Πόσο μακριά θα φτάνατε για να εξερευνήσετε τις ρίζες του αγαπημένου σας ποτού; O Νίκος Αρβανίτης, χάρη στην αδυναμία του στο ρούμι, ταξίδεψε για ένα χρόνο στην Καραϊβική, τον βασικό τόπο παραγωγής του, με στόχο να επισκεφθεί τα αποστακτήρια, αλλά και να ανακαλύψει τις ανθρώπινες ιστορίες πίσω από αυτό. Πριν από λίγες μέρες, τον συναντήσαμε στο μπαρ «Κολοκοτρώνη 9» και μας περιέγραψε την καταπληκτική αυτή «περιπέτεια» - ώσπου να ξαναφύγει! 

Πώς προέκυψε η ιδέα για το ταξίδι στην Καραϊβική;

Καθένας έχει ένα ποτό που του αρέσει περισσότερο και για μένα είναι το ρούμι. Πριν από 7-8 χρόνια, λοιπόν, άρχισα να διαβάζω την ιστορία του και να ανακαλύπτω το παρελθόν του, τις συνθήκες παραγωγής, την εξέλιξή του, αλλά και τη φιλοσοφία που κρύβει πίσω του. Με αυτό τον τρόπο, διαπίστωσα ότι το συγκεκριμένο απόσταγμα έχει μια εντελώς ξεχωριστή προσωπικότητα και αποφάσισα να κάνω ένα ταξίδι στην Καραϊβική, έχοντας ως βάση τα νησιά Μπαρμπέιντος. Το κίνητρο δεν ήταν τόσο να εξελιχθώ επαγγελματικά, όσο να κατανοήσω καλύτερα το ρούμι που με είχε ήδη γοητεύσει και να εξελιχθώ ως άνθρωπος.

Ποια είναι η ιδιαίτερη προσωπικότητα του ρούμι και σε τι διαφέρει από εκείνη των υπόλοιπων ποτών;

Στην Καραϊβική υπάρχουν πολλά νησιά που παράγουν ρούμι, αλλά σε καθένα η γεύση είναι διαφορετική. Και ο λόγος; Από τα τέλη του 15ου και κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, Ευρωπαίοι άποικοι κατέλαβαν βίαια τα νησιά αυτά, αναθέτοντας σε σκλάβους τις εργασίες στις φυτείες ζαχαροκάλαμου – και, κατ' επέκταση, τη μελάσα που ήταν και η βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή ρούμι. Το γεγονός ότι οι κατακτητές ήταν λαοί με ετερόκλητη κουλτούρα επηρέασε και τον τρόπο της ζύμωσης, της απόσταξης, της παλαίωσης. Έτσι, ακόμα και σήμερα, η γεύση του ρούμι που παράγεται π.χ. στα Μπαρμπέιντος δεν μοιάζει με εκείνη στην Τζαμάικα ή την Κούβα. Αυτή η ποικιλομορφία δίνει στο ποτό μοναδικό χαρακτήρα.

Μοιάζει το ρούμι που πίνουμε στην Ελλάδα με εκείνο που γνώρισες στην Καραϊβική;

Ως προς τα είδη ρούμι που παράγονται εκεί και εξάγονται σε άλλες χώρες - μεταξύ των οποίων και στη δική μας - δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές. Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι σε κάθε νησί υπάρχουν και αποστάγματα που βγαίνουν μόνο για τοπική χρήση. Οι ντόπιοι, λοιπόν, δεν πίνουν ακριβά, παλαιωμένα ρούμι, αλλά έχουν από ένα δικό τους, απλό, οικονομικό και υψηλόβαθμο σε αλκοόλ, στο οποίο ίσως προσθέσουν μόνο λίγο νερό ή πάγο. Και σε αυτά υπάρχει τέτοια ποικιλία και με τόσο ωραίες γεύσεις, που μακάρι να τα είχαμε και εδώ.

Πώς είναι η σχέση των ντόπιων με το ρούμι στην καθημερινότητά τους;

Για όσους είναι πάνω από 50-55 ετών, το ρούμι είναι αναπόσπαστο μέρος της από την ώρα που ξυπνάνε ως την ώρα που κοιμούνται. Δεν υπάρχει περίπτωση, δηλαδή, κάποιος να μην έχει μαζί του μια ατομική μερίδα. Επίσης, ενώ δουλεύουν σκληρά, μετά πηγαίνουν σε ένα rum shop, κάθονται κάτω από έναν φοίνικα, πίνουν ρούμι, παίζουν ντόμινο και αυτή είναι η όμορφη «ρουτίνα» και η διέξοδός τους. Όσο για τις νέες γενιές, είναι κι αυτές δεμένες με το απόσταγμα, αλλά σε μικρότερο βαθμό, εφόσον, λόγω του τουρισμού, έχουν επηρεαστεί περισσότερο από αμερικανικές και ευρωπαϊκές συνήθειες και γεύσεις.

Ποια είναι η σημαντικότερη εμπειρία που σου χάρισε το ταξίδι;

Τη μεγαλύτερη εντύπωση μού έκαναν η ανιδιοτέλεια, η απλότητα και η αγάπη που υπήρχαν στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η Καραϊβική δεν είναι μόνο ο προορισμός που βλέπουμε στις καρτ-ποστάλ με τα εξωτικά τοπία και τα πανάκριβα ξενοδοχεία. Αυτά υπάρχουν σε μικρό ποσοστό, ενώ, από πίσω, κρύβονται οι πολύ φτωχικές συνθήκες ζωής των κατοίκων. Γι’ αυτό, λοιπόν, κι εκείνοι, ως απόγονοι σκλάβων, αλλά περνώντας και τώρα δύσκολα, έχουν μάθει να είναι ευτυχισμένοι με λίγα και απλά πράγματα. Αυτή είναι και η εμπειρία που, όταν επέστρεψα, με έκανε να αλλάξω εντελώς τον τρόπο που σκέφτομαι, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζω τους ανθρώπους γύρω μου, από τα επαγγελματικά ως τα προσωπικά μου.

