καλημέρα! Εμείς πότε θα πάμε να ψωνίσουμε καπέλο;» με ρωτάει η Έλλη. «Πότε πρόλαβε και το διάβασε;» αναρωτιέμαι. Το ερώτημα βέβαια είναι ρητορικό, αφού έχω μάθει πια πως, μετά το πολιτικό newsfeed, πιάνει το tablet και αρχίζει να σκρολάρει στο Woman Toc. Χαζεύει τις τάσεις, διαβάζει φανατικά το Food (ποτέ δεν κατάλαβα γιατί, αφού μόνο κάτι αμύγδαλα την έχω δει να τρώει), κολλάει στις φωτογραφίες με τα όμορφα πρόσωπα και τα όμορφα ρούχα, αλλά πιο πολύ την ιντριγκάρει το Made in Greece, η ενότητα που όλοι μας στο γραφείο αγαπάμε λίγο παραπάνω. Οι κρυφές γωνιές της πόλης που δίνουν τον παλμό της, το άλλο πρόσωπο της Ελλάδας που όλοι αναζητάμε για να αντλήσουμε έμπνευση, οι δημιουργικοί άνθρωποι που, εν μέσω capital controls, αντιστέκονται πεισματικά στη μιζέρια και μας τροφοδοτούν με μηνύματα αισιοδοξίας. 
Για την Έλλη, αυτή είναι και η ουσία του Woman Toc: κάτι ανάμεσα σε άνεμο αισιοδοξίας και σε ταξίδι αναψυχής. Κάτι σαν σχολικό σύνθημα που φωνάζει επιτακτικά «Εκδρομή! Εκδρομή!» ή σαν παιδική χαρά ενηλίκων, για παιδιά που μεγαλώνουν μεν, δεν εγκαταλείπουν το παιχνίδι δε.
«Πάμε να παίξουμε» είναι άλλωστε το πρώτο που μου λέει μόλις συναντιόμαστε στο Μοναστηράκι. «Πάμε να περπατήσουμε στα στενά. Πεθαίνω γι’ αυτούς τους μικρούς δρόμους με τις οικοτεχνίες και τα παραδοσιακά μαγαζιά». Συνειδητοποιώ ότι μόλις βρήκα συνοδοιπόρο για τα «ταξίδια» μου στην πόλη. Με την άκρη του ματιού μου, σκανάρω την εμφάνισή της. Η τέλεια εξάρτυση: boyfriend τζην (με γυρισμένα τα μπατζάκια, παρακαλώ), αθλητικά παπούτσια και T-shirt τύπου «δεν-με-νοιάζει-κι αν-λερώσει». 
«Με τέτοιο outfit, θα φτάσουμε μέχρι Βιετνάμ» της λέω και νομίζει ότι της κάνω πλάκα – εγώ όμως το εννοώ, μεταφορικά τουλάχιστον. Πιανόμαστε αγκαλιά (αγκαζέ πιάνονται οι ηλικιωμένες) και κατηφορίζουμε την Ερμού με κατεύθυνση του Ψυρή, ενώ ο ήλιος αρχίζει να κρύβεται πίσω από κάτι ύποπτα σύννεφα.
«Πάλι έξω κοιτάς, Έλλη μου; Σταμάτα να μιλάς με όλο τον κόσμο και πες μου αν μου πάει».

