0
SHARES

Η καλή και ομαλή σεξουαλική λειτουργία της γυναίκας είναι εξίσου σημαντική με του άνδρα, αλλά και πιο πολύπλοκη. Με το πέρασμα των χρόνων και καθώς η επιστήμη εξελίσσεται ραγδαία σε θέματα όπως αυτό της γυναικείας σεξουαλικότητας, οι διαταραχές της έχουν ταξινομηθεί σε τέσσερις διαφορετικές ομάδες, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν τις προσεγγίσεις στα σεξουαλικά προβλήματα που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής ζωής της γυναίκας.

Οι τέσσερις ομάδες στις οποίες χωρίζονται τα σεξουαλικά προβλήματα της γυναίκας αναφέρονται στην επιθυμία, τη διέγερση, τον οργασμό και τον πόνο.

Διαταραχές της επιθυμίας

Σχετίζονται με θέματα που κυμαίνονται από μειωμένη σεξουαλική/ερωτική επιθυμία έως σεξουαλική αποστροφή. Συνήθως συνοδεύονται από έλλειψη ερωτικών φαντασιώσεων και διάθεσης να αυτοεμπλακεί η γυναίκα σε οποιοδήποτε σεξουαλικό παιχνίδι ή ενέργεια.

* Υποτονική Σεξουαλική Επιθυμία

Ένα από τα πλέον σημαντικά και ευαίσθητα προβλήματα στη σεξουαλική ζωή της γυναίκας είναι αυτό της μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας. Με την απουσία ή τη σταδιακή μείωση της επιθυμίας, η γυναίκα αρχίζει να αισθάνεται πως δεν είναι ικανή πλέον όχι μόνο να ικανοποιήσει τον σύντροφό της, αλλά ούτε να τον διεκδικήσει. Ειδικά στη σύγχρονη κοινωνία, όπου τα σεξουαλικά ερεθίσματα βομβαρδίζουν καθημερινά και αμετάκλητα τη ζωή των ανθρώπων μέσα από εικόνες και κείμενα της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου και των περιοδικών, η γυναίκα νιώθει ανήμπορη στο να «διαγωνιστεί» και να διεκδικήσει τον σύντροφό της μέσα σε αυτόν τον έντονο σεξουαλικό ανταγωνισμό. Η έλλειψη ερωτικής επιθυμίας στη γυναίκα δηλώνει την ανικανότητά της να επιθυμεί και να διεκδικεί το άγγιγμα, το χάδι, την κίνηση που θα την οδηγούσε στη σεξουαλική επαφή.

Πολλές είναι οι περιπτώσεις στις οποίες ο σύντροφος μιας γυναίκας με μειωμένη σεξουαλική επιθυμία θα αναγκαστεί σχεδόν πάντα να κάνει μια πρώτη κίνηση, μία προσπάθεια για σεξουαλική συνεύρεσή τους. Με τον καιρό ο άντρας - σύντροφος κουράζεται από αυτή τη συνεχή προσπάθεια, η οποία πολλές φορές είναι ανεπιτυχής, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εντάσεις, καβγάδες και θυμοί ανάμεσα στο ζευγάρι.

Στην άλλη όψη του νομίσματος βέβαια είναι η γυναίκα, η οποία καταπιέζει τον εαυτό της, υποβιβάζει τα συναισθήματά της και ανταποκρίνεται στο σεξουαλικό κάλεσμα του άντρα φοβούμενη μην τον χάσει ή τον απογοητεύσει.

Η έλλειψη επικοινωνίας και ο φόβος εκδήλωσης αυτής της μειωμένης επιθυμίας φέρνει πολλές φορές το ζευγάρι σε αποχή συμμετοχής σε οποιαδήποτε σεξουαλική δραστηριότητα, η οποία με τη σειρά της προκαλεί δυσφορία και προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις του ζευγαριού.

Φυσικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μειωμένη σεξουαλική επιθυμία στη γυναίκα σχετίζεται επίσης με την ορμονική και γενική βιολογική της ισορροπία. Η ποσότητα ορμονών (οιστρογόνων και ανδρογόνων) που εκκρίνουν οι ωοθήκες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στα μέσα του εμμηνορρυσιακού κύκλου, ενώ τη σεξουαλική επιθυμία της γυναίκας μπορεί να επηρεάσουν και παρενέργειες φαρμάκων, ενδοκρινολογικά νοσήματα και άλλα οργανικά αίτια.

Παράλληλα, τραυματικές σεξουαλικές εμπειρίες, κατάθλιψη, προβλήματα σχέσεων καθώς και σεξουαλικής λειτουργίας του συντρόφου επίσης μπορεί να σηματοδοτήσουν, να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν αυτή την κατάσταση, μεταφέροντάς την στο επίπεδο της σεξουαλικής αποστροφής.

* Σεξουαλική Αποστροφή

Είναι η παντελής έλλειψη επιθυμίας της γυναίκας για οποιαδήποτε σεξουαλική συνεύρεση, είτε με σύντροφο είτε μόνη της. Η γυναίκα που βιώνει αυτή τη διαταραχή διακατέχεται από έντονο άγχος και εκνευρισμό, καθώς την οδηγεί σε μία ψυχική κατάσταση απελπισίας και απογοήτευσης ότι δεν μπορεί να χαρεί τη σεξουαλική επαφή. Πολλές φορές χρεώνει αυτό το συναίσθημα στον σύντροφό της και με έντονο θυμό, που μπορεί να διαρκέσει και μέρες μετά τη σεξουαλική επαφή, κατηγορεί τον άντρα για την αδυναμία του να την ικανοποιήσει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επιδεινώνονται οι σχέσεις των συντρόφων, να αποστασιοποιούνται και σε ειδικές περιπτώσεις η σεξουαλική αποστροφή της γυναίκας να δημιουργήσει κάποια σεξουαλική δυσλειτουργία και στον άντρα.

Δεν είναι λίγες οι φορές όπου η σεξουαλική αποστροφή στη γυναίκα προέρχεται από έντονες τραυματικές εμπειρίες, όπως ο βιασμός, και συνοδεύεται από κρίσεις πανικού και καταθλιπτικές συμπεριφορές που πολλές φορές την απομονώνουν όχι μόνο από τη σεξουαλική επαφή και τη συντροφικότητα, αλλά και γενικότερα από μία φυσιολογική κοινωνική ζωή.

Διαταραχές της διέγερσης

Σχετίζονται με την αδυναμία της γυναίκας να νιώσει και να εκφράσει τόσο ψυχικά όσο και σωματικά τα ερεθίσματα που δηλώνουν τη σεξουαλική της διέγερση. Αδυναμία εφύγρανσης του κόλπου και διεύρυνσης του κολπικού στομίου είναι μερικά συμπτώματα - ενδείξεις αυτών των διαταραχών.

Οι διαταραχές της διέγερσης οφείλονται κυρίως σε ψυχογενή αίτια, καθώς η γυναίκα μπορεί να προσδοκά μέγιστες επιδόσεις από την ίδια και τον σύντροφό της, κι έτσι να αγχώνεται για την καλή τους σεξουαλική λειτουργία και συμμετοχή.

Ωστόσο οργανικά αίτια _ όπως η εμμηνόπαυση, οι θυρεοειδικές και ορμονικές διαταραχές _ μπορεί επίσης να επηρεάσουν τη σεξουαλική διέγερση της γυναίκας και κατ' επέκταση τα επίπεδα ηδονής και την οργασμική της κορύφωση.

Βασικός παράγοντας όμως στη φάση της εμμηνόπαυσης που ενοχοποιείται για τη μειωμένη σεξουαλική της επιθυμία και διέγερση είναι το αίσθημα της γυναίκας ότι χάνοντας την περίοδό της γερνάει και παύει πλέον να είναι νέα, επιθυμητή και αρεστή.

Διαταραχές του οργασμού

Σχετίζονται με την αδυναμία της γυναίκας να φτάσει στην κορύφωση είτε της σεξουαλικής επαφής με σύντροφο είτε μόνη.

Η αδυναμία αυτή της γυναίκας συνδέεται πολλές φορές με χρέωση στον εαυτό της ότι δεν είναι ικανή για να ολοκληρώσει τη σεξουαλική πράξη και ότι δεν ικανοποιεί ιδανικά τον σύντροφό της. Άλλες φορές λειτουργεί χρεωστικά απέναντι στον σύντροφο: του καταλογίζει αδυναμία ή και αδιαφορία να την φέρει σε οργασμικό επίπεδο.

Η διαταραχή του οργασμού μπορεί να είναι κολπική (κατά τη σεξουαλική επαφή) ή κλειτοριδική (ερεθισμός κλειτορίδας κατά την επαφή ή με το χέρι). Η απουσία κολπικού οργασμού στη γυναίκα μπορεί να επιφέρει και ανησυχίες και προβληματισμούς στον άνδρα ότι αδυνατεί να της προσφέρει αυτή την υπέρτατη ηδονή, καθώς επίσης να νιώθει ότι χάνει και εκείνος αυτή την ηδονιστική εμπειρία την οποία περιμένει ανυπόμονα και ανταγωνιστικά απέναντι σε άλλους άντρες.

Δεν είναι λίγες οι φορές που η γυναίκα θα βιώσει την απουσία οργασμού σε κάποια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής της, επηρεασμένη από εξωτερικά ερεθίσματα και καταστάσεις όπως αυτές του πένθους και της έντονης επαγγελματικής ανησυχίας.

Οργανικές και ψυχιατρικές διαταραχές, καθώς και η χορήγηση φαρμάκων επίσης μπορεί να επιφέρουν έναν τέτοιου είδους, εκλεκτικού τύπου, ανεσταλμένο οργασμό.

Η αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση της γυναίκας προς το πρόσωπό της, αλλά και προς τη σεξουαλική της έκφραση, απέναντι στον σύντροφό της μέσα στη σεξουαλική επαφή, είναι καθοριστικοί λόγοι που μπορούν να προκαλέσουν μια τέτοια διαταραχή.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η γυναίκα πολλές φορές τοποθετεί τον εαυτό της ως ένα σημείο αναφοράς της σεξουαλικής ζωής της, ως μία πρωταγωνίστρια στο σεξουαλικό σενάριο που σκηνοθετεί με τον σύντροφό της. Αυτό της δημιουργεί άγχος υψηλών απαιτήσεων και προσδοκιών που πολλές φορές την οδηγεί σε μόνιμη κριτική του σώματός της και της σεξουαλικής της αυτοεικόνας. Ως αποτέλεσμα, εγκλωβίζεται σε ένα άγχος που δεν της επιτρέπει να απελευθερωθεί από τα δεσμάπου την κρατάνε από το να βιώσει την υπέρτατη οργασμική ηδονή.

Διαταραχές του πόνου 

Σχετίζονται με την έντονη αίσθηση δυσφορίας και πόνου στη γυναίκα, τόσο κατά τη διάρκεια σεξουαλικών προκαταρκτικών παιχνιδιών όσο και κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά το πέρας της σεξουαλική πράξης. Οι διαταραχές του πόνου θεωρούνται από τις πλέον σημαντικές σεξουαλικές δυσλειτουργίες στη γυναίκα.

* Κολεόσπασμος (κολπόσπασμος)

Είναι ο ακούσιος σπασμικός πόνος που βιώνει η γυναίκα στον κόλπο κατά την εισχώρηση ή διείσδυση του πέους ή άλλου αντικειμένου, όπως το ταμπόν ή κατά τη γυναικολογική εξέταση. Πολλές φορές η γυναίκα βιώνει αυτό τον πόνο προτού καν γίνει διείσδυση στον κόλπο, μόνο από την ιδέα και τον φόβο ότι πρόκειται να συμβεί.

