Δε μπορώ να ξέρω, αλλά φαντάζομαι, ότι είναι δύσκολο να υποδύεσαι ρόλους. Πόσο μάλλον εάν αυτοί οι ρόλοι είναι σε άλλη γλώσσα από την μητρική σου. Θαυμάζω τον Πολύδωρο για αυτό και για τόσα άλλα. Για το ταλέντο, την έμπνευση, την παιδεία, την όρεξη, τη γοητεία, τη θέληση, το πόζιτιβ που έχει. Γνωριστήκαμε πριν χρόνια, πάνω από κρασιά και ευγενείς προπόσεις, σε μια υπόγεια ταβέρνα του Ψυρρή. Φίλοι φίλων, η επικοινωνία όχι μόνο κύλησε, αλλά μετατράπηκε σε χείμαρρο όλβιας ανταποδοτικότητας. Έκτοτε, κάθε φορά που διαβάζω για τα κατορθώματά του, θεατρικά ή κινηματογραφικά, χαίρομαι από καρδιάς.

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα σε μια 5μελή οικογένεια. Είμαι ο μεγαλύτερος από τα δυο μου αδέλφια. Κανείς στην οικογένειά μου δεν είχε επαφή με το θέατρο και με τις τέχνες γενικότερα» ξεκινάει την αφήγηση της ιστορίας του ο Πολύδωρος. «Οι γονείς μου δούλευαν σκληρά για να μεγαλώσουν τρία παιδιά και θεωρούσαν πολυτέλεια το θέατρο, την μουσική, ίσως βέβαια, γιατί δεν είχαν κι εκείνοι τη σχετική παιδεία. Σπούδασα νοσηλευτής, παρόλο που δεν το ήθελα, αποφοίτησα με άριστα και εργάστηκα στα επείγοντα περιστατικά σε γνωστή κλινική για έναν χρόνο, μετά πήγα στρατό και λίγο πριν απολυθώ, αποφάσισα να δώσω εξετάσεις στο υπουργείο πολιτισμού και στην δραματική σχολή Βεάκη, επειδή εκεί φοιτούσε μια φίλη. Η πρώτη μου επαφή με το θέατρο ήταν η συμμετοχή μου στο έργο «Η αυλή των θαυμάτων» του Καμπανέλλη, σε μια ερασιτεχνική ομάδα. Ήμουν ντροπαλό παιδί, αρκετά κλειστό. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που αποφάσισα να μπω σε μια θεατρική ομάδα, για να ξεπεράσω την ντροπή και τα κόμπλεξ που κουβαλούσα. Εκεί συντελέστηκε κάτι μαγικό και λυτρωτικό. Υπήρξε μια κάθαρση, γεννήθηκε ένας έρωτας, ανέπνευσε μια εγκλωβισμένη ανάγκη για έκφραση. Έτσι από το 2002, έναν χρόνο πριν τελειώσω την σχολή, που συμμετείχα στην παράσταση της «Αντιγόνης» στην Επίδαυρο, μέχρι σήμερα, αυτή η ανάγκη για έκφραση παραμένει ακόρεστη. Έχω την τύχη να έχω κάνει υπέροχες δουλειές μέχρι τώρα και ξεχωρίζω τις εξής συνεργασίες: με τον Σταμάτη Φασουλή στο «Κλουβί με τις τρελές», με την Julia Migenes στις «Επιστολές και Μουσικές του Σούμπερτ», με την Charlotte Rampling και τον Lambert Wilson στο «Καβάφης-Γιουρσενάρ», με τον François Marthouret (συνεργάτη για χρόνια του Peter Brook) στον «Μικρό Ναυτίλο» του Ελύτη, με την Juliette (τραγουδίστρια, στιχουργός, συνθέτης) στο «Γερτρούδη Στάιν-Πικάσσο, διασταυρώμενα πορτραίτα», με τους Bijoux de Kant στο «Εκείνη» του Genet, με τις Ariane Mnouchkine και Hélène Cinque στο «Ματαρόα, η διάτρητη μνήμη» στο Θέατρο του Ήλιου, στο Παρίσι, με τον Πάνο Κούτρα στην ταινία «Ξενία», με την Nicole Garcia και την Marion Cotillard στην ταινία «Le mal des pierres»».

Με την Σαρλότ Ράμπλινγκ
Με τη Σαρλότ Ράμπλινγκ

-Γιατί έφυγες από την Ελλάδα;

Η απόφαση του να φύγω από την Ελλάδα, ήρθε έπειτα από έντονη επιθυμία για κάτι καινούριο και ευτυχώς, πριν από την οικονομική κρίση. Και λέω ευτυχώς, γιατί ήταν μια συνειδητή μου απόφαση να δοκιμάσω να διευρύνω περισσότερο τους ορίζοντες, τόσο τους δικούς μου όσο και του επαγγέλματός μου. Αφορμή γι’ αυτήν μου την επιθυμία, στάθηκε μια υπέροχη συγκυρία: ένα φεστιβάλ, μια παράσταση και μια συνεργασία. Το 2009 συνεργάστηκα με τον Lambert Wilson και την Charlotte Rampling στην παράσταση «Κάβαφης - Γιουρσενάρ» στο φεστιβάλ Marathon des mots στην Γαλλία. Η μεγάλη επιτυχία που είχε η παράσταση, έφερε και μια πολύ μεγάλη περιοδεία στην Ευρώπη. Αυτή η εμπειρία με γοήτευσε και με ιντρίγκαρε. Έτσι γεννήθηκε η επιθυμία, το όνειρο του εξωτερικού. Ένιωσα ότι μου ανοιγόταν μια πόρτα, ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να το δοκιμάσω και έτσι πήρα το ρίσκο.

-Πόσο δύσκολο ήταν να τα καταφέρεις να καθιερωθείς στο Παρίσι; Θέλω να πω, δεν ήταν τα γαλλικά η μητρική σου γλώσσα... Πόσες δυσκολίες ενδεχομένως συνάντησες;

Η αλήθεια είναι πως χρειάστηκε χρόνος. Θεωρώ ότι μου δόθηκαν ευκαιρίες, αλλά τίποτα δεν μου χαρίστηκε. Όλα έγιναν και γίνονται μόνο με πολύ δουλειά και πειθαρχία, υπομονή, επιμονή, και με ξεκάθαρους στόχους. Απογοητεύσεις υπήρξαν, άλλαξα ατζέντη τρεις φορές, castings και ακροάσεις που δεν είχαν θετική έκβαση, όπως η ολοήμερη ακρόαση του Jan Fabre, που έφτασα ως το τελικό στάδιο, αλλά τελικά δεν με επέλεξε... Αλλά και castings, ακροάσεις που είχαν θετική έκβαση και πήγαν εξαιρετικά. Για πολύν καιρό, έκανα ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών καθημερινά σχεδόν, είδα και ξαναείδα γαλλικές ταινίες με υπότιτλους στα γαλλικά και με το δάχτυλο στο pause για να επαναλαμβάνω κι εγώ τις λέξεις, τις φράσεις.

-Πως είναι να ζεις και να εργάζεσαι στο Παρίσι; Ποια είναι τα υπέρ και ποια τα κατά;

Το Παρίσι φυσικά, και είναι μια ακριβή πόλη, με υψηλά ενοίκια και υψηλό κόστος ζωής. Μια πόλη, που για να συναντηθείς με τους φίλους σου πρέπει να το προγραμματίσεις. Αλλά θεωρώ ότι είμαι τυχερός που ζω εδώ. Μου αρέσει και το κρύο και η βροχή άλλωστε. Μου αρέσουν οι Παριζιάνοι, που είναι ευγενικοί, που σε χαιρετούν, που σου κρατάνε την πόρτα να περάσεις, που λένε ευχαριστώ. Μπορεί να ακούγονται κάπως αυτά, αλλά είναι μια αλήθεια και ένας τρόπος ζωής, που μου ταιριάζει και δυστυχώς, μπορώ να τον συγκρίνω. Με τους ξένους είναι ανοιχτοί, δέχονται τις διαφορετικές κουλτούρες και ειδικά με τους Έλληνες, πιστεύω πως έχουν μια λατρεία. Αυτό έχω εισπράξει και εισπράττω. Περπατάω στην πόλη και εμπνέομαι. Κάνω βόλτες στο ποτάμι, στο Bois de Vincennes... Όταν δεν παίζω στο θέατρο ή δεν έχω γύρισμα ή ακρόαση, βλέπω παραστάσεις, ταινίες, παραστάσεις χορού, όπερες, συναυλίες, πάω σε μουσεία, σε εκθέσεις. Είναι ένα κέντρο πολιτισμού. Γοητεύομαι και θαυμάζω που κάνουν ουρές στα μουσεία. Όλα αυτά, ακόμα μου προκαλούν δέος και με συναρπάζουν. Εστιάζω στο καλό και στο όμορφο που μου δίνει αυτή η πόλη, εστιάζω στην ελευθερία και στις δυνατότητες που σου προσφέρονται, στην αξιοκρατία που τους διακρίνει, στην αντιμετώπιση του ηθοποιού με επαγγελματισμό τόσο στον τρόπο της δουλειάς του όσο και στην αμοιβή του.

Με τη Μαριόν Κοτιγιάρ

-Πως είναι το κλίμα και η ψυχολογία στο Παρίσι μετά την τρομοκρατική επίθεση; Τι έχει αλλάξει; Πως το βιώνεις εσύ ο ίδιος;

Μετά την τρομοκρατική επίθεση, γίνονται έλεγχοι σχεδόν παντού, στην είσοδο θεάτρων, στην όπερα, σε πολυκαταστήματα. Κυκλοφορούν πολλοί ένοπλοι στρατιωτικοί και αστυνομικοί. Η ζωή όμως, έχει ξαναβρεί τους ρυθμούς της, οι Παριζιάνοι από την πρώτη στιγμή έδειξαν έμπρακτα ότι δεν φοβούνται και συνεχίζουν να βγαίνουν και να διασκεδάζουν. Βέβαια, βλέπεις ακόμα τα ανήσυχα βλέμματα, όταν ακούγονται σειρήνες ασθενοφόρων και περιπολικών ή κάποιος δυνατός θόρυβος. Οι Παριζιάνοι πιστεύω πως ήρθαν πιο κοντά στο συνάνθρωπό τους, μετά τις επιθέσεις, νοιάζονται περισσότερο. Ο τουρισμός είναι σαφώς λιγότερος και πλέον στο αεροδρόμιο κάνουν έλεγχο διαβατηρίων και στις πτήσεις από Ευρώπη. Εγώ μένω πολύ κοντά σε ένα από τα μέρη που έγιναν οι επιθέσεις. Ήμουν σπίτι εκείνο το βράδυ και θεώρησα ότι ήταν πυροτεχνήματα, το μυαλό δεν θέλει ποτέ να σκεφτεί το κακό... Λίγο μετά από τις ειδήσεις, συγκλονίστηκα. Είναι μέρη που έχω πάει και θα ξαναπάω. Στο Bataclan έχω πάει πολλές φορές για να δω συναυλίες. Έχω πιει αρκετές φορές ποτό στο Le Carillon. Πέρα από την θλίψη που ένιωσα, δεν έχει αλλάξει κάτι στον τρόπο που ζω. Κάνω ό,τι έκανα και πριν τις επιθέσεις. Δεν μπήκα καν στην διαδικασία να μην βγω εκείνες τις μέρες ή να μην πάρω το μετρό για παράδειγμα. Δεν αφήνω χώρο στον φόβο. Είμαστε ανώτεροι από αυτόν. Η ζωή πάντα νικάει.

-Και η τέχνη; Θα νικήσει το φόβο που ολοένα και μεγαλώνει γύρω μας;

Η μόνη μου ευχή είναι μια μέρα, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η μουσική και όλες οι μορφές της τέχνης, να μπορέσουν να πείσουν τον κόσμο, ότι πρέπει να μάθουμε να αγαπάμε και τίποτε άλλο. Και το εύχομαι με όλη μου την ψυχή. Όταν είσαι γεμάτος αγάπη, ο φόβος δεν υφίσταται.

Ο Πολύδωρος, τον Φλεβάρη, παίζει στο Théâtre de la loge, του Παρισιού, τον μονόλογο «Το κόκκινο του φεσιού», σε σκηνοθεσία Frédéric Maragniani. «Είναι ένα σύγχρονο έργο (εν μέρη αυτοβιογραφικό) του Μαροκινού Abdellah Taïa» εξηγεί. «Ο ήρωας μου, μετανάστης στο Παρίσι, θέλει να γίνει συγγραφέας. Ένα οδοιπορικό, μια πορεία ζωής, μια πόλη σταθμός, το Παρίσι, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει, η πατρίδα του, που την κουβαλάει, ένα όνειρο ζωής που πραγματοποιείται. Η παράσταση αυτή πρωτοπαίχτηκε στο Μαρόκο τον Μάιο του 2015, στην νότια Γαλλία τον Οκτώβρη του 2015, τώρα στο Παρίσι και μετά από Μάρτιο ξαν περιοδεία στο Μαρόκο και στην Γαλλία. Μέσα στο 2016 συμμετέχω σε δυο ταινίες και περιμένω να δω τι θα γίνει με το φεστιβάλ Αθηνών, μιας και έχω πρόταση για συμμετοχή σε μια παράσταση». Το μόνο που του εύχομαι είναι «bon chance». Όλα τα άλλα, ταλέντο, έμπνευση, παιδεία, όρεξη, γοητεία, θέληση, το πόζιτιβ (όπως είπα και στην αρχή) τα έχει.

TAGS