Στη βόρεια Γερμανία, στην ήσυχη πόλη του Lübeck, η Marianne Bachmeier ζούσε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 μια ζωή χωρίς ιδιαίτερες ανέσεις αλλά με σταθερό άξονα την επτάχρονη κόρη της, Anna.

Ανύπαντρη μητέρα, διατηρούσε ένα μικρό μπαρ και προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην εργασία και τη μητρότητα. Όσοι τη γνώριζαν μιλούσαν για μια γυναίκα δυναμική, με έντονη προσωπικότητα, και για έναν δεσμό μητέρας-κόρης που ήταν το παν για εκείνη. Τίποτα δεν προμήνυε ότι αυτή η καθημερινότητα θα κατέρρεε μέσα σε λίγες ώρες.

Το πρωί της 5ης Μαΐου 1980, ύστερα από μια μικρή διαφωνία στο σπίτι, η Anna έφυγε χωρίς να πάει στο σχολείο. Δεν γύρισε ποτέ. Η εξαφάνισή της κινητοποίησε άμεσα τις αρχές, όμως η αλήθεια που αποκαλύφθηκε αργότερα ξεπέρασε κάθε φόβο. Το κορίτσι είχε απαχθεί από τον 35χρονο γείτονά της, Klaus Grabowski - έναν άνδρα με βαρύ ποινικό παρελθόν για σεξουαλικά εγκλήματα εις βάρος παιδιών. Παρά το ιστορικό του και το γεγονός ότι είχε υποβληθεί σε χημικό ευνουχισμό, ζούσε ελεύθερος και εκτός στενής παρακολούθησης. Κράτησε την Anna αιχμάλωτη για ώρες στο σπίτι του και τελικά τη δολοφόνησε. Το σώμα της βρέθηκε μέσα σε κουτί, κοντά σε κανάλι, έπειτα από καταγγελία της συντρόφου του, η οποία ειδοποίησε σοκαρισμένη την αστυνομία.
Η δίκη που δεν άντεξε να παρακολουθήσει
Η δίκη του Grabowski ξεκίνησε λίγους μήνες αργότερα και προσέλκυσε έντονο δημόσιο ενδιαφέρον. Η Marianne Bachmeier βρισκόταν καθημερινά στην αίθουσα, αναγκασμένη να ακούει λεπτομέρειες για τον θάνατο της κόρης της και να βλέπει τον άνθρωπο που την είχε σκοτώσει να υπερασπίζεται τον εαυτό του. Την τρίτη ημέρα της διαδικασίας, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Η Bachmeier είχε καταφέρει να περάσει κρυφά ένα μικρό πιστόλι στο δικαστήριο. Χωρίς να φωνάξει ή να προσπαθήσει να διαφύγει, σηκώθηκε από τη θέση της και πυροβόλησε επτά φορές τον Grabowski. Έξι σφαίρες τον χτύπησαν θανάσιμα.
Αμέσως μετά, παρέμεινε ακίνητη, περιμένοντας τη σύλληψή της. Όταν οι αστυνομικοί τη ρώτησαν για το κίνητρό της, η απάντησή της ήταν λιτή και αφοπλιστική: "Το έκανα για την Άννα".
Δικαιοσύνη, εκδίκηση και δημόσια συμπάθεια
Η Marianne Bachmeier καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία και παράνομη οπλοκατοχή. Παρ’ όλα αυτά, η υπόθεση δίχασε βαθιά τη γερμανική κοινωνία. Ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης εξέφρασε ανοιχτά τη συμπάθειά του προς το πρόσωπό της, βλέποντας στην πράξη της όχι έναν ψυχρό φόνο, αλλά το ξέσπασμα μιας μητέρας που ένιωσε ότι το σύστημα είχε αποτύχει να προστατεύσει το παιδί της. Η ποινή της ήταν έξι χρόνια φυλάκισης, από τα οποία εξέτισε τελικά μόνο τρία.
Μετά την αποφυλάκισή της, η Bachmeier αποσύρθηκε από τη δημοσιότητα και έζησε μακριά από τα φώτα. Πέθανε το 1996, σε ηλικία 46 ετών, έπειτα από ασθένεια, και τάφηκε δίπλα στην κόρη της. Η ιστορία της παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα παραδείγματα σύγκρουσης ανάμεσα στη δικαιοσύνη, την ηθική και τα όρια που μπορεί να ξεπεράσει ένας άνθρωπος όταν χάνει ό,τι πολυτιμότερο έχει.
