Παρουσιαστής, ραδιοφωνικός παραγωγός-dj, δημοσιογράφος, σοβαρός μουσικόφιλος και συλλέκτης δίσκων. Ο Γιώργος Πολυχρονίου είναι ο ζωντανός μύθος του ελληνικού ραδιοφώνου και τηλεόρασης, καθώς και της ελληνικής μουσικής, μια κινητή βιβλιοθήκη γνώσεων πάνω στο αντικείμενό του. Έχει ζήσει τις χρυσές εποχές της διασκέδασης και του lifestyle και έχει γράψει πολλά χιλιόμετρα σε τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό χρόνο, μετράει ανεπανάληπτες επιτυχίες στην καριέρα του, όπως επίσης έχει ζήσει πάρα πολύ έντονες προσωπικές στιγμές.

Σεμνός, σοβαρός, αστείος, ζωηρός, με χιούμορ, με ειλικρίνεια, με γνώσεις. Συμπαθής όσο δεν παίρνει.

Τον Γιώργο Πολυχρονίου ευτύχησα να τον γνωρίσω πριν αρκετά χρόνια, όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα στη δημοσιογραφία και να τον ζήσω από κοντά -δουλεύαμε στους ίδιους χώρους-, τον εκτιμούσα βαθιά πάντα, χανόμασταν και βρισκόμασταν, όμως πάντα υπήρχε μια αμοιβαία συμπάθεια-φιλία.

Η συγκεκριμένη συνέντευξη πέρασε από 40 κύματα, καθώς ήθελα να την κάνω από καιρό και είτε συναντιόμασταν και δεν την ολοκληρώναμε γιατί μιλούσαμε για όλα τα άλλα, είτε όταν τηλεφωνιόμασταν μιλούσαμε για άσχετα θέματα. Την πρώτη μέρα της 2ης καραντίνας καταφέραμε και την κάναμε, τελικά, μέσω τηλεφώνου και ο ίδιος μου είπε χαριτολογώντας «πάμε από την αρχή, γιατί μόνο ο Φώσκολος λείπει για να υπογράψει με τα τόσα επεισόδια που έχουμε κάνει για αυτή την συνέντευξη». 

Σεμνός, σοβαρός, αστείος, ζωηρός, με χιούμορ, με ειλικρίνεια, με γνώσεις. Συμπαθής όσο δεν παίρνει.

-Έρχεται η περίοδος της ιδιωτικής τηλεόρασης, της μεγάλης άνθησης. Τηλεόραση ΑΝΤ1 και η πρώτη εικόνα του καναλιού ήταν ο Γιώργος Πολυχρονίου...

Ναι, δεν σου κρύβω τώρα με την αφορμή αυτή που λες, με κάλεσε και ο Σρόιτερ σε μία εκπομπή που ήταν να κάνω για τα τριάντα τόσα χρόνια, δεν θυμάμαι, της ιδιωτικής τηλεόρασης. Θα γίνει ένα πρόγραμμα, ρε παιδί μου, tribute στην ιδιωτική τηλεόραση, τριάντα χρόνια και σκέφτομαι να του πω αυτά που θα σου πω εσένα. Ήταν μία ρομαντική εποχή της νεογέννητης ιδιωτικής τηλεόρασης. Είχαν αρχίσει βεβαίως οι πρωτοβουλίες και τα negotiations μήνες πριν λειτουργήσουν οι ιδιωτικοί σταθμοί. Ήξερα περίπου την ημερομηνία έναρξης και η Πρετεντέρη η Άννα η μακαρίτισσα, η μαμά του Γιάννη με ήξερε από την ΕΡΤ, που ως τότε διευθυντής μάρκετινγκ τους έστελνα καλλιτέχνες για τα μουσικά τους προγράμματα στην κρατική τηλεόραση. Δεν υπήρχε ιδιωτική ακόμα. Δεκαετία 1980 σου λέω. Και μου λέει: «Γιώργο, έφυγα από την ΕΡΤ και πήγα στον Κυριακού», όπου μαζί με το Στέλιο Ελληνιάδη θα είμαστε οι εσωτερικοί παραγωγοί με τον Σούντρη επικεφαλής. Η εταιρεία παραγωγής του ANT1 δηλαδή. Των εσωτερικών παραγωγών. Και μου λέει, σε θέλω να κάνεις και ένα δοκιμαστικό, γιατί σου πάει εσένα αυτό, ένα δοκιμαστικό για ένα τηλεπαιχνίδι που θα κάνουμε με την έναρξη της λειτουργίας του ΑΝΤ1, αλλά πρέπει να το ετοιμάσουμε από τώρα αφού κάνουμε τους πιλότους και δοκιμάζουμε δεκαοχτώ άτομα. Και λέω «θα είμαι και εγώ ένας από τους δεκαοχτώ υποψήφιους; Δεν έχω ελπίδες αν φέρετε επώνυμους». Μου λέει: «Εγώ πιστεύω ότι είσαι πρώτος υποψήφιος». Ήξεραν όμως ότι δεν είμαι άνθρωπος της τηλεόρασης. Δεν μου πολυάρεσε. Δεν ήμουν ερωτευμένος. Ήμουν ερωτευμένος με το ραδιόφωνο. Και με φοβόντουσαν, ότι δεν θα πάω όταν έρθει η στιγμή των γυρισμάτων, των πιλοτικών γυρισμάτων. Που είχα αντιπάλους τον Γιάννη Καραλή τον συνθέτη, τον Τσαουσόπουλο, τον Αντώνη Καφετζόπουλο κ.ά. Μιλάμε τώρα για θηρία. Και τελικά, να μη σ' τα πολυλογώ, μέχρι και ο Βιντιάδης που θα ήταν ο σκηνοθέτης -του οποίου η γυναίκα βέβαια τότε ήταν η καλλιτέχνιδά μου στη SONY, η Πωλίνα-, με πήρε τηλέφωνο από το Μαρόκο -όπου θα έκανε ένα γύρισμα για το video clip της Άννας Βίσση για το άλμπουμ «Η Φωτιά», το 1989-, στο σπίτι μου, νύχτα, για να μου πει (δεν υπήρχαν τότε κινητά, γι’ αυτό στο λέω), μην τυχόν και δεν πάω αύριο γιατί με φοβότανε ότι δεν θα πάω. Τελικά πήγα, έστω και στο στυλ «τραβάτε με και ας κλαίω», έκανα πρόχειρα και τελείως αμήχανα και απροετοίμαστα ένα δοκιμαστικό, ήταν δώδεκα άτομα επιτροπή για να επιλέξουνε τον καλύτερο από τους δεκαοχτώ υποψηφίους παρουσιαστές του "Τροχού της Τύχης». Και επέλεξαν εμένα. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία.