Ο κολεόσπασμος είναι πολύ συχνό φαινόμενο στις νεαρές γυναίκες που πρόκειται να ολοκληρώσουν την πρώτη σεξουαλική επαφή τους. Ημιμάθεια, παραπληροφόρηση από φίλες και γονείς για τον πόνο της «πρώτης φοράς», κοινωνικο-θρησκευτικές αντιλήψεις και ηθικολογίες περί αμαρτίας και κακής/απρεπούς συμπεριφοράς είναι μερικά στοιχεία που φοβίζουν, αγχώνουν και τρομοκρατούν τη νεαρή γυναίκα, σηματοδοτώντας έτσι την εκδήλωση του πόνου.

Άλλες περιπτώσεις που μπορεί να επιφέρουν τον κολεόσπασμο είναι η σεξουαλική κακοποίηση, καθώς επίσης η εμπειρία καταστάσεων που συμπλέκουν τη σεξουαλική επαφή με τη χυδαιότητα, τον τρόμο ή τον πόνο, τόσο ψυχολογικά όσο και οργανικά (όπως μία κολπίτιδα).

Ο κολεόσπασμος είναι ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα για τη νεαρή γυναίκα που μπορεί να κάνει ανεπιτυχώς συνεχείς προσπάθειες για την πρώτη σεξουαλική επαφή της. Κάθε αποτυχία τη γεμίζει με φόβο και τρόμο για το αν είναι φυσιολογική και αγωνία για το αν ποτέ θα καταφέρει να κάνει σεξ. Παράλληλα χρεώνεται το γεγονός ότι δεν ικανοποιεί τον σύντροφό της και γεμίζει με ενοχές και φόβο ότι μπορεί να τον χάσει, όσο εκείνος από την πλευρά του αναρωτιέται γιατί «δεν τον αφήνει», νιώθοντας απόρριψη.

Όσο περισσότερο μπαίνει το ζευγάρι σε αυτή την αναζήτηση και επίμονη προσπάθεια για την εισχώρηση στον κόλπο τόσο περισσότερο χάνονται τα σεξουαλικά ερεθίσματα και η διέγερση (οπότε δεν γίνεται ούτε σωστή εφύγρανση του κόλπου), μετατρέποντας τα σεξουαλικά παιχνίδια σε έναν φαύλο κύκλο έντονου άγχους προσπάθειας και επίδοσης.

* Δυσπαρευνία

Αναφέρεται στον πόνο των γεννητικών οργάνων πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τη σεξουαλική επαφή. Η γυναίκα που βιώνει αυτό τον πόνο για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να βιώσει και τον κολεόσπασμο ως αποτέλεσμα της χρόνιας δυσπαρευνίας.

Το πρόβλημα μπορεί να οφείλεται σε ποικίλα οργανικά αίτια, όπως κολπίτιδες, φλεγμονές και κακώσεις στα γεννητικά όργανα. Επίσης, παρουσιάζεται έντονα και μετά την εμμηνόπαυση, όπου οι ορμονικές διαταραχές επιφέρουν τη μειωμένη εφύγρανση του κόλπου, αποδυνάμωση των τοιχωμάτων στον κόλπο και πόνο κατά την εισχώρηση. Παράλληλα, μπορεί να οφείλεται και σε ψυχογενή αίτια, όπως ο φόβος, η έντονη ανησυχία και το άγχος της γυναίκας ότι θα βιώσει τον πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή. Αυτό επιφέρει μία μειωμένη επιθυμία για σεξουαλική συνεύρεση ειδικά στις νεαρές ηλικίες.

