Για την κοινωνική απομόνωση, που ξεκίνησε από τη σταδιακή διείσδυση της τεχνολογίας στην καθημερινότητά μας και επιδεινώθηκε ραγδαία, μέσα στους τελευταίους μήνες της πανδημίας και της καραντίνας, γράφει ο συγγραφέας Στέφανος Ξενάκης στο Facebook, σε μια ανάρτησή του που ονομάζεται «Open House». Ένας τίτλος-αναφορά στην εποχή των γονιών και των παππούδων μας, όταν τα σπίτια ήταν ανοιχτά, οι επισκέψεις αυθόρμητες και οι γιορτές αληθινά διασκεδαστικές.

Ο Στέφανος Ξενάκης γράφει:

«OPEN HOUSE

»Νομίζω όταν τελειώσει αυτό θα μας αφήσει ακόμη πιο μόνους. Φοβάμαι ότι όσο περνάει ο καιρός, ό,τι κι αν συμβαίνει θα μας αφήνει πιο μόνους.

»Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι κάθε φορά που γιόρταζε κάποιος στο σπίτι είχαμε open house. Ήταν δεδομένο. Τέτοιες μέρες γιόρταζε ο θείος μου ο Νίκος στην Καλλιθέα. Πρέπει να ήμουν κάπου Τρίτη Δημοτικού, τότε που είχαμε εκείνο το τέλειο αναγνωστικό με την κουκουβάγια. Τα κουδούνια στη θεία μου χτυπούσαν σαν τρελά. Τούρτες μπαινόβγαιναν κι η θεία μου κέρναγε λικέρ τις κυρίες. Οι άντρες έπιναν “scotch”. Κλασικά τα πηγαδάκια άντρες-γυναίκες κι εμείς κάπου μέσα με τον ξάδερφό μου και τα άλλα αγόρια να παίζουμε Subbuteo. Διάχυτη ήταν η χαρά στο σπίτι. Αν ήταν χρώμα θα ήταν κίτρινο ή πορτοκαλί, ανοιχτό και φωτεινό. Ούτε τηλεόραση άκουγες, ούτε γκρίνια. Μόνο μια χαρούμενη οχλαγωγία. Όταν γυρνάγαμε σπίτι ήμασταν πολύ πιο χαρούμενοι από ότι πήγαμε. Όλοι μας.

«Τούρτες μπαινόβγαιναν κι η θεία μου κέρναγε λικέρ τις κυρίες. Οι άντρες έπιναν “scotch”. Κλασικά τα πηγαδάκια άντρες-γυναίκες κι εμείς κάπου μέσα με τον ξάδερφό μου και τα άλλα αγόρια να παίζουμε Subbuteo»

»Χριστούγεννα τα τραπέζια ήταν μοιρασμένα. Παραμονή των Χριστουγέννων κάναμε στου θείου μου. Μουσική και χορός ήταν must. Τότε ο κόσμος χόρευε. Ήμασταν πιο εύκολοι τότε. Σε όλα. Εμείς, τα πιτσιρίκια κλεισμένα στο δωμάτιο με τις γούνες να σπάμε πλάκα και να διοργανώνουμε αυτοσχέδια παιχνίδια. Τότε δεν είχαμε tablet βλέπεις. Του Αγίου Στεφάνου στη μάνα μου και την παραμονή της πρωτοχρονιάς στη θεία μου. Τότε η οικογένεια ήταν μεγαλύτερη. Κι οι καλεσμένοι μπόλικοι. Τα σπίτια ήταν πιο μικρά. Κι όμως χωρούσαν περισσότερους φίλους. Δεν είχε χλιδές τότε. Δεν είχε μπουφέδες και πολυτέλειες. Τα πιάτα όμως ήταν γεμάτα σπιτικό φαγητό. Όχι αγοραστό. Άντε να είχε μια κυρία να βοηθάει στο σερβίρισμα. Και κρασί είχε, αλλά μια ποικιλία. Όχι εκατό. Τα χαμόγελα όμως ήταν πιο αληθινά και πιο ζωντανά. Πουθενά δεν έπαιζε τηλεόραση (τότε είχαμε δυο κανάλια κι αυτά από τις 5 το απόγευμα μέχρι τις 12 το βράδυ και μετά έπεφτε ο εθνικός ύμνος) ούτε φυσικά ίντερνετ. Μόνο μουσική.

«Χριστούγεννα τα τραπέζια ήταν μοιρασμένα. Παραμονή των Χριστουγέννων κάναμε στου θείου μου. Μουσική και χορός ήταν must. Τότε ο κόσμος χόρευε. Ήμασταν πιο εύκολοι τότε. Σε όλα»

»Κάπου στην πορεία αυτά τα open house χάθηκαν. Έτσι ξαφνικά. Απροειδοποίητα. Όπως σε ένα βράδυ χάθηκαν τα lego και τα playmobil από τις κόρες μου κι αντικαταστάθηκαν με tablet και Netflix. Όχι βίαια, αλλά ξαφνικά. Σταμάτησαν τα open house και γίναμε όλοι πιο βλοσυροί. Γιατί όταν κλείνουν τα σπίτια κλείνουν και τα χαμόγελα. Τη θέση του open house την πήρε το τηλέφωνο. Θυμάμαι ανήμερα του Αγίου Στεφάνου, το τηλέφωνο στο σπίτι μας χτυπούσε σαν τρελό. Πρέπει να έπαιρναν όλοι ανεξαιρέτως οι φίλοι των γονιών μου για να ευχηθούν. Βασικά αφορμή για επικοινωνία ήταν. Και σύνδεση. Οι ευχές δεν κράταγαν ούτε λεπτό και μετά είχε κουσκους και κουβεντούλα. Θυμάμαι ο πατέρας μου μιλούσε σκάρτα δυο λεπτά με τον άλλο πατέρα και μετά αναλάμβαναν οι μανάδες και το τηλέφωνο έπιανε φωτιά. Τότε βλέπεις δεν είχε ούτε call waiting, ούτε αναγνώριση και το χόρταινες.

«Σταμάτησαν τα open house και γίναμε όλοι πιο βλοσυροί. Γιατί όταν κλείνουν τα σπίτια κλείνουν και τα χαμόγελα. Τη θέση του open house την πήρε το τηλέφωνο»

»Πάει κι αυτό. Ο κόσμος δεν τηλεφωνεί πια. Τουλάχιστον δεν τηλεφωνεί όπως τότε. Το τηλέφωνο δεν ήταν open house, αλλά όπως και να το κάνεις ήταν επαφή. Ο κόσμος δεν τηλεφωνεί λοιπόν πια. Ποστάρει. Δεν επικοινωνεί. Το open house έγινε τηλέφωνο και το τηλέφωνο ποστάρισμα. Τώρα πια του Αγίου Στεφάνου θα χτυπήσουν δέκα τηλέφωνα. Παλιά χτυπούσαν εκατό. Υπάρχουν ευτυχώς ακόμη κάποιοι παραδοσιακοί τύποι που πολύ τους πάω, που παίρνουν τηλέφωνο και δεν ποστάρουν. Αλλά φοβάμαι ότι λιγοστεύουν. Συγχύζομαι να βλέπω ποσταρίσματα ειδικά από φίλους που περιμένω τηλέφωνο και να σου πω και την αλήθεια κάποιες φορές το κάνω κι εγώ και τότε συγχύζομαι ακόμη πιο πολύ.

»Τα ακόμη χειρότερα είναι τα μαζικά ποστ. Μαζεύεις καμιά εικοσαριά Νικολάδες και ξεμπερδεύεις μια και καλή.

«Τα ακόμη χειρότερα είναι τα μαζικά ποστ. Μαζεύεις καμιά εικοσαριά Νικολάδες και ξεμπερδεύεις μια και καλή»

»Νομίζω ότι όσο περνάει ο καιρός θα κινούμαστε προς πιο μοναχικά μοντέλα. Η τεχνολογία που καλπάζει, κι αυτές οι καταραμένες οι ειδοποιήσεις στα κινητά, που είναι πιο ενοχλητικές κι από τα καλοκαιρινά κουνούπια. Αυτό το ψυχαναγκαστικό δελτίο των 8 που δυστυχώς έχει γίνει θεσμός σε πολλά σπίτια για να μαζέψει την οικογένεια γύρω από την τηλεόραση για να δούμε πόσο χειρότερος έγινε ο κόσμος πάλι σήμερα υπό την μονότονη φωνή του αυθεντικού Big Brother του Όργουελ, την καταθλιπτική μουσική των ρεπορτάζ και τα θεατρικά σπικαρισμένα ρεπορτάζ κι όλα τα μέλη της οικογένειας στους καναπέδες μισοϋπνωτισμένοι με τα υπερσυνδεδεμένα κινητά τους με τρομάζει πολύ και μου θυμίζει την ιστορία με τον βάτραχο που έβρασε σιγά σιγά στο ζουμί του.

»Τώρα μπήκε κι η καινούργια συνθήκη του covid όπου τα πράγματα αναγκαστικά πρέπει να γίνονται από μακριά. Η δουλειά στο γραφείο κι η κουβεντούλα γύρω από την καφετιέρα έγινε telecommuting, η βόλτα έγινε Νο 6, το σουλάτσο στην Ερμού click away και τα κυνηγητά στα διαλείμματα home schooling.

«Η δουλειά στο γραφείο κι η κουβεντούλα γύρω από την καφετιέρα έγινε telecommuting, η βόλτα έγινε Νο 6, το σουλάτσο στην Ερμού click away και τα κυνηγητά στα διαλείμματα home schooling»

»Ζούμε πιο μοναχικά αλλά και πιο δυστυχισμένα από ποτέ. Μπαίνουμε στο γκαράζ του σπιτιού κι ούτε με το γείτονα δεν μιλάμε γιατί έχουμε τα ακουστικά στα αυτιά. Δεν βγαίνουμε καν από το αμάξι για να ανοίξουμε την γκαραζόπορτα γιατί έχουμε κοντρόλ πια. Αποφεύγουμε να ανεβαίνουμε (και προ covid) στο ίδιο ασανσέρ, γιατί που να πιάνω κουβέντα τώρα. Δεν σηκώνουμε το κινητό γιατί έχουμε αναγνώριση. Ούτε καν τηλεφωνούμε αν το καλοσκεφτείς. Στέλνουμε μηνύματα. «Να σε πάρω τηλέφωνο»; «Ναι γαμώ την τρέλα μου πάρε με και μη ρωτάς..»

»Κι ενώ η ζωή χρειάζεται μπόλικα καρυκεύματα και μυρωδικά για να νοστιμίσει, την περιορίσαμε σε δύο-τρία, γι’ αυτό κι είναι άνοστη. Το facebook ανάλατο, το click away άνοστο και το home schooling νερόβραστο.

»Και τελικά τι απέμεινε; Μια ζωή στεγνή, άχυρο που λένε. Και τι είναι επιτέλους αυτή η περίφημη ζωή, που τόσο συζητάμε και συχνά δεν ζούμε; Είναι αυτή η μικρή παυλίτσα, που θα χαράξουν στον τάφο σου ανάμεσα στη χρονιά που γεννήθηκες και τη χρονιά που θα πεθάνεις. Συχνά σκέτη, στεγνή, άνοστη κι αυτή. Κι ένα RIP στον τοίχο σου ή σε κάποια post, τη μέρα που θα φύγεις κι ευτυχώς τα RIP δεν τα γκρουπάρουμε ακόμη σαν τους Νικολάδες σε virtual ομαδικούς τάφους.

«Και τελικά τι απέμεινε; Μια ζωή στεγνή, άχυρο που λένε. Και τι είναι επιτέλους αυτή η περίφημη ζωή, που τόσο συζητάμε και συχνά δεν ζούμε; Είναι αυτή η μικρή παυλίτσα, που θα χαράξουν στον τάφο σου ανάμεσα στη χρονιά που γεννήθηκες και τη χρονιά που θα πεθάνεις»

»Κι αυτό το ΔΩΡΟ της ΖΩΗΣ που Κάποιος σου χάρισε, παρέλειψες να το ανοίξεις.

»Κι αντί να το ζήσεις και να το μοιραστείς, εσύ το ποστάρισες.

»Κι αντί να το ζήσεις live, εσύ το είδες σε μαγνητοσκόπηση.

»Κι αντί να βάλεις μπόλικη αγάπη, εσύ έβαλες echo.

»Μια φίλη λέει ένα ωραίο.

»Η ζωή δεν είναι πρόβα.

»Ούτε story όμως».

Δείτε την ανάρτηση:

OPEN HOUSE Νομίζω όταν τελειώσει αυτό θα μας αφήσει ακόμη πιο μόνους. Φοβάμαι ότι όσο περνάει ο καιρός, ό,τι κι αν...

Posted by Stefanos Xenakis on Monday, December 14, 2020

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

Photo by Jon Tyson on Unsplash
 

TAGS