Μεταγραφές από το κρατικό στο ιδιωτικό, νέα ταλέντα, αυθεντικές και αντικειμενικές και αμερόληπτες επιλογές. Ήταν όλα αμερόληπτα. Ήταν άλλη εποχή, της καλής τηλεόρασης, της αυθόρμητης, της αθώας ίσως…

 

Και υπήρχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον του κοινού για την ιδιωτική τηλεόραση. Μεταγραφές από το κρατικό στο ιδιωτικό, νέα ταλέντα, αυθεντικές και αντικειμενικές και αμερόληπτες επιλογές. Ήταν όλα αμερόληπτα. Ήταν άλλη εποχή, της καλής τηλεόρασης, της αυθόρμητης, της αθώας ίσως… Ήταν μαγευτική η περίοδος συγκριτικά με τη σκληρή τηλεόραση, να το πω έτσι κομψά, των τελευταίων ετών, ήταν ρομαντικά. Ένα ξεκίνημα πολύ καλό. Είχε τρομερή θεαματικότητα και αναδείχθηκε από τους Αμερικανούς της CBS FOX, που ήτανε η εταιρεία παραγωγής του Τροχού, η καλύτερη version, νούμερο ένα του original αμερικανικού Τροχού Της Τύχης. Έγινε και τελετή και παραβρέθηκα εγώ με την Κρίστα. Είχε έρθει και η Μάγκυ τότε μαζί μας στην Αμερική. Και συμμετείχαμε και στον Τροχό Της Τύχης σαν ζευγάρι. Όλα τα ζευγάρια του Τροχού Της Τύχης συμμετείχαν και εκεί, μετά από ένα δείπνο, ο πρόεδρος της CBS FOX ανακοίνωσε ότι ο Τροχός της Τύχης του ANT1 της Ελλάδας αναδείχθηκε από την επιτροπή η δική τους η καλύτερη version, με δεύτερη την ολλανδική.

Με την Κρίστα στον «Τροχό της τύχης» (1991)
Mε την Κρίστα συμμετέχουμε ως guests στον αμερικανικό «Τροχό της Τύχης» (Φλόριντα, 1992)

-Πιστεύατε ποτέ ότι θα ζούσατε μια τόσο μεγάλη επιτυχία;

Δεν με συγκινούν αυτά, Σπύρο μου. Ποτέ δεν με συγκινούσαν. Ήθελα να μιλάω πάντα μόνο με την δουλειά μου, με σεμνότητα και σοβαρότητα. Ξέρεις πόσοι με έχουν καλέσει, δήμαρχοι και λοιπά, και τελευταία στιγμή δεν πήγα; Για να με βραβεύσουν για να με κολακεύσουν με ένα τιμητικό τίτλο και δεν έχω πάει;

Ο G.Poly στον πειρατικό σταθμό του.

-Και ο έρωτας με το ραδιόφωνο πώς προέκυψε;

Ο έρωτας προέκυψε όταν ήμουν μικρός. Δώδεκα ετών είχα μικρόφωνο μπροστά μου και έκανα εκπομπές στο σταθμό που είχε αγοράσει ο πρώτος μου ξάδερφος, ο αγαπημένος μου πρώτος ξάδερφος, ο Στέλιος Πολυχρονίου, και ο ίδιος είχε και τη σκέψη του ονόματος του πειρατικού μας σταθμού στα μεσαία, εννοείται παράνομου όπως όλοι της εποχής, GS Poly, Γιώργος-Στέλιος Πολυχρονίου. Και έτσι ξεκίνησα στα δώδεκά μου. Πήγαινα Α’ γυμνασίου. Αυτός ήταν δεκαοχτώ ετών, βέβαια. Τελείωνε το λύκειο. Ήταν πιο μεγάλος από εμένα κατά έξι χρόνια, ήταν και ερωτευμένος με τη Δέσποινα, όπου η Δέσποινα ήταν και το κίνητρό του. Το άλλο κίνητρο ήταν η μόδα. Ήταν μεγάλη μόδα οι σταθμοί. Σου έχω ξαναπεί ότι το ραδιόφωνο έγινε μόδα. Το ραδιόφωνο στην Ελλάδα, εννοώ, έγινε πρώτα μόδα στη μορφή των πειρατικών σταθμών, το 1960. Μόνο στη δεκαετία του '60, και λίγο το 1970, μέχρι την εποχή που έκλεισε ο πειρατικός Τζερόνιμο Γκρούβι. Μετά έγινε ντεμοντέ. Ξεφούσκωσε το πειρατικό ραδιόφωνο στα μεσαία, όπως το χρηματιστήριο το 1999 στην Ελλάδα. Ακόμα υπάρχουν ερασιτέχνες που μιλάμε γι’ αυτό. Έγινε και τηλεοπτική εκπομπή στην ΕΡΤ, δεν ξέρω άμα το είδες.

-Βέβαια, βέβαια.

Ναι. Λοιπόν, ήταν πολύ μόδα. Όλος ο κόσμος άκουγε πειρατικούς. Εμείς κάναμε επιτυχίες στις δισκογραφικές εταιρείες. Από τότε οι δισκογραφικές εταιρείες στην Ελλάδα κυνηγούσαν τους καλούς μουσικούς παραγωγούς που είχαν πειρατικό σταθμό να τους δίνουνε δωρεάν δείγματα. Κατάλαβες;

Φοιτητικά χρόνια. Λονδίνο, '70s
G.Poly (1985)

-Κατάλαβα. Ωστόσο θέλω να σταθούμε λίγο σ’ αυτό τώρα. Η εξέλιξη που έχει σήμερα η τηλεόραση και το ραδιόφωνο σε σχέση με το ίντερνετ. Πώς είναι; Δηλαδή πώς τα βλέπετε; Οι διαφορές του τότε με το σήμερα.