Σε άλλες περιπτώσεις όπου η γυναίκα είχε φυσιολογική σεξουαλική ζωή, μπορεί μία μεμονωμένη περίπτωση πόνου κατά τη σεξουαλική επαφή να της δημιουργήσει το άγχος ότι «κάτι δεν πάει καλά» και να συνδέσει την αίσθηση της δυσφορίας και του πόνου με τη σεξουαλική επαφή.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αλλάξει η στάση της απέναντι στο σεξ και τον σύντροφό της, προκαλώντας εντάσεις και καβγάδες μπροστά σε έναν άντρα που αναρωτιέται «τι άλλαξε» ή «τι έκανε λάθος».

Υπάρχει επίσης περίπτωση η γυναίκα να μην μπορεί να εκφράσει λεκτικά το ότι δεν επιθυμεί πλέον σεξουαλικά τον σύντροφό της και η δυσπαρευνία επέρχεται ως μία «αθόρυβη», αλλά απολύτως πραγματική και υπαρκτή αποφυγή της σεξουαλικής επαφής. Στην πραγματικότητα, η γυναίκα μπορεί να αισθάνεται πόνο με έναν σύντροφο, αλλά όχι με κάποιον άλλο, με τον οποίο έχει καλύτερο συναισθηματικό δέσιμο, καλύτερη επικοινωνία και νιώθει πιο άνετα μαζί του.

Οι θεραπείες

Οι ορμόνες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην καλή σεξουαλική λειτουργία της γυναίκας κι έτσι οι ορμονικές διαταραχές μπορεί κάλλιστα να προκαλέσουν δυσλειτουργίες στον οργασμό, στη διέγερση και στην επιθυμία. Σε τέτοια περίπτωση, η κατάλληλη φαρμακευτική θεραπεία μπορεί να είναι η λύση.

Σε άλλες πιο σοβαρές οργανικές αιτίες, όπως είναι η ενδομητρίωση που μπορεί να προκαλέσει πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή (δυσπαρευνία), καθώς επίσης και για την αντιμετώπιση αδενωμάτων, μπορεί να χρειαστούν χειρουργικές επεμβάσεις που θα λύσουν αυτά τα προβλήματα και έτσι θα συμβάλουν στην αποκατάσταση της σεξουαλικής λειτουργίας της ασθενούς.

Για προβλήματα που αφορούν την εφύγρανση του κόλπου (όπως η ατροφία του κόλπου και ο πόνος κατά τη διείσδυση) μπορεί να χρειαστούν διάφορες κρέμες και λιπαντικά σκευάσματα.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις απαραίτητη είναι η σωστή ενημέρωση και η λήψη της όποιας φαρμακευτικής θεραπείας μόνον κατόπιν συνεννόησης με τον γιατρό.

Η ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση των σεξουαλικών δυσλειτουργιών επίσης μπορεί να βοηθήσει σημαντικά.

Η ψυχοθεραπευτική προσέγγιση των δυσλειτουργιών γίνεται πολλές φορές με γνώμονα την επικοινωνία του ζευγαριού ή την έλλειψή της. Άλλωστε το σεξ σημαίνει επικοινωνία και είναι σημαντικό για έναν ψυχοθεραπευτή να αγγίζει θέματα που έχουν να κάνουν με αυτό. Επίσης, ο ψυχοθεραπευτής θα μπορέσει να διερευνήσει σε βάθος θέματα που μπορεί να απασχολούν τη γυναίκα ή και τους δύο συντρόφους μαζί, τα οποία να βρίσκουν διέξοδο και «εκτόνωση» στη σεξουαλική τους ζωή.

Η ψυχοθεραπευτική προσέγγιση γίνεται είτε μέσω ατομικών συνεδριών με τη γυναίκα είτε με το ζευγάρι για την επίλυση πιθανών επικοινωνιακών δυσλειτουργιών μέσα στη σχέση και τη διαλεύκανση διαστρεβλωμένων πεποιθήσεων γύρω από τη σεξουαλική τους ζωή.

TAGS