Στάση 1η: Στο παραδοσιακό πιλοποιείο της Λίζας 

Αφού μπερδευτήκαμε λίγο στα στενά του Ψυρή, ανοίξαμε λάθος πόρτες, ανεβοκατεβήκαμε λάθος σκάλες, βρήκαμε τελικά το σχεδόν μυστικό εργαστήρι Savapile (δες εδώ). Μόλις μας αντικρίζει η Λίζα, βγάζει ένα επιφώνημα έκπληξης και μας συστήνει στη φίλη της κάπως έτσι: «από εδώ η Γιώτα Ομήρου και από δω η “ξέρεις τώρα, δεν χρειάζεται να συστήσω”». Της χρώσταγα κάτι πειράγματα και της κόλλησα κι εγώ το ινδιάνικο όνομα «Η-Δεν-Χρειάζεται-Συστάσεις». Αρχίσαμε να κοιτάμε γύρω γύρω και χάσαμε την αίσθηση του τόπου και του χρόνου: σαν να μην ήμασταν στην Αθήνα, σαν να μην ήμασταν στο 2016… «Καλημέρα, Βιετνάμ» μουρμούρισε η Έλλη και άρχισε να τριγυρίζει ανάμεσα στα στοιβαγμένα ψάθινα καπέλα, τα ψάθινα τεράστια κουτιά και τις ψάθινες τσάντες, όλα κομμένα και ραμμένα στο χέρι από τη Λίζα, που αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να κρατήσει την τέχνη της πιλοποιίας ζωντανή. 
Η Έλλη (που εννοείται ότι ήρθε κι εδώ διαβασμένη), γοητευμένη από τις μουσειακές σχεδόν μηχανές (των αρχών του 20ού αι.) και την αυθεντική ρετρό ατμόσφαιρα του παλιού πιλοποιείου, αρχίζει να βομβαρδίζει τη Λίζα με ερωτήσεις (για εξαγωγές και ευρωπαϊκά προγράμματα για την παραγωγικότητα) και ιδέες για να μην εγκαταλείψει το επάγγελμα. «Να, εδώ, να σε βοηθήσουμε όλοι. Πες, βρε Γιώτα και συ. Είναι κρίμα νέα γυναίκα να μην επιμείνει. Πρέπει να βρει την άκρη, να μη χαθεί η τέχνη της». Είπα κι εγώ τη σοφία μου, είπε και η Λίζα για τα χρέη που δυσκολεύεται να πληρώσει και το άδειο κτίριο που μόλις πουλήθηκε, για να καταλήξουμε όλες μαζί γελώντας πως το μόνο που θα μας σώσει θα είναι ένα νέο κόμμα - «Το κόμμα των Δημιουργικών Ανθρώπων» το βάφτισε η «Δεν-Χρειάζεται-Συστάσεις». 

Στο εργαστήρι της Λίζας Σαρηγιαννίδη. Περνάμε καλά κι αυτό βγαίνει και στον κόσμο...
Χαιρετήσαμε την πιλοποιό (τι ωραία που ακούγεται και μόνο η λέξη) με την ευχή να την ξανασυναντήσουμε σε νέο μαγαζί, με νέες ιδέες και νέα δύναμη. Βγαίνοντας από το σκοτεινό κτίριο στην Αγ. Ελεούσης και σε όλη τη διαδρομή μέχρι την Αθηνάς, συναντήσαμε πολλά έρημα μαγαζιά με την πινακίδα «Κλειστόν» ή με μισοφαγωμένα από το χρόνο «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ», πέσαμε πολλές φορές πάνω σε σκυθρωπά πρόσωπα χαμένα μέσα στις μαύρες σκέψεις τους κι αναρωτηθήκαμε άλλες τόσες για το πού πάνε τα όνειρα των ανθρώπων όταν κάποιοι τα σκοτώνουν. «Έχω και εγώ συννεφιασμένες μέρες, μη νομίζεις, αλλά δεν το βάζω κάτω. Δεν έχω σκοπό να παραιτηθώ» γυρίζει και μου λέει κάποια στιγμή, όχι με τον γνωστό τηλεοπτικό τσαμπουκά της Στάη, αλλά με την ήρεμη επιμονή της Έλλης. Ο ήλιος ξαναβγαίνει πίσω από τα σύννεφα, ξαναβάζουμε τα μαύρα γυαλιά, φοράμε τα καινούργια ψάθινα καπέλα μας και συνεχίζουμε το δρόμο προς την Αγ. Ειρήνης.
 

Στάση 2η: Στα Χίλια και Ένα καπέλα του κ. Karfil

Αν πω ότι ο παλιός γνώριμος και αγαπημένος κύριος Karfil (κατά κόσμον Χρήστος Καραχάλιος) απλώς χάρηκε που είδε την Έλλη στο κατάστημά του, θα αδικήσω τη χαρά του. Ευγενέστατος άνθρωπος, από εκείνη την παλιά καλή πάστα των Ελλήνων επιχειρηματιών, δεν πτοείται από την κρίση και συνεχίζει να προμηθεύει την ελληνική αγορά με ποιοτικά καπέλα εισαγωγής. Έτσι, αρχίζει να μας καπελώνει (με την καλή έννοια) με ό,τι καλύτερο διαθέτει η τεράστια συλλογή του, από ρομαντικές καπελίνες με μοιραία μπορ μέχρι panama hats. Η Έλλη όμως είναι κολλημένη εξαρχής με τα πιο σπορτίβ καπέλα, τύπου τζόκεϊ. «Είναι πιο αλήτικο. Τέτοια θέλω εγώ» μου ψιθυρίζει φορώντας ένα κίτρινο Kangol, και, αντί να συγκεντρωθεί στο θέμα μας, με πειράζει ασύστολα την ώρα που ψάχνω ένα καπέλο να κάτσει αξιοπρεπώς στο κεφάλι μου. 
Εκεί κάπου ανάμεσα στα πειράγματα της Έλλης και τα κομπλιμέντα που μας κάνει ο κ. Karfil, μάθαμε πώς ξεχωρίζεις ένα αυθεντικό panama, πώς πρέπει να το πιάνεις (ποτέ με το ένα χέρι και ποτέ από την κορυφή), ποια είναι η κινέζικη ψάθα και ποια του Εκουαδόρ. Εντάξει, για να είμαι ειλικρινής, δεν τα μάθαμε και πολύ καλά, καθότι η «διπλανή» μου δεν ήταν και πολύ συγκεντρωμένη μαθήτρια. Ο νους της ήδη ταξίδευε έξω, στο δρόμο, στην επόμενη στάση. 
Ο κ. Καραχάλιος πρέπει να είναι ο μόνος άντρας που δεχτήκαμε με χαρά να μας καπελώσει.
Στάση 3η: Οι «σπηλιές του Αλαντίν» στην Αθηνάς και οι καφέδες στο Odori
Ξαναγυρίζουμε στην Αθηνάς, γιατί η Έλλη θυμήθηκε τον τύπο που μας είπε πως εκεί πουλάνε κάτι περίεργες σακούλες για υγιεινό ψήσιμο. Ποιος μας το είπε; Ένας από τους νέους φίλους που γνωρίσαμε κατά τη διάρκεια της βόλτας. Ξανά μπες-βγες στα δαιδαλώδη καταστήματα που απέξω μπορεί να γράφουν «Είδη Κηπουρικής», αλλά μέσα σε υπόγεια και πατάρια κρύβουν τους θησαυρούς του Αλαντίν. Ξανά να ρωτάμε τι είναι αυτό το βότανο και τι κάνει εκείνο το αλλόκοτο εργαλείο, ξανά κουβέντες για το τίποτα και για όλα. Στο τέλος, κουρασμένη εγώ (ας πούμε κουρασμένη κι εκείνη), την τράβηξα μέχρι την Πραξιτέλους για να δει από κοντά την ολοκαίνουργια βερμουτερία, το Odori (δες εδώ), και να κάτσουμε επιτέλους να πιούμε έναν καφέ. Ήπιαμε τα εσπρεσάκια μας, αλλά είπαμε να διασκεδάσουμε λίγο παραπάνω και να μοιραστούμε ένα κοκτέιλ στα δύο. Αφού η Έλλη ρώτησε το νεαρό barman (που γέλαγαν και τα αυτιά του) για το ποιος του έχει χτυπήσει τα τατουάζ του (ψυχανεμίζομαι ότι σύντομα θα με τρέχει στα τατουατζίδικα), μας έφτιαξε ένα απίθανο εξωτικό κοκτέιλ με βάση βότκα. Μόλις ρουφήξαμε την πρώτη γουλιά και γευτήκαμε το πράσινο τσάι με το τζίντζερ, φωνάξαμε γελώντας δυνατά «Καλημέρα, Βιετνάμ» - μόνο εμείς ξέραμε γιατί το βρίσκαμε αστείο. 
Η αποστολή «shopping» μόλις είχε λάβει τέλος. Συμφωνήσαμε φεύγοντας πως θα επαναλάβουμε παρόμοιες αποστολές με τον ίδιο στόχο: να αλητέψουμε στα στενά της πόλης, να διασκεδάσουμε την περιρρέουσα κατήφεια, να θυμηθούμε τους παλιούς μας χαρούμενους εαυτούς, να πιστέψουμε -έστω για λίγο- ότι η ζωή κυλάει κανονικά. Γιατί το shopping είναι μόνο η αφορμή για άλλα πιο ουσιαστικά πράγματα από τη στιγμιαία ψευδαίσθηση χαράς που προσφέρει η κατανάλωση. Η αληθινή χαρά είναι να βγούμε με τις φίλες μας, να μιλήσουμε με τους ανθρώπους που συνεχίζουν να αγωνίζονται, να ανταλλάξουμε χαμόγελα και καλή διάθεση. Δεν έχει καμία σημασία αν δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να ψωνίσουμε ούτε καρφίτσα. Όλα αυτά που μοιραζόμαστε με τους φίλους μας είναι και θα είναι για πάντα δωρεάν.
 
Σ.Σ.: Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Καραχάλιο του Karfil και την κ. Σαρηγιαννίδη του Savapile για τη θερμή υποδοχή και τις φωτογραφίες που μας έστειλαν.
 
 
TAGS