Το ίντερνετ είναι και σύμμαχος αλλά και αντίπαλος της τηλεόρασης. Είναι σύμμαχος το διαδίκτυο της τηλεόρασης γιατί πολλές εκπομπές διαφημίζονται μέσω τηλεόρασης. Βλέπω δηλαδή στιγμιότυπα Big Brother, στιγμιότυπα του τάδε, τι είπε ο guest Τράγκας στην εκπομπή της Στεφανίδου. Έχει ένα κομμάτι 20 λεπτά. Αυτό σημαίνει προβολή της εκπομπής και του καναλιού.

-Σωστά.

Από τη στιγμή η μόδα δεν είναι η τηλεόραση, ούτε το ραδιόφωνο. Είναι απλώς σε συμπαθητικά level ενδιαφέροντος του ελληνικού κοινού. Η μόδα είναι το ίντερνετ. Και όταν διαφημίζεις ένα πράγμα στο ίντερνετ δωρεάν, όπως είναι τηλεοπτικά στιγμιότυπα μιας εκπομπής, η προβολή των πρωταγωνιστών μιας τηλεοπτικής σειράς από τους παρουσιαστές της εκπομπής είναι μία ζωντανή δωρεάν σούπερ διαφήμιση. Άρα στην περίπτωση αυτή το ίντερνετ λειτουργεί ευεργετικά, φιλικά και συμπαραστατικά στην ελληνική τηλεόραση. Η άλλη πλευρά, όμως, είναι ότι ένας που δεν βλέπει τηλεόραση όπως εγώ -βλέπεις, τώρα με παίρνεις στις 10:30 και η τηλεόρασή μου είναι κλειστή, δεν με αφορά, γιατί αυτά που θα έβλεπα τα ξέρω ήδη από το διαδίκτυο-, συνεπώς αυτός που δεν βλέπει τηλεόραση, αντιπαρέρχεται τις τηλεοπτικές διαφημισούλες που σου έλεγα και απασχολείται με το διαδίκτυο, με τα δικά του ενδιαφέροντα, επαγγελματικά, μουσικά, πολιτιστικά, επιστημονικά, γκομενικά κτλ. Ο οποιοσδήποτε Έλληνας πολίτης έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο και τον ελεύθερο χρόνο του προτιμάει να τον καταναλώσει εκεί παρά στην τηλεόραση του σπιτιού του. Άρα, εκεί λειτουργεί εχθρικά το διαδίκτυο κατά της τηλεόρασης. Λειτουργεί ευεργετικά σ’ αυτό που σου προείπα. Στο ραδιόφωνο δεν έχει γίνει ακόμα μόδα το να ακούει κάποιος ραδιόφωνο ιντερνετικά, αλλά αρχίζει σιγά-σιγά να γίνεται, το βλέπω και στον εαυτό μου.

Σε μια από τις πολλές εξόδους με το ζευγάρι Αλίκη Βουγιουκλάκη, Βλάσση Μπονάτσο & τον Αντώνη Βαρδή
Mega Banca, 1995, με την Ελένη Μενεγάκη

-Από πού αντλείτε δύναμη για να συνεχίζετε με τον ίδιο ρυθμό, με την ίδια αγάπη, με το ίδιο πάθος;

Όταν αγαπάς ένα πράγμα, νομίζω μ’ αυτό τελειώνει και η ζωή σου. Είτε είναι έμψυχο, είτε είναι άψυχο. Όταν αγαπάς τον γιο σου, την κόρη σου, τη γυναίκα σου, τον ξάδερφό σου, τον αδελφό σου, πάντα θα τον αγαπάς έστω και αν ενδιάμεσα μπορεί να τσακωθείς. Νομίζω αυτό είναι αυθόρμητο. Και σου έχω ξαναπεί ότι μάλλον γεννήθηκα γι’ αυτό. Δεν έχει σημασία αν πέτυχα ή δεν πέτυχα. Μπορούσα να το έχω μόνο χόμπι και να ήμουν ένας, ξέρω 'γώ, καθηγητής αγγλικών ή τραπεζικός υπάλληλος. Δεν έχει σημασία. Ξέρεις πόσοι ταλαντούχοι και πόσοι άρρωστοι με κάποιο χόμπι τους χάθηκαν, γιατί δεν έτυχε ή δεν προσπάθησαν να το κάνουν επάγγελμα αυτό το χόμπι; Και χάθηκαν από τα γουστόζικα πράγματα και έκαναν κάτι άλλο που επίσης μπορεί να το αγάπησαν. Έτσι; Ξέρω πολλά παραδείγματα, γι’ αυτό σου λέω. Πολλοί ταλαντούχοι χάθηκαν, του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης, εννοώ των μέσων ενημέρωσης...

-Πάμε πάλι πίσω στον χρόνο και στη λατρεία του βινυλίου;

Ξεκίνησα ακούγοντας τον αμερικάνικο σταθμό. Πιο μπροστά που δεν υπήρχε αυτός άκουγα μουσικές εκπομπές στο κρατικό ραδιόφωνο. Το χαρτζιλίκι μου έφευγε όλο σε δίσκους και όχι σε γλυκά ή σουβλάκια. Και έτσι ερωτεύτηκα τον δίσκο. Ήταν ο πρώτος μου έρωτας. Αρκεί να σου πω ότι τις Κυριακές το μεσημέρι, εκεί στα πεντέμισι, που έφευγε ο μπαμπάς μου να πάει στο γήπεδο και η αδελφή μου με τη μαμά μου κοιμόντουσαν, έφευγα από τον Υμηττό να πάω στο Παγκράτι με τα πόδια τρέχοντας, παιδάκι μικρό… Σήμερα αυτό είναι απαγορευτικό. Τότε όμως ήταν φυσιολογικό γιατί δεν υπήρχε εγκληματικότητα. Πήγαινα, λοιπόν, στο Παγκράτι να δω κάτι δίσκους που κρέμονταν στη βιτρίνα ενός καταστήματος με ηλεκτρικά είδη που πουλούσε και λίγα δισκάκια. Εκεί κοντά έμενε ο θείος του μπαμπά μου, ο οποίος τον είχε φιλοξενήσει στην Αθήνα από το χωριό για να πάει στο ναυτικό, τελειώνοντας και το νυχτερινό γυμνάσιο στην Αθήνα. 

Μετά πηγαίναμε οικογενειακώς επίσκεψη στον θείο. Τότε η διασκέδαση των Αθηναίων ήταν οι επισκέψεις, ο ένας στον άλλον, στα σπίτια. Αυτή ήτανε η διασκέδαση, άντε και ένα σινεμά. Τίποτα άλλο, δεν υπήρχε τίποτα άλλο! Μιλάω για το ευρύ κοινό. Δεν μιλάω για τους μπουζουκόβιους και τους λεφτάδες που πηγαίνανε σε ωραία κλαμπ. Και εκεί δίπλα ακριβώς στον θείο ήταν το δισκάδικο. Το είχα σταμπάρει, το κοίταζα, δεν μ’ άφηναν να κάτσω πολλή ώρα εκεί στη βιτρίνα να καμαρώσω τα δισκάκια τα 45άρια που κρέμονταν από κάτι κλωστές από το ταβάνι της βιτρίνας, για να δείξει ο μαγαζάρορας στον περαστικό ότι εκτός από κατσαρόλες πουλούσε και δίσκους. Έτσι ερωτεύτηκα. Κάπως έτσι ερωτεύτηκα και την πρώτη μου φίλη, που λεγόταν Μαρία, πλατωνικά βέβαια, και κάπως έτσι ξεκίνησε ο έρωτας με τους δίσκους και το ραδιόφωνο, συνεχίστηκε με το μουσικό, κρατικό ραδιόφωνο, τον αμερικάνικο σταθμό, τις αγορές των δίσκων, τη δημιουργία στα δώδεκά μου του πειρατικού σταθμού GS-POLY και πάει λέγοντας.

Μετά πηγαίναμε οικογενειακώς επίσκεψη στον θείο. Τότε η διασκέδαση των Αθηναίων ήταν οι επισκέψεις, ο ένας στον άλλον, στα σπίτια. Αυτή ήτανε η διασκέδαση, άντε και ένα σινεμά.

 

-Πώς ήταν τα παιδικά και τα εφηβικά σας χρόνια; 

Ήταν υπέροχα! Ήταν υπέροχα γιατί είχα την τύχη… Καλά, όλες οι οικογένειες ήταν υποδειγματικές τότε, αυστηρές, συντηρητικές, ήταν όμως όλα τόσο ρομαντικά, τόσο γλυκά, με μηδέν εγκληματικότητα, με πολλή ανθρωπιά, με επικοινωνία. Δεν υπήρχαν τεχνητά επικοινωνιακά μέσα, υπήρχαν τα ανθρώπινα. Και σου είπα, η κοινωνικότητα εκφραζόταν με τις επισκέψεις της μιας οικογένειας στην άλλη. Και όχι μόνο λόγω της ονομαστικής εορτής, γενικότερα  οι άνθρωποι έκαναν επισκέψεις. Ανθρώπινες επαφές και όχι τεχνητές μέσω τηλεφώνου ή μέσω ίντερνετ. Πιο αγαπησιάρικα πράγματα. Ο μπαμπάς ήτανε αξιωματικός του ναυτικού, συνεπώς δεν είχαμε πρόβλημα οικονομικό, δεν ήμασταν φυσικά πλούσιοι, μια μεσοαστική οικογένεια. Πέρασα καταπληκτικά χρόνια. Καταπληκτικά! Ήμουνα ένα από τα τυχερά παιδιά της δεκαετίας του 1950 και του 1960.

Sport caster 1974 -1990 στην Κόρινθο με τον Στ. Γαβάκη, YENEΔ

-Στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο έχετε γράψει άπειρες ώρες. Κάποιο ευτράπελο που είχε γίνει και σας έχει μείνει και το θυμάστε και γελάτε;

Πολλά ευτράπελα, πάρα πολλά. Ο μπαμπάς, που όπως και τα αδέλφια του ήταν επίσης αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού, φοβόντουσαν κυρίως τα χρόνια της επταετίας, επειδή κρατούσαν μία αντικειμενική και μία ουδέτερη στάση. Ούτε υπέρ, ούτε κατά της επικρατούσης κατάστασης. Της δικτατορικής εννοώ. Φοβόταν, λοιπόν, να έχω παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό, παρ’ ότι τότε ήταν και βαθμοφόρος υψηλός, νομίζω πλωτάρχης ή αντιπλοίαρχος, φώναζε, λοιπόν, που έκανα εκπομπές και έκανα κρυφά τα βράδια. Κρυφά, όχι από τον πατέρα μου. Γιατί σε ένα σπίτι μικρό ,120 τετραγωνικών, δεν θα μπορούσα να το κάνω κρυφά, θα ακουγόταν η μουσική, με ακουστικά βέβαια δεν τους ενοχλούσα. Μια φορά, λοιπόν, είχα αφήσει το φως ανοιχτό, ένα μικρό πορτατίφ. Σκοτεινό το δωμάτιο και έκανα εκπομπή στο δωμάτιό μου. Εκεί είχα τον σταθμό, τα βιβλία μου, τους δίσκους μου, το κρεβάτι μου και τα άλλα σχολικά είδη. Χούντα τότε και ξαφνικά στον τοίχο από το φως του πορτατίφ βλέπω κάτι να γυρνάει γύρω-γύρω και να κάνει κάτι σαν αντικατοπτρισμό. Τρελάθηκα. Λέω, θα είναι ραδιογωνιόμετρο της αστυνομίας. Βγαίνω έξω στο μπαλκόνι, στο δεύτερο όροφο, σιγά-σιγά, είχα φοβηθεί. Δεν είδα τίποτα. Σιγά-σιγά μη με πάρει χαμπάρι και ο μπαμπάς μαζί με την μαμά που κοιμόντουσαν στη δική τους κρεβατοκάμαρα, ανεβαίνω στην ταράτσα να δω, να έχω μία πανοραμική άποψη, γιατί ήτανε γωνιακό το σπίτι μας και δεν είχα καλή ορατότητα, για να δω μήπως ήταν το ραδιογωνιόμετρο μπροστά στην άλλη οδό. Τελικά τι ήταν, Σπύρο μου, όταν κατέβηκα;

-Τι ήταν;

Ήταν το δισκάκι που γύρναγε πάνω στο πικάπ, στο ηλεκτρόφωνο, και έδειχνε το αντικείμενο πάνω στον τοίχο με τη βοήθεια του πορτατίφ. Και νόμιζα ότι ήταν το ραδιογωνιόμετρο της αστυνομίας που είχε αντικατοπτρισμό. Ήταν η πρώτη φορά που τα έκανα πάνω μου. Δεύτερη φορά ήταν όταν γεννήθηκε η κόρη μου. Τα έκανα πάνω μου, που λέει ο λόγος δηλαδή.  Το ένα με φόβο, το άλλο με συγκίνηση και απέραντη χαρά. 

Στο αγαπημένο δισκάδικο με βινύλια στο MANHATTAN

-Όλη αυτή η πορεία, όλο αυτό το μουσικό ταξίδι, είχε κόστος; 

Μεγάλο κόστος. Πολύ μεγάλο κόστος. Έχανα πολλά λεφτά για να πάω κάθε Τετάρτη πολύ πρωί -πολλά λεφτά, σου λέω-, στις αμερικάνικες εκποιήσεις να αγοράσω μεταχειρισμένους δίσκους των οικογενειών που πούλαγαν τα υπάρχοντά τους γιατί έπαιρνε μετάθεση ο άντρας αξιωματικός της οικογένειας σ’ άλλη βάση. Έκανα, βέβαια, και κάτι ατασταλίες του στυλ να κλέψω κάνα δίφραγκο από τον μπαμπά μου για να συμπληρώσω και να πάρω ένα 45άρι μεταχειρισμένο στο Μοναστηράκι. Έχω κάνει πολλά... Όπως επίσης έπαιρνα την εφημερίδα Billboard, παραγγελία μέσω τραπέζης. Δεν είχαμε διαδίκτυο, e-banking και τέτοια, ούτε καν κάρτες. Και ό,τι ήθελες πήγαινες στην τράπεζα, πλήρωνες, έκανες μία τραπεζική επιταγή και πήγαινες στην Atlantic Bank θυμάμαι, μία ελληνοαμερικάνικη τράπεζα, και μέσω αυτής γινόταν η αγορά. Και σε δύο εβδομάδες σου ερχόταν σπίτι σου το βιβλίο που είχες παραγγείλει. Έτσι έπαιρνα και το Billboard. Ήταν η εβδομαδιαία εφημερίδα που κάλυπτε όλο το φάσμα της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας. Το επίσημο εγχειρίδιο όλων των καλλιτεχνών και κυρίως δισκογραφικών εταιριών. Χωρίς αυτό ήμασταν μουγκοί, τυφλοί και κουφοί.

Με την κόρη του, Ντέμι, από την πρώτη γυναίκα του.
Dangerous party μετά την συναυλία του Μάικλ Τζάκσον στο Μόναχο (1994). με την κόρη του Ντέμι, την τότε γυναίκα του, Μάγκυ Χαραλαμπίδου, και τον Άγγελο Διονυσίου.

-Θα ήθελα να πάμε σε άλλο κεφάλαιο τώρα. Η δημιουργία της οικογένειας ήρθε σε φυσιολογικά πλαίσια; Ήταν κάτι το οποίο το θέλατε;

Ναι. Καταρχάς δεν τολμούσες τότε, σε εκείνες τις εποχές, αν είχες ηλικία για γάμο, είκοσι έως τριάντα, να πεις στους γονείς σου «δεν παντρεύομαι». Δεν τολμούσες. Σου κάνανε χιλιάδες προξενιά οι γονείς, οι συγγενείς, όλοι. Παντρευόμασταν μικροί παλιά. Η μαμά μου ήταν δεκαεπτά ετών. Ακόμα και τη Μάγκυ τη γνώρισα στα δεκαοχτώ - καλά, όταν παντρευτήκαμε ήταν είκοσι τρία. Μπορούσαμε να είχαμε παντρευτεί στα δεκαεννιά της. Το απαιτούσε κιόλας, δηλαδή οι γονείς μας. Τι κάθεστε, λέγανε, είστε δύο χρόνια μαζί. Άντε, παντρευτείτε... Όχι η Μάγκυ, συγγνώμη, η πρώτη μου σύζυγος. Αλλά και την Μάγκυ τη γνώρισα όταν ακόμα ήταν στην Γ’ λυκείου. Όπως και η πρώτη μου γυναίκα, στην Γ’ λυκείου. Αφού να φανταστείς πήγαινα και τις έπαιρνα από το σχολείο και τη μία και την άλλη. Ναι, μικρές. Και εξακολουθώ να κάνω βόλτες έξω από τα σχολεία (γέλια). Αχ, Θεέ μου. Γιατί περιμένω τη μικρή εγγονή μου να σχολάσει ή από το φροντιστήριο ή από τα αγγλικά ή από το λύκειο. Τι να σου πω ρε παιδί μου, έχω κολλήσει στο δεκαοχτώ. Στο τέλος θα γίνω ογδόντα οχτώ και θα κάνω την ίδια δουλειά...

-Ύστερα από τόσο έντονη ζωή αισθάνεστε γεμάτος, αισθάνεστε χορτασμένος;

Πολύ, πολύ. Ενώ είμαι εβδομήντα οχτώ κιλά, η  πρώτη καραντίνα με έκανε ογδόντα τέσερα, να δούμε τώρα η δεύτερη. Γιατί όταν κάθεσαι σπίτι κάποια στιγμή πεινάς και δεν ξέρεις τι να κάνεις και τρως σταφύλια, μπανάνες, γιαούρτι κανένα σάντουιτς, κάτι πρέπει να φας (γέλια). Αλλά ναι, αισθάνομαι γεμάτος και χορτάτος, για να απαντήσω στην ερώτησή σου… Ευγνωμονώ το Θεό που το χόμπι μου, τον έρωτά μου, τα αισθήματά μου, μου τα έκανε πραγματικότητα…Μου τα έδωσε όλα στο πικ. Ποτέ δεν του ζήτησα του Θεού κάτι διαφορετικό. Βεβαίως σε κάποια δυσκολία, σε θέματα κυρίως υγείας, όχι δικά μου ευτυχώς, των αγαπημένων προσώπων, ζήταγα και κάτι έξτρα, αλλά αυτό που ζητάω ακόμα και σήμερα. Καλά, σήμερα πολύ περισσότερο. Το μόνο που ζητάω για εμένα, μάλλον να το πω σωστότερα, για τα αγαπημένα πρόσωπα, οικογένεια δηλαδή και εμένα, τελευταίο εμένα, πάντα τελευταίος εγώ, ζητάω μόνο υγεία. Στην εποχή τη δική μας η υγεία θεωρείτο αυτονόητη, γιατί δεν υπήρχαν τόσες ασθένειες, δεν υπήρχε καυσαέριο, δεν υπήρχε τίποτα. Ήτανε μία ολοκάθαρη χώρα. Μία ολοκάθαρη πόλη εκεί όπου ζούσαμε. Όπου και αν ζούσαμε, Υμηττό, Παγκράτι, μετά Παλαιό Φάληρο όταν παντρεύτηκα. Σήμερα είναι μία και μοναδική, δεν έχει άλλη ευχή, αυτή είναι μόνο. Αν του ζητήσεις λεφτά του Θεού -«σε παρακαλώ, Θεέ μου, βοήθησέ με να κερδίσω και εγώ τον πρώτο αριθμό του λαχείου»- ο Θεός σου απαντάει με μία μούντζα. Ενώ όταν βοηθάς τον άλλον, μπορεί να σ' το κάνει μόνος του. Τώρα αυτά τα λέω θυμίζοντας γυναικούλες του κατηχητικού και της εκκλησίας παλαιών εποχών, αλλά μήπως είναι και πραγματικότητα; Όπως λέγανε οι γονείς μας, «όλα εδώ πληρώνονται».

Με τον Jay Kay των Jamiroquai, Λονδίνο, 1997.
Με τη Σίντι Λόπερ (2000)

Μου έκανε πρόταση, εν πλω, ο τότε υπουργός Εξωτερικών του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου. Γυρνάγαμε, εγώ και η γυναικεία παρέα μου, από Μύκονο στην Ραφήνα.

 

-Ωστόσο, μετανιώσατε για πράγματα στη ζωή σας;

Ε, βέβαια, πολλά. Όχι απ’ αυτά που έχω κάνει. Απ’ αυτά που δεν… Είχα προτάσεις και τις απέφυγα. Δεν τα προλάβαινα. Ήμουν ραδιόφωνο δύο ώρες την ημέρα, τηλεόραση τρεις ώρες την ημέρα. Μπορεί να ήταν ημίωρο, αλλά μου έπαιρνε τρεις ώρες, κόσμος, κακό, αλλαγές, ξέρεις κάναμε 2-3 μαγνητοσκοπημένα. Διαφημίσεις, η βασική μου δουλειά, εξάωρο, επτάωρο, οκτάωρο στην εταιρεία δίσκων SONY και μετά το βράδυ μπορεί να ήμουν στο στούντιο του Ρέμου, της Βίσση και του Καρβέλα ή των Κατσιμιχαίων ή στο μαγαζί στο καμαρίνι για μια υπηρεσιακή δουλειά του καλλιτέχνη. Δεν τα προλάβαινα. Ήμουν ένα τρένο, ένα απίστευτο τρένο με μόνιμο κάρβουνο στη μηχανή, τηλέφωνα των ξένων νύχτα-μέρα κ.λπ… Ήμουν σε μια διαρκή δραστηριότητα. Μου άρεσε αυτό και μου αρέσει ακόμα. Δεν μ’ αρέσει ο συνταξιοδοτικού χαρακτήρας τρόπος ζωής. Θέλω δράση μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο αυτής της ζωής. Δράση. Γι’ αυτό είμαι εχθρός της καραντίνας. Όχι εναντίον της, έγινε για το καλό της υγείας μας. Εχθρός, γιατί δεν μπορώ άλλη καραντίνα.

-Πρόταση από κάποιο πολιτικό φορέα, πολιτικό κόμμα υπήρχε ποτέ;

Ναι, ναι, υπήρξε. Μία απ’ αυτές δεν ξέρω αν ήταν καλό ή κακό που την απέφυγα… Μου έκανε πρόταση, εν πλω, ο τότε υπουργός Εξωτερικών του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου. Γυρνάγαμε, εγώ και η γυναικεία παρέα μου, από Μύκονο στην Ραφήνα. Και εκεί, στο ίδιο πλοίο, μπήκε και ο Γιώργος με τη γυναίκα του και την κόρη του νομίζω, προερχόμενοι από τη μία και μοναδική στάση που κάναμε στη διαδρομή, την Τήνο. Εκεί, λοιπόν, στην Α Class του πλοίου, ήρθε η γυναίκα του και μου λέει «ελάτε, σας θέλει ο κύριος υπουργός» για να γίνει πιο επίσημα η πρόταση. Και δεν πήγα. Τον πρόσβαλα κιόλας. Είπα κάτι χαριτωμένο και το απέφυγα ευγενικά.

Sony years: «Δαίμονες», θεατρική παράσταση με Βίσση-Καρβέλα και Manolo Diaz (αντιπ. Sony Europe)
Με Μάικλ Τζάκσον και Κουίνσι Τζόουνς στη Ρώμη, πριν από την συναυλία του Μάικλ Τζάκσον το 1988.

-Ποια προσωπικότητα, που έχετε γνωρίσει είτε εντός συνόρων είτε εκτός συνόρων, σας έχει γοητεύσει περισσότερο;

Πολλοί ήταν. Βασικά μου άρεσε η προσωπικότητα ενός Ισπανού, Manolo Diaz λεγότανε, ο οποίος ήταν το αφεντικό μας στην Ευρώπη. Αντιπρόεδρος Sony Music Ευρώπης. Μου θύμισε Πολυχρονίου, μου ταίριαζε σαν χημεία ο χαρακτήρας του. Ένας ευχάριστος, χιουμοριστικός, γεμάτος με καλοσύνη, τρομερός άνθρωπος, διευθύνων σύμβουλος της ισπανικής Sony Music πριν. Επειδή, όμως, ανακάλυψε και προσέφερε έτσι υπηρεσιακώς δισεκατομμύρια δολάρια στη Sony Music -ανακάλυψε τον Χούλιο Ιγκλέσιας στην Ισπανία ως διευθυντής της Sony Ισπανίας-, η Sony τον προήγαγε σε αντιπρόεδρο Sony Music Ευρώπης. Και τον είχανε οι μικρές χώρες της Ευρώπης, ανάμεσά τους κι η Ελλάδα, αφεντικό τους. Ο πρόεδρος της Ευρώπης ήτανε αφεντικό των μεγάλων χώρων, για τη μουσική βιομηχανία μεγάλων χωρών της Ευρώπης. Δηλαδή Αγγλία, Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία, εννοείται. Ισπανία, Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία Ιταλία. Πέντε χώρες είχε ο πρόεδρος, Paul Russell, επίσης εξέχουσα προσωπικότητα. Ο Manolo όμως με αγαπούσε πολύ. Όποτε πήγαινα στην Αγγλία ήθελε να μένω σπίτι του και όχι στο ξενοδοχείο. Τόσο πολύ. Με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του. Δεν έχει σημασία. Έχω, λέει, έξι κρεβατοκάμαρες, θέλω να μείνεις εδώ. Λέω, όχι μωρέ Manolo, άσε τώρα. Τον κάλεσα και ήρθε στη Μύκονο, τον φιλοξένησα σπίτι μου με τη γυναίκα του. Είχαμε πολύ καλή σχέση. Τον είχα φέρει στην Ελλάδα να δει τη Βίσση, να της κάνουμε διεθνή καριέρα. Ναι, είδε ακόμα και τους «Δαίμονες», τη θεατρική παράσταση του Καρβέλα με την Άννα Βίσση, που δεν τους κατάλαβε, βέβαια. Ένας ψηλός είναι. Πολύ ωραίος τύπος, πάντα χαμογελαστός. Από τις καλλιτεχνικές προσωπικότητες ερωτεύτηκα και τυπικά, γιατί ήμουν ήδη ερωτευμένος καλλιτεχνικά, τους Κουίνσι Τζόουνς και Μάικλ Τζάκσον, όταν τους γνώρισα από κοντά. Αυτό ήταν το highlight της ζωής μου, τότε ήμουν marketing director, ήμουν μικρός ακόμα. Tο 1989 ήταν, στη συναυλία που έδωσε στο ξενοδοχείο του στη Ρώμη. Η συναυλία έγινε στο Olimpico, τότε γήπεδο της Roma και της Lazio, τρομερή συναυλία. Μετά τον ξαναείδαμε το 1993, αν θυμάμαι καλά, 1992, δε θυμάμαι, στο Dangerous στη Γερμανία, στο Μόναχο.

-Εντάξει, τρομερές μορφές της παγκόσμιας μουσικής σκηνής.

Ναι, Μπάρμπαρα Στρέιζαν, Σίντι Λόπερ, Τζάκσονς 9και τα πέντε αδέλφια του Τζάκσον τα έχω γνωρίσει), Μαράια Κάρεϊ.. Μία εβδομάδα καθίσαμε στο Boca Raton της Φλόριντα. Convention Sony Music. Και γνωρίσαμε τη Μαράια και κάναμε παρέα συνέχεια στα διαλείμματα. Οπότε, μια μέρα, με πλησιάζει ο Βέλγος (δεν θυμάμαι όνομα) της Sony Music και μου λέει «Τζορτζ, μην πολυκάνεις παρέα με τη Μαράια, μπορεί να σε απολύσει το αφεντικό». Λέω «ποιος;». «Ο Mottola, είναι μαζί με τον Mottola ζευγάρι». Πω πω! Το αφεντικό του κόσμου, σου μιλάω τώρα. Τότε ήταν αντιπρόεδρος. Ο Yetnikoff ήταν πρόεδρος Sony Music κόσμου και αντιπρόεδρος ο Tommy Mottola. Φίλος μου μετά, γίναμε πολύ φίλοι. «Πώς πάτε εκεί στην Ελλάδα; Γαμάτε, έμαθα, σκίζετε! Να έρθεις μία μέρα στο γραφείο θέλω να σε γνωρίσω. Έχω μάθει ότι είσαι η μουσική εγκυκλοπαίδεια. Γιατί δεν έρχεσαι να δουλέψεις στο δικό μας κατάστημα;». Λέω, «έχω πολλές υποχρεώσεις». Μου λέει, «τι υποχρεώσεις έχεις στην Ελλάδα;». Λέω, «γκόμενες χιλιάδες». «Μπορείς να βρεις και εδώ». Γέλαγε γιατί ήξερα ότι ήτανε γκομενιάρης και ήμουνα παντρεμένος τότε. Φοβερός παίκτης, φοβερός. Ήταν ο γκουρού της Μαράια. Δεν το ήξερα ότι τα είχανε. Το μάθαμε αργότερα, που την παντρεύτηκε.

Με την Μπόνι Τάιλερ (1993)
Με τον Χούλιο Ιγκλέσιας (1999)

-Μία άλλη αγάπη σας είναι το ποδόσφαιρο. Έτσι, δεν είναι; Το παρακολουθείτε, το αγαπάτε.

Πολύ. Όχι μόνο το ποδόσφαιρο, κι άλλα σπορ. Ποδόσφαιρο, μπάσκετ, βόλεϊ και στίβο, κυρίως Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεν με ενδιαφέρουν άλλα αθλήματα. Δηλαδή ποδηλασία, φόρμουλα κ.λπ. δεν μου αρέσουν καθόλου ή ξιφασκία ξέρω 'γω… Αυτά τα τρία, που σου ανέφερα. Χτες έβλεπα Παναθηναϊκός-Κηφισιά 3-0, βόλεϊ ανδρών Α1 κατηγορία ή μάλλον Κηφισιά-Παναθηναϊκός. Σήμερα περιμένω να δω 14:30 το ντέρμπι... έχει ένα ντέρμπι εγγλέζικο. Στημένοι εδώ. Μετά το φαγητό, πάνω στον Δήμο στις μπριζόλες, θα κατέβω γρήγορα να δω το ματς 14:30 και μετά θα περιμένω 19:30 να δω Παναθηναϊκό, που παίζει με τον Ατρόμητο Περιστερίου. Πρόσεξε, μπορεί να δω και Πας Γιάννινα – Παναιτωλικό. Αν δεν έχει κάτι αντίστοιχο καλύτερο εγγλέζικο στην Cosmote. Κατάλαβες; Είμαι άρρωστος. Μ’ αρέσει και ευτυχώς υπάρχουν τα αθλητικά και οι ταινίες που αγαπάω, ελληνικές κυρίως όχι ξένες, ή Nova ή το Netflix ή Cosmote και η καραντίνα δεν θα μου είναι τόσο αφόρητη. 

-Σήμερα πού σας βρίσκουμε, με τι ασχολείστε;

Είμαι στον ραδιοφωνικό σταθμό Νostos FM, 100.6, σε μια καθημερινή εκπομπή, 10:00 με 12:00 το πρωί, ώρα αιχμής. Ραδιοφωνικής αιχμής. Και μου παίρνει πολύ χρόνο να τη φτιάξω. Είμαι τόσο έμπειρος και γνώστης των πραγμάτων, που σε ένα ραδιόφωνο, αν ήμουνα διευθυντής προγράμματος, μπορώ να στήσω οποιοδήποτε πρόγραμμα, μιας ολόκληρης ημέρας, σύμφωνα με την playlist, 350 τραγουδιών ας πούμε, να παίζει το ένα μετά το άλλο. Εγώ γι’ αυτά τα 350 τραγούδια, σε οποιουδήποτε φορμάτ ραδιοφώνου, εκτός από ελληνικό ρεπερτόριο ή ξέρω ΄γω κλασικής μουσικής, θέλω μισή ώρα όταν ο άλλος θέλει μισή μέρα να το φτιάξει. Αλλά για τη δική μου εκπομπή κάθομαι μισή μέρα. Σαν σήμερα, ας πούμε, γεννήθηκε ο Σπρίνγκστιν, τι κολλάει δίπλα στον Σπρίνγκστιν για να κρατήσω ισχυρό και το ενδιαφέρον του ακροατή; Είναι θέμα ανταγωνισμού τώρα, 10:00-12:00 είναι ανταγωνιστική ώρα. Οπότε κοιτάζω και τέτοιες λεπτομέρειες και ωσότου βάλω τα cd μου και τα βινύλια της προηγούμενης εκπομπής στη θέση τους και σκεφτώ την επόμενη, τη διορθώσω, αφήνω κάποια κενά για να τα σκεφτώ στο κρεβάτι μου...  Σηκώνομαι όμως σαν ελατήριο και πάω το παίρνω το CD, το βάζω στην τσάντα, εφόσον το ξέρω. Αν δεν το θυμάμαι καλά το βάζω δίπλα στην τσάντα να το ακούσω. Μου παίρνει πολύ χρόνο η εκπομπή. Αλλά όταν δουλεύεις την εκπομπή σου, όταν την αγαπάς την εκπομπή σου, όταν αγαπάς αυτό που κάνεις, δύσκολο να μην το εκτιμήσει ο ακροατής.

Λίγο πριν κλείσουμε το τηλέφωνο, η κουβέντα μας πήγε πάλι στο θέμα της πανδημίας και στη διάχυτη ανησυχία της εποχής. «Σ’ αυτό το πλαίσιο το γκρίζο, εγώ που είμαι Τοξότης και πάντα αισιόδοξος, επιπόλαια αισιόδοξος, τόσο αισιόδοξος δηλαδή, βρίσκω ανάμεσα στα γκρίζα ή ίσως και μαύρα σύννεφα που έχουν πλακώσει στον πλανήτη και στον ελληνικό ουρανό, βρίσκω, λοιπόν, ανάμεσα στα σύννεφα και μερικές ακτίνες του ήλιου. Και αυτή την εικόνα θέλω να μεταφέρω και να μεταδώσω, από το βάθος της καρδιάς μου. Δεν πρέπει να αφήνουμε τα μαύρα σύννεφα να χαμηλώσουν και άλλο στη ζωή μας. Πρέπει να παραμείνουν ψηλά και να προσπαθούμε διαρκώς να βρούμε ακτίνες ηλίου ανάμεσα σε αυτά. Να αισιοδοξούμε, να αγαπάμε ο ένας τον άλλον... Με αγάπη, με ανθρωπιά, με συμπαράσταση, με σύμπραξη, με χαμόγελο και μετάδοσης της θετικής αύρας στον συνάνθρωπό μας, μόνο έτσι μπορούμε να συνεχίσουμε» λέει ο Γιώργος Πολυχρονίου και ξαφνικά, νιώθω ότι όλα θα πάνε καλά. Αφού το λέει ο G-Poly. 

«Είμαι στον ραδιοφωνικό σταθμό Νostos FM, 100.6, σε μια καθημερινή εκπομπή, 10:00 με 12:00 το πρωί, ώρα αιχμής. Ραδιοφωνικής αιχμής».
Ο Γιώργος Πολυχρονίου πάντα με χιούμορ και ο Σπύρος Καλαματιανός.


*Οι φωτογραφίες είναι από το φέισμπουκ του Γιώργου Πολυχρονίου.

*Eυχαριστούμε το ραδιόφωνο Nostos Fm, 100.6 για τη φιλοξενία της φωτογράφισης.

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS