Ο Γιώργος Σεφέρης έφυγε από τη ζωή στις 20 Σεπτεμβρίου 1971, σε ηλικία 71 ετών. Δύο ημέρες αργότερα, στις 22 Σεπτεμβρίου, η Αθήνα θα τον αποχαιρετούσε με έναν τρόπο που έμελλε να ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια μιας κηδείας.
Χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για να συνοδεύσουν τον ποιητή στο Α΄ Νεκροταφείο. Και μέσα σε μια Ελλάδα που βρισκόταν ήδη για τέσσερα χρόνια υπό τη δικτατορία των συνταγματαρχών, η πομπή εξελίχθηκε σε μια μεγάλη αντιδικτατορική εκδήλωση. Η κηδεία του Σεφέρη καταγράφεται από το Αρχείο της ΕΡΤ ως μία από τις σημαντικές δημόσιες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον του καθεστώτος.
Η Αθήνα στους δρόμους για τον ποιητή
Η ημέρα ήταν συννεφιασμένη. Η πομπή ξεκίνησε από τον ναό της Σώτειρας του Κοτάκη στην Πλάκα και κατευθύνθηκε προς το Α΄ Νεκροταφείο.
Δεν επρόκειτο, όμως, απλώς για μια πορεία πένθους.
Όσο η πομπή προχωρούσε, το πλήθος μεγάλωνε. Άνθρωποι κάθε ηλικίας βρέθηκαν στους δρόμους για να αποχαιρετήσουν τον ποιητή που είχε γίνει, ήδη από τη ζωή του, ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας.
Στην περιοχή της Πύλης του Αδριανού η κυκλοφορία διακόπηκε και το συγκεντρωμένο πλήθος άρχισε να τραγουδά το "Άρνηση", το ποίημα του Σεφέρη από τη συλλογή "Στροφή", που είχε μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης.
Το "Στο περιγιάλι το κρυφό" δεν ήταν πλέον απλώς ένα μελοποιημένο ποίημα.
Εκείνη τη στιγμή έγινε η φωνή ενός πλήθους που βρήκε έναν τρόπο να εκφράσει δημόσια την αντίθεσή του στη δικτατορία.
Η ΕΡΤ καταγράφει το περιστατικό ως τη στιγμή κατά την οποία η νεκρώσιμη πομπή μετατράπηκε σε μαζική αντιδικτατορική εκδήλωση.
"Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει!"
Η εικόνα των χιλιάδων ανθρώπων που τραγουδούσαν στους δρόμους της Αθήνας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη στάση που είχε κρατήσει ο ίδιος ο Σεφέρης απέναντι στη δικτατορία.
Στις 28 Μαρτίου 1969, ο ποιητής είχε κάνει δημόσια δήλωση κατά του καθεστώτος. Το μήνυμά του μεταδόθηκε από την Ελληνική Υπηρεσία του BBC, τον Ραδιοφωνικό Σταθμό του Παρισιού και τη Deutsche Welle.
Η δήλωση εκείνη είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο Σεφέρης δεν ήταν απλώς ένας κορυφαίος ποιητής. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε υπηρετήσει για δεκαετίες τη χώρα ως διπλωμάτης και είχε διατελέσει πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο.
Μιλώντας για την κατάσταση που είχε δημιουργήσει η δικτατορία, περιέγραψε ένα καθεστώς "ολωσδιόλου αντίθετο" με τα ιδεώδη για τα οποία είχε αγωνιστεί ο ελληνικός λαός και προειδοποίησε για την καταστροφή των πνευματικών αξιών.
"Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει! Είναι εθνική επιταγή!" ήταν η καταληκτική φράση της δήλωσής του.
Η δημόσια τοποθέτησή του είχε συνέπειες: μεταξύ άλλων, έχασε το δικαίωμα χρήσης διπλωματικού διαβατηρίου και τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή.
Ο ποιητής που έγινε σύμβολο χωρίς να το επιδιώξει
Ο Σεφέρης δεν πρόλαβε να δει την Ελλάδα να επιστρέφει στη δημοκρατία.
Πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου 1971 στην Αθήνα, δύο χρόνια μετά τη δημόσια δήλωσή του κατά της χούντας. Ο θάνατός του ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία κάθε μεγάλη δημόσια συγκέντρωση μπορούσε να αποκτήσει πολιτική σημασία.
Και η κηδεία του έγινε ακριβώς αυτό.
