Με τη χώρα να βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ακραία κύματα ζέστης και τον υδράργυρο να ξεπερνά τους 40 βαθμούς Κελσίου, η μνήμη πολλών επιστρέφει στο καλοκαίρι του 1987. Έναν καύσωνα που έμεινε στην ιστορία όχι μόνο για τις θερμοκρασίες-ρεκόρ, αλλά κυρίως για το βαρύ ανθρώπινο τίμημα που άφησε πίσω του.
Από τις 19 έως τις 27 Ιουλίου, η Ελλάδα βίωσε εννέα ημέρες ακραίας ζέστης, με τις νύχτες να μην προσφέρουν καμία ανακούφιση. Στην Αθήνα η θερμοκρασία έφτασε τους 43,6°C, ενώ στη Θεσσαλονίκη άγγιξε τους 41,8°C. Το πιο ανησυχητικό, όμως, ήταν ότι ακόμη και μετά τη δύση του ήλιου ο υδράργυρος παρέμενε πάνω από τους 30 βαθμούς, δημιουργώντας αποπνικτικές συνθήκες.
Γιατί ο καύσωνας του 1987 αποδείχθηκε τόσο φονικός;
Σήμερα οι θερμοκρασίες αυτές μπορεί να μην προκαλούν την ίδια εντύπωση, όμως πριν από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες η Ελλάδα ήταν εντελώς απροετοίμαστη για ένα τόσο ακραίο φαινόμενο.
Τα κλιματιστικά αποτελούσαν πολυτέλεια και υπήρχαν σε ελάχιστα σπίτια, ενώ ακόμη και πολλά νοσοκομεία δεν διέθεταν επαρκή συστήματα ψύξης. Χιλιάδες ηλικιωμένοι, άτομα με καρδιαγγειακά και αναπνευστικά προβλήματα αλλά και άνθρωποι που ζούσαν μόνοι τους εγκλωβίστηκαν σε διαμερίσματα που μετατράπηκαν κυριολεκτικά σε "φούρνους".
Η υψηλή υγρασία και η άπνοια επιδείνωσαν ακόμη περισσότερο την κατάσταση, ενώ πολλοί προσπαθούσαν να προστατευθούν με ανεμιστήρες, βρεγμένες πετσέτες και συχνά ντους, αφού τα κλιματιζόμενα καταφύγια που γνωρίζουμε σήμερα δεν υπήρχαν.
Πάνω από 1.300 νεκροί – και ίσως ακόμη περισσότεροι
Οι επίσημες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περισσότερους από 1.300 θανάτους, ενώ αρκετές μεταγενέστερες αναφορές ανεβάζουν τον αριθμό ακόμη και στους 1.500. Υπάρχουν, μάλιστα, επιστημονικές εκτιμήσεις ότι οι συνολικοί θάνατοι που σχετίστηκαν έμμεσα με τον καύσωνα μπορεί να ήταν πολύ περισσότεροι.
Η αύξηση των θυμάτων ήταν δραματική. Οι πρώτοι θάνατοι καταγράφηκαν στις 22 Ιουλίου, όμως μέσα σε λίγες ημέρες ο αριθμός εκτοξεύτηκε. Στις 26 Ιουλίου οι νεκροί είχαν ήδη φτάσει περίπου τους 900, ενώ τις επόμενες δύο ημέρες προστέθηκαν εκατοντάδες ακόμη θύματα.
Οι εικόνες που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή
Ο καύσωνας δεν δοκίμασε μόνο τις αντοχές των πολιτών, αλλά και τις υποδομές της χώρας.
Τα νεκροτομεία γέμισαν ασφυκτικά, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθούν ακόμη και ψυγεία-βαγόνια του ΟΣΕ για τη διατήρηση των σορών μέχρι να πραγματοποιηθούν οι ταφές. Σε πολλά κοιμητήρια τα φέρετρα στοιβάζονταν περιμένοντας τη σειρά τους, ενώ το προσωπικό αναζητούσε πάγο για να καθυστερήσει την αποσύνθεση.
Την ίδια στιγμή, οι υψηλές θερμοκρασίες προκάλεσαν προβλήματα ακόμη και στις μεταφορές, καθώς οι σιδηροδρομικές γραμμές του ΗΣΑΠ παραμορφώθηκαν από τη θερμική διαστολή, οδηγώντας σε διακοπή της κυκλοφορίας στο τμήμα Πειραιάς – Ομόνοια.

Ο διεθνής Τύπος παρακολουθούσε με ανησυχία τις εξελίξεις. Οι New York Times περιέγραφαν μια πόλη που είχε μετατραπεί σε "μακάβριο καλοκαίρι", με τους νεκροθάφτες να εργάζονται αδιάκοπα κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Το καλοκαίρι που άλλαξε τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους καύσωνες
Ο καύσωνας του 1987 αποτέλεσε σημείο καμπής για τη χώρα. Μετά από εκείνο το τραγικό καλοκαίρι άρχισαν σταδιακά να διαμορφώνονται σχέδια πολιτικής προστασίας για τα ακραία καιρικά φαινόμενα, να αυξάνεται η χρήση κλιματιστικών και να δημιουργούνται κλιματιζόμενοι χώροι για την προστασία των ευάλωτων πολιτών.
Παράλληλα, έγινε σαφές ότι στους καύσωνες δεν είναι μόνο η μέγιστη θερμοκρασία που έχει σημασία, αλλά και η διάρκειά τους, οι υψηλές νυχτερινές θερμοκρασίες, η υγρασία και η αδυναμία του ανθρώπινου οργανισμού να ανακάμψει από τη συνεχή θερμική καταπόνηση.
Σήμερα, καθώς τα ακραία κύματα ζέστης γίνονται ολοένα και συχνότερα εξαιτίας της κλιματικής κρίσης, το καλοκαίρι του 1987 παραμένει η πιο τραγική υπενθύμιση ότι ο καύσωνας δεν είναι απλώς μια περίοδος υψηλών θερμοκρασιών. Είναι ένα ακραίο φυσικό φαινόμενο που μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία, ιδιαίτερα όταν οι ευάλωτοι άνθρωποι μένουν χωρίς προστασία.