Υπάρχει κάποιο περιστατικό που σου έχει εντυπωθεί περισσότερο στο μυαλό;

Σε κάποια αποστακτήρια, που ήταν κλειστά για το κοινό, μπήκα … παράνομα! Πήδηξα μάντρες, έκοψα φράχτες και, όσο οι υπάλληλοι ήταν αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, τριγυρνούσα στο χώρο και παρακολουθούσα ανενόχλητος τη διαδικασία παραγωγής. Κάποια στιγμή, με κατάλαβαν και με πήγαν στο αστυνομικό τμήμα, από όπου με άφησαν μετά από ώρες, μόνο όταν τους εξήγησα τον λόγο του ταξιδιού μου και, φυσικά, τους επιβεβαίωσα ότι το καλύτερο ρούμι που είχα δοκιμάσει ήταν το δικό τους! Επίσης, δεν θα ξεχάσω κάποιους ντόπιους που γνώρισα, όπως έναν γείτονά μου, που, μετά από δέκα χρόνια παραμονής στη Νέα Υόρκη, μη μπορώντας να αντέξει τους ρυθμούς ζωής εκεί, επέστρεψε μόνιμα στα Μπαρμπέιντος. Ή έναν άστεγο στον Άγιο Βικέντιο που – χωρίς να ξέρω πώς βρήκε τα χρήματα – έφερε μια ατομική μερίδα ρούμι για να τη μοιραστούμε.

Από την εμπειρία σου ως bartender, στην Ελλάδα πίνουμε ρούμι ή προτιμάμε άλλα ποτά;

Τα τελευταία χρόνια, αρχίσαμε να του δίνουμε την αξία που του αναλογεί. Όμως, υπάρχει σύγχυση ως προς το τι είναι ρούμι. Π.χ., πολλοί έχουν κολλήσει σε ετικέτες που εισάγονται από παλιά και τους είναι περισσότερο γνώριμες και οικίες. Άλλοι προτιμούν αποστάγματα, τα οποία έχουν γίνει γνωστά λόγω έξυπνου μάρκετινγκ, αλλά δεν έχουν παραχθεί με την παραδοσιακή διαδικασία, δίνουν ψευδείς πληροφορίες στους καταναλωτές και, ουσιαστικά, δεν είναι ρούμι. Γενικά, ό,τι γίνεται μόδα νοθεύεται κι επειδή και το συγκεκριμένο ποτό έχει πλέον γίνει μόδα και στη χώρα μας και στην Ευρώπη, υπάρχει παραπληροφόρηση. Ο κόσμος, λοιπόν, το αγαπάει, αλλά πρέπει να μάθει να ξεχωρίζει τι είναι αυτό που καταναλώνει κάθε φορά.

Ποιο κοκτέιλ θα μας πρότεινες να δοκιμάσουμε, σύμφωνα με τις γνώσεις που αποκόμισες στην Καραϊβική;

Θα σας ετοίμαζα ένα «Tafia», βασισμένο σε ένα ρούμι από τη Μαρτινίκα, που παράγεται από φρέσκο χυμό ζαχαροκάλαμου. Είναι ένα ποτό με επιθετικό χαρακτήρα, ενώ για τη σύνθεση του κοκτέιλ έχω προσθέσει και ενισχύσει και άλλες γεύσεις του νησιού. Το Tafia, λοιπόν, έχει και βοτανικότητα, με την προσθήκη γαλλικού λικέρ Chatreuse, λεμονιού και εσπεριδοειδών, αλλά και ανθικό χαρακτήρα, με την προσθήκη γιασεμιού.

Σχεδιάζεις κάποιο άλλο, αντίστοιχο ταξίδι για το μέλλον;

Τον Μάρτιο θα ξαναπάω στην Καραϊβική. Οι εμπειρίες που έζησα και οι ανθρώπινες σχέσεις που ανέπτυξα μού έχουν λείψει πολύ. Ίσως επισκεφθώ νησιά που δεν έχω επισκεφθεί ως τώρα, αλλά αυτή τη φορά τριγυρίζει στο μυαλό μου η σκέψη να μείνω μόνιμα εκεί. Ήξερα ότι το πρώτο ταξίδι θα μου έδινε νέες εμπειρίες, αλλά δεν ήξερα ότι, με την ανιδιοτέλεια, την απλότητα και την αγάπη που θα συναντούσα, θα άλλαζε την κοσμοθεωρία μου τόσο πολύ. Κι έτσι, κάθε φορά που ο κολλητός φίλος μού λέει πως πρέπει να επιστρέψω στην πραγματικότητα, σκέφτομαι: Ποια πραγματικότητα θέλω; Γιατί αν θέλω αυτή που έζησα στην Καραϊβική ή πρέπει να την κάνω ανάμνηση και να πορευτώ μαζί της ή απλά να ξαναφύγω και να ζήσω μαζί της.

  • Ο Νίκος Αρβανίτης εργάζεται ως bartender στο μπαρ «Κολοκοτρώνη 9» και, παράλληλα, κάνει παρουσιάσεις για το ρούμι σε διάφορους χώρους.

TAGS