«Με το χέρι σπρώχνω την πόρτα, πιο δυνατά όμως απ' όσο χρειάζεται γιατί μέχρι να κάνω το πρώτο μου βήμα έξω από το καπνισμένο καμαρίνι ξαναγυρίζει απότομα σαν εκδικητικό μπούμερανγκ προς την αρχική της θέση και μόλις μετά βίας προλαβαίνω να υψώσω ξανά το χέρι μου για να μη με χτυπήσει στη μούρη, οπότε της ρίχνω μια κλοτσιά, μόνο που το πόδι μου σφηνώνεται σε μια διαμπερή τρύπα κάτω δεξιά και καθώς το βγάζω σιχτιρίζοντας που μόλις έγδαρα τα καινούργια μου παπούτσια δοκιμάζω ξανά την τύχη μου, σπρώχνοντάς τη σχεδόν φοβικά με την πλάτη μου».

Δύο φορές έπεσε το μάτι μου στην παραπάνω παράγραφο, της σελίδας 176, σε ένα γρήγορο ξεφύλλισμα για να καταλάβω πως «μυρίζει» το Κράτα το Σόου. Γνώριμη οσμή. Το τυπωμένο χαρτί (εθιστική μυρωδιά) συναντάει το τροπικό κλίμα των συναυλιών -ο ιδρώτας, τα τσιγάρα, οι μπύρες, τα τραγούδια, η σκηνή, τα παρασκήνια, το διεισδυτικό, ενίοτε θολό, βλέμμα του συγγραφέα. Αφορμή οι συναυλίες, αιτία η ανάγκη για ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την ενηλικίωση.

Δημοσιογράφος από τα γεννοφάσκια του ο Θεοδόσης, μετά τα λούτρινα χρόνια των περιοδικών πέρασε στη βαριά βιομηχανία του digital και τώρα στη συγγραφή. Η πρώτη ερώτηση ήρθε αυθόρμητα.

-Θα μπορούσες να ζήσεις χωρίς να γράφεις;

«Νομίζω πως ο καθένας θα μπορούσε να ζήσει χωρίς να κάνει αυτό ακριβώς που αγαπάει, από πολύ παλιά το έβλεπα να συμβαίνει γύρω μου, πολύ πριν από τη γέννηση της κρίσης (που βέβαια ως παγιωμένη κατάσταση πια, δεν είναι σωστό νοηματικά να χρησιμοποιούμε αυτό τον όρο, αλλά καλύτερα να μην ανοίξουμε αυτό το κεφάλαιο) και τη δίκαιη αναγωγή της επιβίωσης ως τη σημαντικότερη αγωνία ειδικά για ένα ζώο τόσο προσαρμοστικό και ανθεκτικό όσο ο άνθρωπος. Μερικές φορές πρέπει απλώς να κάνεις αυτό που πρέπει να κάνεις.

Δεν σου κρύβω ότι όσα χρόνια γράφω έχουν υπάρξει στιγμές που βρέθηκα αντιμέτωπος με αυτή τη σκέψη, βάζω δηλαδή τον εαυτό μου στη συγκεκριμένη θέση ανά διαστήματα και δεν το κάνω μόνο για πρακτικούς λόγους (γιατί πχ κι εγώ, όπως και οι περισσότεροι, έχω υπάρξει χωρίς δουλειά). Το βλέπω λίγο σαν ψυχολογικό πείραμα, κάτι που ίσως έχει να κάνει με το ότι σπούδασα Φυσικός (έστω και ασθμαίνοντας, μιας και με “έφαγε” από πολύ νωρίς το γράψιμο): θέλω δηλαδή να δω κατά πόσο η αλλαγή των εκάστοτε συνθηκών μέσα στις οποίες διεξάγεται το “πείραμα” θα οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Μέχρι σήμερα δεν τα έχω καταφέρει. Τα ίδια και τα ίδια. Ίσως γιατί τελικά μάλλον ισχύει ότι δεν υπάρχει “δεν μπορώ”, υπάρχει “δε θέλω”».

«Μερικές φορές πρέπει απλώς να κάνεις αυτό που πρέπει να κάνεις». Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

-Ένα βιβλίο είναι μια μεγάλη στιγμή για έναν άνθρωπο που γράφει. Πόσο χαρούμενος είσαι;

«Αρκετά, δεν μπορώ να πω, προσπαθώ όμως να το περνάω λίγο εσωτερικά όλο αυτό, να το χαίρομαι με τους φίλους μου (που με τρολάρουν ελαφρώς) και κυρίως μόνος μου, με τον εαυτό μου. Έχω ενεργοποιήσει τον προσωπικό μου μηχανισμό συστολής. Θα έχω όμως για πάντα ως ξεκάθαρη μνήμη τη διαδρομή με τη βέσπα από τα γραφεία της Key Books στην Ακαδημίας μέχρι τα γραφεία της Popaganda στην Κολοκοτρώνη. Είχα μόλις δει για πρώτη φορά τυπωμένο το «Κράτα το Σόου», είχα στριμώξει μερικά αντίτυπα κάτω από τη σέλα και καθώς οδηγούσα θα έπαιρνα όρκο ότι έβλεπα τον εαυτό μου να γελάει - και δεν εννοώ από τους καθρέφτες. Ήταν μία ελαφρώς εξωσωματική εμπειρία. Ένιωσα σαν ήρωας τραγουδιού του Δεληβοριά που ακούει πρώτη φορά Last Drive. Ή το αντίστροφο».

-Δώσε μου την εικόνα σου την ώρα που γράφεις.

«Θα σου περιγράψω την ιδεατή εικόνα, όπως δηλαδή έγραψα το βιβλίο, και όπως προτιμώ γενικά να γράφω, αν και φυσικά δεν τα καταφέρνω όσο συχνά θα ήθελα: Ξύπνημα νωρίς (πλέον μου είναι και τραγικά εύκολο, σκύλος, πρωινή ραδιοφωνική εκπομπή και…γεροντάματα, τι να πεις…), στύβω τρία πορτοκάλια, πίνω ένα διπλό εσπρέσο, κάνω δύο τσιγάρα, κάθομαι και ξεκινάω, προσπαθώντας να βρίσκομαι σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας - υπάρχουν στιγμές που μέχρι και το νιαούρισμα της γάτας μου με ενοχλεί - και σχετικά ικανοποιητικής καθαριότητας (αν βλέπω ακατάστατο το χώρο γύρω μου, σκέφτομαι ότι πρέπει να σοβαρευτώ και να συμμαζέψω, οπότε δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ…OCD, τι να πεις…). Μέχρι να πάρω μπρος καπνίζω για να μου έρθει η έμπνευση και όταν πια μου έρθει και ξεκινήσω το γράψιμο, καπνίζω για να με επιβραβεύσω. Αυτό είναι και ένα από τα μεγαλύτερά άγχη μου: τι θα κάνω όταν αποφασίσω να κόψω το τσιγάρο.

Όλα τα ενδεχόμενα ήταν ανοιχτά στο κεφάλι μου όταν ξεκίνησα το γράψιμο, δεν υπήρχε καμία βεβαιότητα πέρα από τις 18+1 συναυλίες που αποτελούν τις αφορμές για να ειπωθούν οι 18+1 ιστορίες που συνθέτουν τη μεγάλη ιστορία.

Κατά τα άλλα, όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι δεν μπορώ να γράψω και εκτός προσωπικού “κλίβανου”- το κάνω κατά κόρον στο γραφείο σε καθημερινή βάση. Απλώς με τρώνε τα μέσα-έξω για να παίρνω έστω και μία τζούρα πριν ξαναμπώ τρέχοντας μέσα για να μη χάσω τον ειρμό μου».

-Πες μου λίγα λόγια για το “Κράτα το Σόου”. Ο τίτλος είναι αναφορά στο “Κράτα το Σόου Μαϊμού” από τις Τρύπες;

«Ε ναι, προφανώς έχει να κάνει και με αυτό και χάρηκα πάρα πολύ όταν συνειδητοποίησα ότι ακόμη και ο τίτλος που επέλεξα για το πρώτο μου βιβλίο είχε σχέση με τη μπάντα που μου άλλαξε τη ζωή - ή έστω μία από αυτές (τις μπάντες εννοώ, όχι τις ζωές) - όταν ήμουν αρκετά μικρός για να πιστεύω ακόμη ότι το rock ’n’ roll μόνο προς το καλύτερο μπορεί να αλλάξει τη ζωή κάποιου. Επιβεβαιώθηκε δηλαδή η σημαντικότητα των Σαλονικιών για μένα. Από κει και πέρα, στο δικό μου το μυαλό είναι προφανές ότι ο τίτλος θα ταίριαζε στο βιβλίο ακόμη και αν δεν υπήρχε ένα κεφάλαιο που ξετυλίγεται με αφορμή μια συναυλία που έδωσαν οι Τρύπες στο Βόλο πριν από μερικούς αιώνες».

-Όταν γράφεις βιωματικά ωραιοποιείς ή απομυθοποιείς τα γεγονότα πιο εύκολα;

«Και τα δύο μπορούν να γίνουν, εξίσου δύσκολα, όμως, νομίζω. Τώρα που με ρωτάς προσπαθώ να σκεφτώ τι έκανα περισσότερο στο βιβλίο, αλλά δε μπορώ να καταλήξω. Έγραφα όπως μου έβγαινε, χωρίς κανένα πλάνο, δεν με ένοιαζε να ακολουθήσω κάποια τακτική, ούτε με απασχόλησε η αναλογία δόσεων πραγματικότητας και μυθοπλασίας που θα χρησιμοποιούσα. Όλα τα ενδεχόμενα ήταν ανοιχτά στο κεφάλι μου όταν ξεκίνησα το γράψιμο, δεν υπήρχε καμία βεβαιότητα πέρα από τις 18+1 συναυλίες που αποτελούν τις αφορμές για να ειπωθούν οι 18+1 ιστορίες που συνθέτουν τη μεγάλη ιστορία. Υπάρχουν σημεία που παίρνει κεφάλι το χιούμορ και άλλα πιο συγκινητικά, αν κρίνω από τα πρώτα σχόλια αναγνωστών. Και στα μεν και στα δε και σε όλο το ενδιάμεσο φάσμα, το μόνο που με έμελλε ήταν να μην “μολυνθεί” το Κράτα το Σόου από τον ιό της σοβαροφάνειας και θέλω να πιστεύω ότι τουλάχιστον αυτό το κατάφερα».

-Ποια φράση ή ποιες φράσεις του βιβλίου είναι απόλυτα ταυτισμένες με σένα; Ποιες είναι η “λεζάντα” σου;

«Ομολογώ ότι μόλις άνοιξα το βιβλίο σε μια τυχαία σελίδα: “Η ιδέα του σφηνώθηκε στο μυαλό τόσο απρόσμενα που ήταν σαν να τον χτύπησε απότομα ένα δυνατό ρεύμα αέρα και στιγμιαία χρειάστηκε να σφίξει τα δάχτυλά του γύρω από τις χούφτες του τιμονιού για να μη χάσει την ισορροπία του”».

-Τι σου λείπει από το χαρτί την εποχή της ντίτζιταλ δημοσιογραφίας; Τι αναπολείς;

«Πλέον έχω φτάσει σε ένα σημείο που το να δω το όνομά μου τυπωμένο σε χαρτί μου λείπει μόνο σε επίπεδο φετιχισμού, όχι επί της ουσίας - παίρνω εξίσου μεγάλη, αν όχι μεγαλύτερη, ικανοποίηση δημοσιεύοντας κείμενα online. Νομίζω κιόλας ότι τώρα είμαι πιο τελειομανής κι εκνευρίζομαι ακόμη περισσότερο σε σχέση με παλιότερα όταν δεν μου βγει τόσο καλό αυτό που γράφω, αν και φαντάζομαι ότι αυτό έχει να κάνει όχι τόσο με τη μετάβαση από το print στο digital αλλά με τη δυνατότητα άμεσης «διάδρασης» (βλ. social media) ανάμεσα στο δημοσιογράφο και τον αναγνώστη. Ποτέ δεν έγραψα με γνώμονα το feedback σε ποσοτικό επίπεδο (προφανώς και δεν με χαλάει όμως αν έρθει) αλλά ακόμη και το ελάχιστο έχει ενδιαφέρον να το παρακολουθείς. Κατά τα άλλα, τότε που γράφαμε στα χάρτινα περιοδικά πιστεύαμε ότι όλα ήταν πιθανά. Τώρα έχω διαπιστώσει ότι πράγματι είναι, και αυτό έχει το τίμημά του».

Κράτα το Σόου Facebook

TAGS