Μια συγκέντρωση ανθρώπων που ήρθαν για να πουν το τελευταίο "αντίο" στον ποιητή και, ταυτόχρονα, βρήκαν έναν τρόπο να φωνάξουν όσα δεν μπορούσαν εύκολα να ειπωθούν δημόσια.
Η ΕΡΤ χαρακτηρίζει την κηδεία του ως την πρώτη μεγάλη αντιδικτατορική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε μετά την επιβολή της δικτατορίας.
Το τραγούδι που ακούστηκε πάνω από το πλήθος
"Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι..."
Οι στίχοι του Σεφέρη, με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, ακούστηκαν από χιλιάδες στόματα.
Το "Άρνηση" είχε ήδη αποκτήσει μια ξεχωριστή θέση στη συλλογική μνήμη. Εκείνη την ημέρα, όμως, απέκτησε και μια άλλη διάσταση.
Οι άνθρωποι που ακολουθούσαν το φέρετρο δεν χρειάστηκε να κρατήσουν πανό ή να οργανώσουν μια επίσημη πολιτική συγκέντρωση. Το τραγούδι ήταν αρκετό.
Μέσα από τους στίχους του ποιητή, το πλήθος μιλούσε για τη δική του εποχή.
Η τελευταία διαδρομή
Η πομπή συνέχισε προς το Α΄ Νεκροταφείο, με τον κόσμο να ακολουθεί το φέρετρο.
Άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά και πολλοί νέοι, βρέθηκαν εκεί. Ο Σεφέρης είχε ήδη γίνει σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά, ενώ η ποίησή του είχε συνδεθεί με τη νεότερη ελληνική ιστορία, την προσφυγιά, τον πόλεμο, την απώλεια, την πατρίδα και την αναζήτηση της ελληνικής ταυτότητας.
Το γεγονός ότι η κηδεία του συνέπεσε με την περίοδο της δικτατορίας έδωσε σε αυτή τη σχέση μια νέα, πολιτική διάσταση.
Δεν ήταν μόνο ο Νομπελίστας ποιητής που οδηγούνταν στην τελευταία του κατοικία.
Ήταν και ένας άνθρωπος που, δύο χρόνια νωρίτερα, είχε χρησιμοποιήσει τη φωνή και το κύρος του για να μιλήσει δημόσια εναντίον ενός καθεστώτος που είχε επιβληθεί στη χώρα.
Από τη Σμύρνη στο Νόμπελ και από εκεί στην τελευταία διαδρομή
Ο Γιώργος Σεφέρης, κατά κόσμον Γεώργιος Σεφεριάδης, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900.
Έζησε μια ζωή που κινήθηκε ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη διπλωματία. Σπούδασε Νομική, υπηρέτησε στο Υπουργείο Εξωτερικών, εργάστηκε σε διπλωματικές αποστολές σε πολλές χώρες και διετέλεσε πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο.
Παράλληλα, η ποίησή του τον καθιέρωσε ως μία από τις σημαντικότερες φωνές της γενιάς του ’30.
Το 1963 ήρθε η κορυφαία διεθνής αναγνώριση: ο Γιώργος Σεφέρης τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η ανακοίνωση έγινε στις 24 Οκτωβρίου και η επίσημη απονομή πραγματοποιήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου στη Στοκχόλμη.
Οκτώ χρόνια αργότερα, χιλιάδες άνθρωποι θα ακολουθούσαν το φέρετρό του στους δρόμους της Αθήνας.
Η κηδεία που έμεινε στην Ιστορία
Ίσως τελικά η πιο δυνατή εικόνα εκείνης της ημέρας να μην βρίσκεται ούτε στις επίσημες τελετές ούτε στα λόγια των επισήμων.
Βρίσκεται στους ανθρώπους που στάθηκαν στους δρόμους.
Στη νεκρώσιμη πομπή που έγινε διαδήλωση.
Στο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη πάνω στους στίχους του Σεφέρη.
Στις φωνές που, μέσα σε μια Αθήνα της δικτατορίας, κατάφεραν για λίγο να σπάσουν τη σιωπή.
Ο Γιώργος Σεφέρης έφυγε από τη ζωή στις 20 Σεπτεμβρίου 1971. Δύο ημέρες μετά, η κηδεία του απέδειξε πως ένας ποιητής μπορεί να συνεχίσει να μιλάφυγα να ενσωματώσω ως βέβαιο το συγκεκριμένο απόσπασμα για την υποτιθέμενη εντολή του Σεφέρη προς τη Μαρώ ακόμη και όταν ο ίδιος έχει σωπάσει.
Και εκείνη την ημέρα, η Αθήνα τραγούδησε τους στίχους του.