0
SHARES

Την άνοιξη του 2015 είχα αναλάβει ένα άρθρο σε γνωστό μουσικό περιοδικό. Δύο εβδομάδες μετά είχα αρχίσει ήδη να το μετανιώνω. Η αποστολή του να εντοπίσεις και να πείσεις τον Δημήτρη Πουλικάκο, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Θάνο Ανεστόπουλο να σου απαντήσουν στην ερώτηση «Γιατί οι γυναίκες ερωτεύονται τους άντρες που ανεβαίνουν στη σκηνή;», αποδείχθηκε πιο περίπλοκη απ’ όσο είχα αρχικά φανταστεί. Από κάποιους άκουσα εξ’ αρχής ωραία πράγματα, από άλλους έφαγα απλά πόρτα. Ο πιο δύσκολος να βρεθεί ήταν ο Τζίμης Πανούσης.

«Άδικα παίρνεις τηλέφωνο δεν θα το σηκώσει». Ή «Και να το σηκώσει δε δίνει συνεντεύξεις εκτός κι αν υπάρχει κάποιος λόγος». Αυτά ήταν μερικά από τα αποκαρδιωτικά σχόλια που άκουσα στην προσπάθεια μου να βρω αυτόν που θεωρούσα -και συνεχίζω θεωρώ- ως τον πιο τρυφερά αστείο άνθρωπο που πέρασε ποτέ από την ελληνική πραγματικότητα και έτσι αποφάσισα να ζητήσω τη βοήθεια ενός φίλου που τον γνώριζε έστω και λίγο προσωπικά. Μία μέρα αργότερα το κινητό μου χτύπησε με τον ίδιο πληκτικό ήχο που χτυπούσε κάθε μέρα, για πολλά χρόνια, σε κάθε αδιάφορο και συνηθισμένο τηλεφώνημα κι εγώ απάντησα από το κουμπί του handsfree χωρίς καν να κοιτάξω το νούμερο στην οθόνη: «Ναι, η Αναστασία; Τζιμάκος εδώ! Μου είπαν ότι με ζήτησες». Η φωνή του χαμηλή, ήρεμη και συνεσταλμένη, σα να χαιρόταν που με άκουγε, αλλά και σαν να ντρεπόταν ταυτόχρονα και εγώ κοκαλωμένη με γουρλωμένα μάτια στον τοίχο πίσω από τον υπολογιστή του γραφείου μου. Με θυμάμαι να πετάγομαι από την καρέκλα και να ψελλίζω βιαστικά πως «ναι, ναι εγώ είμαι, εγώ σας ψάχνω, ήθελα να σας μιλήσω για ένα θέμα», νομίζω ότι είπα ολόκληρη τη φράση με μία μοναχά ανάσα. Οι λέξεις κολλημένες η μία πάνω στην άλλη, ακαταλαβίστικες σχεδόν, μην τυχόν και γίνει κάποιο λάθος, νομίσει πως έχει καλέσει λάθος αριθμό και μου το κλείσει.

(Γιατί αγαπώ τον Τζίμη Πανούση: Για τον τρόπο που χαμήλωνε τα μάτια του κάθε φορά που έλεγε ένα αστείο, σα να δείλιαζε και να φοβόταν, αβέβαιος αλλά και βέβαιος την ίδια στιγμή πως όλοι θα γελάσουν. Για το γεγονός ότι συνήθως δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος αν μιλούσε σοβαρά ή αν έκανε πλάκα. Για την ατάκα «Δεν είμαστε για να παίρνουμε βραβεία, είμαστε για να παίρνουμε τα βουνά». Για το κλασικό σκετσάκι με τον ήλιο του ΠΑΣΟΚ. Για το «Ερωτικό» από τς Μουσικές Ταξιαρχίες). 

Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μου του έθεσα το αρχικό ερώτημα μου. Όσο απαντούσε σχεδόν δεν το πίστευα. Άρχισε να μου μιλάει με περιγραφικό τρόπο για τα χρόνια των Μουσικών Ταξιαρχιών, για εκείνον τον φοβερό και τρομερό πρώτο δίσκο, για τις πετυχημένες περιοδείες σε όλη την Ελλάδα. Μου μίλησε με ειλικρίνεια για τα κορίτσια που τρελαινόντουσαν για χάρη τους και περίμεναν υπομονετικά κάθε βράδυ μετά τις συναυλίες για να πάνε μαζί τους οπουδήποτε. Στο σπίτι ή στα κουλ κλαμπ της πόλης. «Α οι γυναίκες μας είχαν υπομονή και κατανόηση. Ήταν άλλα χρόνια εκείνα, της κοινοκτημοσύνης. Δεν μας ενοχλούσαν αυτά, καμιά φορά μέναμε και όλοι μαζί,» είχε πει και είχα ακούσει την ανάσα του να χαμογελάει στην άλλη άκρη του ακουστικού. Δεν θυμάμαι με ποιον τρόπο η συζήτηση οδηγήθηκε από την ελληνική ροκ μουσική σκηνή και το σεξ στο θέμα της ανεργίας στην Ελλάδας. Τώρα που το σκέφτομαι, με τα 5 ολόκληρα χρόνια απόστασης να με χωρίζουν πια από εκείνο το απίστευτο πρωινό, μάλλον η συζήτηση πήγε αναπάντεχα εκεί γιατί ήθελε ο ίδιος να την πάει. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπος που σκηνοθετούσε προσεκτικά τα απολαυστικά σκετσάκια του, τα οποία πάντα ξεκινούσαν από το σημεία Α και κατέληγαν με θεαματικά σουρεαλιστικό τρόπο στο σημείο Χ. Στις ιστορίες του πάντα τα γεγονότα έτρεχαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και οι χαρακτήρες έκαναν μόνιμα αυτό που δεν περίμενε κανείς να κάνουν.

«Εμείς τότε κάναμε πράγματα επειδή τα γουστάραμε, επειδή είχαμε όραμα. Τώρα οι νέοι δεν έχουν απολύτως κανένα όνειρο, καμία επιθυμία. Το μεγαλύτερο όνειρο τους είναι να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι και να κάθονται μία ζωή πίσω από ένα γραφείο,» είπε σχεδόν νευριασμένος, συνειδητοποίησα πως δυσκολευόμουν να τον φανταστώ σε αυτή την κατάσταση επειδή έκανε σταθερά πλάκα με τα πάντα, ακόμα και με τα πιο τραγικά πράγματα στον κόσμο. Γρήγορα η κουβέντα κλιμακώθηκε κι εγώ τον άκουγα καθηλωμένη. 

Μου έλεγε για τους Έλληνες που δεν θέλουν να κάνουν χειρονακτική εργασία, για τους αλλοδαπούς που στην πραγματικότητα δεν μας παίρνουν τις δουλειές, για την απόφαση μίας φίλης του πάει να στην επαρχία και να καλλιεργεί ντομάτες-δεν κατάλαβα ποια φίλη του ακριβώς ήταν αυτή, έλεγα μόνο «ναι» λες και δεν ήξερα άλλη λέξη για να πω, από ένα σημείο και μετά είχα μπερδευτεί τελείως. Υπό μία έννοια αυτό υπήρξε το πιο περιπετειώδες τηλεφώνημα της ζωής μου, συμπεριλαμβανομένων ερωτικών τηλεφωνημάτων με δραματική κατάληξη.

Το επόμενο πράγμα που τον άκουσα να μου λέει ήταν «Και έγινε βίγκαν. Ακούς; Βίγκαν! Της την βάρεσε και δεν έτρωγε καθόλου κρέας. Για δέκα χρόνια. Η κοπέλα έτρωγε μόνο ντομάτες. Και ξέρεις τι έπαθε; Πέθανε! Από αφρώδη πυρετό. Ναι, ναι, από εκεί να καταλάβεις μυαλό». Έπειτα σιωπή. Σταμάτησε να μου μιλάει και περίμενε την αντίδραση μου. Κάπως έτσι θα έκανε και στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο όταν θα είχε εκτοξεύσει ένα απίθανο αστείο επί σκηνής. Μετά από μία παύση, ξέσπασα σε παταγώδη γέλια. Τότε κατάλαβα μετά από 15 λεπτά αφήγησης, κατά πάσα πιθανότητα μου έκανε πλάκα από το πρώτο κι όλας δευτερόλεπτο. Γελούσα στην γραμμή για ώρα. Γελούσε κι εκείνος. Με εκείνο το ήσυχο, ήπιο γέλιο του, το γέλιο ενός μικρού παιδιού που είχε κάνει μόλις σκανταλιά.Συνέχισα να γελάω για ώρα αφού είχαμε κλείσει το τηλέφωνο. Μεταξύ μας, γελάω ακόμα.

Πλέον πιστεύω ότι γι' αυτό μπήκε στη διαδικασία να με πάρει εκείνο το απίστευτο τηλέφωνο. Για να πει μία ιστορία με ιλιγγιώδη εξέλιξη, για να κάνει, όπως στα σκετσάκια του, αυτό που δεν περίμενε ποτέ κανείς να κάνει. Για να σπάσει πλάκα, για να δοκιμάσει, ίσως, ένα αστείο που είχε κατά νου. Ποιος ξέρει; 

*Ο Τζίμης Πανούσης έφυγε από τη ζωή στις 13 Ιανουαρίου του 2018.

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS