Η περίοδος της καραντίνας, αν και νεκρή από άποψη συναυλιών, υπήρξε εξαιρετικά δημιουργική για κάποιους καλλιτέχνες. Ανάμεσα σε αυτούς και ο Γιάννης Μήτσης, που ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει νέο άλμπουμ, με τα περισσότερα τραγούδια σε δική του μουσική, σε παραγωγή του Γιώργου Ανδρέου.

Το πρώτο single του είναι μια συνεργασία με την Κορίνα Λεγάκη, «Οι ψυχές μας θα ‘ναι πάντα εδώ», σε μουσική και στίχους Νόμικ. «Αγαπώ πολύ τον ήχο του Γιάννη», έχει πει η ίδια «επειδή ισορροπεί όμορφα ανάμεσα στο ελληνικό και στο “ξένο” - ίσως επειδή είμαι κι εγώ μισή Ελληνίδα και μισή Σουηδή. Όλα αυτά τα χρόνια που ερμηνεύω στη σκηνή και που δισκογραφώ προσπαθώ, είτε συνειδητά είτε όχι, να συνδυάσω τις δυο μου καταγωγές».

Τον Γιάννη Μήτση ίσως τον γνωρίζουμε, αν υπήρξαμε λάτρεις της ελληνικής ροκ των '90s και '00s, ως ντράμερ των «Ξύλινων Σπαθιών». Είναι όμως, πρωτίστως, ένας μουσικός με πάθος, χάρισμα και πλούσια προσωπική δισκογραφία. Μέτοχος του φαινομένου της γεμάτης ενέργεια και έμπνευση μουσικής σκηνής που αναπτύχθηκε στη βόρεια Ελλάδα. Θεσσαλονικιός και πολίτης του κόσμου, συνθέτης “δικών μας” και “ξένων” μελωδιών, παιδί του Σαββόπουλου και του Παπάζογλου, συνομιλητής του Μάλαμα, του Θανάση Παπακωνσταντίνου, του Παυλίδη, του Ζερβουδάκη, του Πορτοκάλογλου. Ενόψει της κυκλοφορίας του καινούριου δίσκου του, μίλησε στο womanTOC για το χτες και το σήμερα.

Αυτοπροσδιορίζεστε ως «προσκυνητής της ροκ και της ηπειρώτικης παράδοσης». Ποιες μουσικές συγγένειες έχουν αυτά τα δύο είδη;

«Ο συγκερασμός των δύο ήταν αναπόφευκτος. Σε όλες τις εποχές, όπου και να κοιτάξεις, οι νέοι καλλιτέχνες πάτησαν στην παράδοση που ήταν οι βάσεις τους, το παρελθόν και το παρόν τους και κοίταξαν το μέλλον μέσα από το νεωτερισμό. Στη δική μου εποχή ο νεωτερισμός ήταν η ροκ μουσική. Την παράδοση την έχω μέσα μου. Αγγίζει τον βαθύ μου συναισθηματικό και βιωματικό κόσμο. Το ροκ είναι πια επίσης μέρος της “παράδοσης” μου. Μεγάλωσα με αυτό. Το πείραμα έγινε τότε και συνεχίζει να γίνεται και σήμερα. Με άλλες οπτικές, άλλες παραμέτρους. Ξανακοιτάμε την παράδοση αλλά αυτή τη φορά μέσα από το βλέμμα της ροκ και όχι το αντίστροφο».

«Σε όλες τις εποχές, όπου και να κοιτάξεις, οι νέοι καλλιτέχνες πάτησαν στην παράδοση που ήταν οι βάσεις τους, το παρελθόν και το παρόν τους και κοίταξαν το μέλλον μέσα από το νεωτερισμό»

Ποια ήταν η πιο δυνατή παιδική μουσική ανάμνησή σας από τα Ζαγοροχώρια, όπου, όπως έχετε γράψει, «οι άνθρωποι άκουγαν μουσική μόνο στα πανηγύρια, στους γάμους και στους θανάτους»;

«Τα χωριά μας στο Ζαγόρι, τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, έως και τα οκτώ μου περίπου, δεν είχαν ρεύμα. Οπότε, όταν έρχονταν τα όργανα, έτσι τα λέγαμε, γινόταν ολόκληρη προετοιμασία για την ημέρα της γιορτής. Το συγκλονιστικό για εμένα ήταν πως οι άνθρωποι, εκείνοι της καθημερινότητας, την ημέρα του πανηγυριού άλλαζαν, γινόταν κάτι άλλο. Τους συνέπαιρνε ο ήχος, ο χορός, τα συναισθήματα τους... Κάποιοι μπρος στον ήχο των οργάνων εκστασιάζονταν, έβγαζαν τα ρούχα τους, ήταν κάτι το διονυσιακό. Αυτή η μεταμόρφωση που συνέβαινε μπροστά στα μάτια μου ήταν συναρπαστική. Κι αυτό είναι που με έκανε να θέλω να μπω στον κόσμο του ήχου, από την πλευρά όμως των μουσικών».

Πώς γνωριστήκατε με τον Παύλο Παυλίδη και, αργότερα, ενταχθήκατε στα «Ξύλινα Σπαθιά»; Αν θα έπρεπε να ξεχωρίσετε μια κορυφαία εμπειρία από εκείνη την εποχή, ποια θα ήταν;

«Με τον Παύλο γνωριστήκαμε στο Παρίσι όταν ήμασταν είκοσι χρονών. Από την πρώτη μέρα αρχίσαμε να δουλεύουμε μαζί μουσικές του Παύλου. Δουλέψαμε αρκετά χρόνια παρέα. Ο Παύλος ήταν άνθρωπος που δούλευε ασταμάτητα. Θυμάμαι ξεκινούσαμε να δουλεύουμε μαζί το πρωί, τον άφηνα να πάω στη δουλειά και στο πανεπιστήμιο και γυρνούσα το βράδυ για να τον βρω ακόμα εκεί. Δούλευε ως αργά τη νύχτα. Κάθε μέρα τα κομμάτια είχαν και μια αναπάντεχη εξέλιξη. Ειδικά οι στίχοι». 

«Κάποιοι μπρος στον ήχο των οργάνων εκστασιάζονταν, έβγαζαν τα ρούχα τους, ήταν κάτι το διονυσιακό. Αυτή η μεταμόρφωση που συνέβαινε μπροστά στα μάτια μου ήταν συναρπαστική».

Αν τα Ξύλινα Σπαθιά τα δημιούργησε «μια εποχή που είχε ανάγκη από συγκροτήματα», τι έχει ανάγκη το σήμερα;

«Το σήμερα σε σχέση με την εποχή των Σπαθιών έχει μεγάλη διαφορά. Η μουσική βιομηχανία έχει αλλάξει εντελώς, όπως και ο τρόπος που παράγεται η μουσική, ο χώρος και το κόστος. Ξεκάθαρα έχει αλλάξει και ο τρόπος που το κοινό βιώνει τη μουσική. Το σημαντικότερο όμως, νομίζω, είναι ο τρόπος που παράγεται. 

»Όταν ξεκίνησα να ακούω, να παίζω και έπειτα να γράφω μουσική, ήμασταν εμείς και ο απέραντος κόσμος της μουσικής, που άγνωστος, αλλά κάπου εκεί έξω, περίμενε να τον ανακαλύψουμε. Παίρναμε τα όργανά μας και προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε πώς το κάνει ο Χέντριξ (για παράδειγμα), μέσα από τις κασέτες. Μαζευόμασταν παρέες, διαλέγαμε όργανα και ξεκινούσαμε μια μπάντα. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον να ανακαλύψει τη μουσική. 

»Τώρα ο δημιουργός είναι αλλιώς. Κάθεται μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή του και ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται στα πόδια του, έτοιμος να τον αγγίξει με ένα κλικ. Δεν χρειάζεται να το παιδέψει και πολύ, μπορεί να διαλέξει τον ήχο του από μια βιβλιοθήκη ηχογραφημένων ήχων, να τα κολλήσει όλα μαζί και εγένετο! Είναι αυτός, μόνος, και εκεί έξω είναι ο κόσμος. Και δεν μιλάω μόνο για αυτή την περίοδο που διανύουμε με την πανδημία». 

«Παίρναμε τα όργανά μας και προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε πώς το κάνει ο Χέντριξ (για παράδειγμα), μέσα από τις κασέτες. Μαζευόμασταν παρέες, διαλέγαμε όργανα και ξεκινούσαμε μία μπάντα»

Πώς έχει διαμορφωθεί η μουσική σας μέσα στα χρόνια; Ποιες είναι οι μεγαλύτερες πηγές έμπνευσης και επιρροές σας;

«Υπήρξαν πολλοί άνθρωποι στη ζωή μου που επηρέασαν την αντίληψή μου για τη μουσική και αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης. Από τους δασκάλους μου στις σχολές μέχρι τους ανθρώπους με τους οποίους έπαιξα μουσική, είναι πολλοί για να τους αναφέρω όλους. Ο Ρασούλης και ο Ζήκας, για παράδειγμα, ο Δερμιτάσογλου και η Βελεσιώτου, τα παιδιά από τους VIC, είναι κάποιοι από τους πολλούς, που πορευτήκαμε καιρό παρέα. Αλλά και όλοι εκείνοι που δεν γνώρισα προσωπικά αλλά μελέτησα και οι οποίοι διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα μου, τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τη ζωή και τη μουσική ως κομμάτι της».

Πώς προέκυψε η συνεργασία με την Κορίνα Λεγάκη στο «Οι Ψυχές Μας Θα ‘Ναι Πάντα Εδώ»;

«Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του αλμπουμ, ο ντράμερ είχε την ιδέα να προτείνουμε στην Κορίνα Λεγάκη να το τραγουδήσει μαζί μου. Συμφώνησα να της το στείλουμε αμέσως μιας και για εμένα η Κορίνα έχει μια φωνή παγκόσμια, ξεπερνάει τα σύνορα του τόπου μας, είναι μια μεγάλη φωνή. Επιφυλακτικός ήμουν μόνο για το αν θα ταιριάζαμε ως ντουέτο. Το αποτέλεσμα ξεπέρασε τις προσδοκίες μου, οι φωνές μας ταίριαξαν πολύ αρμονικά και το κομμάτι πήρε άλλη διάσταση. Έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μας».

«Η Κορίνα έχει μια φωνή παγκόσμια, ξεπερνάει τα σύνορα του τόπου μας, είναι μια μεγάλη φωνή. Επιφυλακτικός ήμουν μόνο για το αν θα ταιριάζαμε ως ντουέτο. Το αποτέλεσμα ξεπέρασε τις προσδοκίες μου»

Ποιες προκλήσεις έχετε αντιμετωπίσει ως καλλιτέχνης στη διάρκεια της καραντίνας; Και ποιες είναι οι πολυτιμότερες διέξοδοί σας αυτή την εποχή;

«Η δική μου πρόκληση είναι η απομόνωση. Ως δημιουργός, το να βρεθώ με τους συνεργάτες μου δεν ήταν εύκολο. Για το κοινό και την επαφή ούτε συζήτηση…  Αλλά ταυτόχρονα η καραντίνα μού έδωσε χρόνο να δημιουργήσω. Να κάτσω και να γράψω καινούρια κομμάτια. Η απάντησή μου στην πρωτόγνωρη αυτή κατάσταση ήταν ενστικτωδώς η δημιουργία. Έκανα πρώτα τη “Δεύτερη ανάσα”  [κυκλοφόρησε ψηφιακά το 2020] και έπειτα ακολούθησε όλο το άλμπουμ, το οποίο θα κυκλοφορήσει από τη Formiggart. Είμαι πολύ χαρούμενος για την κυκλοφορία του και ευχαριστώ γι’ αυτό όλους τους συνεργάτες μου, που ξεπέρασαν τα πρακτικά εμπόδια του καιρού μας, τον Γιώργο Ανδρέου, την Κορίνα Λεγάκη, τον Κώστα Φασουλά, τη Μάγδα Κατσάκου, τον Νόμικ, τους μουσικούς που συμμετείχαν στις ηχογραφήσεις και όλους εκείνους που “σχεδίασαν” το ψηφιακό μου άλμπουμ».

Παρακολουθήστε το «Οι ψυχές μας θα ‘ναι πάντα εδώ»:

Info

Ακολουθήστε τον Γιάννη Μήτση: Spotify, Facebook, YouTube. Ακολουθήστε την Κορίνα Λεγάκη: Spotify, Facebook, YouTube, Instagram

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS