Υπάρχουν φωτογραφίες που αποτυπώνουν απλώς μια στιγμή και άλλες που μοιάζουν να κρατούν μέσα τους ολόκληρη μια εποχή. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει το σπάνιο στιγμιότυπο που μοιράστηκε ο Άρης Λουπάσης, με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Νίκο Κούρκουλο να ποζάρουν στα παρασκήνια του θεάτρου Mark Hellinger στο Μπρόντγουεϊ, την περίοδο των προβών για το μιούζικαλ "Ίλια Ντάρλινγκ".
Η εικόνα καταγράφει δύο κορυφαίες προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου σε μια στιγμή που η ελληνική σκηνή συναντούσε τη διεθνή θεατρική πραγματικότητα. Πίσω από τα φώτα και τη λάμψη του Broadway βρίσκονται οι πρόβες, η προετοιμασία και η αγωνία δύο ηθοποιών που συμμετείχαν σε ένα φιλόδοξο εγχείρημα με έντονο ελληνικό αποτύπωμα.
Από το "Ποτέ την Κυριακή" στο "Ίλια Ντάρλινγκ"
Η ιστορία της παράστασης ξεκινά το καλοκαίρι του 1966, όταν ο Ζυλ Ντασέν αποδέχεται την πρόταση Αμερικανών παραγωγών να μεταφέρει στο θέατρο την κινηματογραφική επιτυχία "Ποτέ την Κυριακή". Η ταινία, που είχε κυκλοφορήσει το 1960, είχε ήδη γνωρίσει μεγάλη απήχηση και η μεταφορά της στη σκηνή αποτελούσε ένα ιδιαίτερα σημαντικό βήμα.
Για τη θεατρική εκδοχή, ο Νίκος Κούρκουλος ανέλαβε τον ρόλο που είχε ερμηνεύσει στον κινηματογράφο ο Γιώργος Φούντας, δίνοντας στη σκηνική εκδοχή τη δική του προσωπική ερμηνεία. Δίπλα του, η Μελίνα Μερκούρη επέστρεψε σε έναν ρόλο που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με τη δική της καλλιτεχνική ταυτότητα.
Η Μελίνα σε μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της
Την εποχή εκείνη, η Μελίνα Μερκούρη βρισκόταν ήδη σε μία ιδιαίτερα ώριμη φάση της καριέρας της. Είχε κατακτήσει διεθνή αναγνώριση μέσα από τον κινηματογράφο και το θέατρο και η σκηνική της παρουσία είχε γίνει συνώνυμη με την ένταση, την αυθεντικότητα και τη μοναδική της προσωπικότητα.
Στο "Ίλια Ντάρλινγκ" είχε ξανά την ευκαιρία να μεταφέρει αυτή την ενέργεια σε ένα διεθνές κοινό. Δεν ήταν απλώς η πρωταγωνίστρια μιας παράστασης, αλλά μία καλλιτέχνις που έφερε μαζί της κάτι από τη δύναμη και το ιδιαίτερο ελληνικό ταμπεραμέντο που είχε ήδη αγαπηθεί εκτός Ελλάδας.
Ο Μάνος Χατζιδάκις και η Θεώνη Βαχλιώτη-Όλντριτζ
Η ελληνική παρουσία στην παράσταση δεν περιοριζόταν στους πρωταγωνιστές. Τη μουσική υπέγραφε ο Μάνος Χατζιδάκις, προσθέτοντας μία ακόμη μεγάλη καλλιτεχνική υπογραφή στην παραγωγή.
Τα κοστούμια δημιουργούσε η Θεώνη Βαχλιώτη-Όλντριτζ, μία από τις σημαντικές Ελληνίδες ενδυματολόγους με διεθνή καριέρα, η οποία είχε συνδέσει το όνομά της με σημαντικές θεατρικές και κινηματογραφικές παραγωγές.
Έτσι, το "Ίλια Ντάρλινγκ" αποτέλεσε μία συνάντηση πολλών κορυφαίων ελληνικών ταλέντων, σε μία εποχή όπου η διεθνής σκηνή αποτελούσε σημαντικό πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης.
Από τη Φιλαδέλφεια στο Broadway
Ο θίασος έφτασε στο Μανχάταν το φθινόπωρο του 1966 και ακολούθησε μία περίοδος εντατικών προβών. Πριν από την άφιξη στο Broadway, η παράσταση παρουσιάστηκε αρχικά στη Φιλαδέλφεια τον Ιανουάριο του 1967.
Ακολούθησε περιοδεία σε είκοσι πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών, πριν από την πολυαναμενόμενη πρεμιέρα στο Broadway. Το "Ίλια Ντάρλινγκ" έκανε πρεμιέρα στις 11 Απριλίου 1967 και παρέμεινε στη θεατρική σκηνή έως τον Ιανουάριο του 1968, σημειώνοντας σημαντική επιτυχία.
Η αναγνώριση ήρθε και μέσα από τις υποψηφιότητες για έξι βραβεία Tony, επιβεβαιώνοντας την απήχηση της παραγωγής.
Μία ιστορική στιγμή για την ελληνική σκηνή
Το συγκεκριμένο στιγμιότυπο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία αν σκεφτεί κανείς τι αντιπροσώπευε τότε η παρουσία δύο Ελλήνων ηθοποιών σε μία τόσο σημαντική σκηνή. Η Μελίνα Μερκούρη και ο Νίκος Κούρκουλος δεν συμμετείχαν απλώς σε μία μεγάλη παραγωγή του Broadway. Έφεραν μαζί τους μία ολόκληρη καλλιτεχνική παράδοση και απέδειξαν πως το ελληνικό θέατρο μπορούσε να συνομιλήσει με ένα διεθνές κοινό.
Και ίσως αυτό ακριβώς να κάνει τη φωτογραφία τόσο ξεχωριστή. Δεν βλέπουμε μόνο δύο σταρ στα παρασκήνια. Βλέπουμε δύο σπουδαίους Έλληνες καλλιτέχνες σε μία στιγμή κατά την οποία η προσωπική τους πορεία συναντά ένα πολύ μεγαλύτερο θεατρικό όνειρο.
Ανάμεσα στη σκηνή και σε μια νέα ζωή
Η ιστορία έχει και μία πιο προσωπική διάσταση. Την ίδια περίοδο, ο Νίκος Κούρκουλος πληροφορείται ότι πρόκειται να γίνει πατέρας για πρώτη φορά.
Έτσι, πίσω από τη θεατρική ένταση, τις πρόβες, τα φώτα και την προσμονή της πρεμιέρας, υπήρχε και μία βαθιά προσωπική συγκίνηση. Η καλλιτεχνική δημιουργία συναντούσε μία από τις σημαντικότερες στιγμές της προσωπικής του ζωής.