«Προσέγγιζα πάντα τις μεγαλύτερες γυναίκες. Με γοήτευαν η λάμψη τους, η εξυπνάδα τους και η σεξουαλικότητα που εξέπεμπαν» έλεγε ο Γερμανός, φετιχιστής φωτογράφος, που λάτρεψε τις γυναίκες περισσότερο από την ίδια του τη ζωή. 

Τα εκατό θα έκλεινε τον περασμένο μήνα ο Helmut Newton και το νέο ντοκιμαντέρ με τίτλο «Helmut Newton: The Bad and the Beautiful» δεν θα μπορούσε να φτάσει σε πιο κατάλληλη στιγμή. Σκηνοθέτης είναι ο δημοσιογράφος και κινηματογραφιστής Gero von Boehm, φίλος του Newton και της χήρας του, ο οποίος σε συνέντευξη που παραχώρησε προσφάτως στο AnOther δήλωσε συγκινημένος: «Πρέπει να πω ότι κάθε μέρα μου λείπει πολύ».

«Προσέγγιζα πάντα τις μεγαλύτερες γυναίκες. Με γοήτευαν η λάμψη τους, η εξυπνάδα τους και η σεξουαλικότητα που εξέπεμπαν»

Δείτε τις 7 φωτογραφίες του που άλλαξαν τη μόδα για πάντα: 

Ένα μείγμα τρυφερότητας και λατρείας είναι εμφανές στο ντοκιμαντέρ όπου ο Von Boehm συνεντευξιάζει κάποιες από τις πιο εξέχουσες γυναίκες που φωτογράφισε ο Newton: οι Charlotte Rampling, Claudia Schiffer, Isabella Rosellini, Marianne Faithfull και άλλες αποτίουν φόρο τιμής στο μεγαλείο του ως φωτογράφου και την παιγνιώδη συμπεριφορά του ως συνεργάτη. Όταν η Grace Jones περιγράφει τον Newton ως «ολίγον διεστραμμένο» αμέσως αμβλύνει την παρατήρηση αυτή, λέγοντας: «Αλλά το ίδιο κι εγώ, οπότε όλα εντάξει».

Ο Χέλμουτ Νιούτον, ασχολήθηκε με τη γυμνή φωτογράφηση όπως οι ζωγράφοι της Αναγέννησης με τους καμβάδες τους. Από το 1974 οι φωτογραφίες του πρωτοστατούν σε γνωστά περιοδικά μόδας - η μόδα ήταν η δεύτερη μεγάλη του αγάπη-, ενώ συνεργάστηκε επίσης και με ανδρικά περιοδικά. Η καλλιτεχνική φωτογραφία του χρωστάει τα ιδιόρυθμα, ασυνήθιστα σχήματα, την αχαλίνωτη φαντασία και την έντονη δημιουργικότητα.

Όταν η Grace Jones περιγράφει τον Newton ως «ολίγον διεστραμμένο» αμέσως αμβλύνει την παρατήρηση αυτή, λέγοντας: «Αλλά το ίδιο κι εγώ, οπότε όλα εντάξει».

Ο Χέλμουτ Νιούτον, ασχολήθηκε με τη γυμνή φωτογράφηση όπως οι ζωγράφοι της Αναγέννησης με τους καμβάδες τους.
Από το 1974 οι φωτογραφίες του πρωτοστατούν σε γνωστά περιοδικά μόδας - η μόδα ήταν η δεύτερη μεγάλη του αγάπη-, ενώ συνεργάστηκε επίσης και με ανδρικά περιοδικά.

Ο Νιούτον γεννήθηκε το 1920 στο Βερολίνο και ήταν εβραϊκής καταγωγής. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Neustädter. Στα 12 του αποκτά την πρώτη του φωτογραφική μηχανή. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης επιχείρησης με κουμπιά και αγκράφες, η Αμερικανίδα μητέρα του, μόνιμα κοντά στον Νιούτον, διατηρούσε τον στοργικό και υπερπροστατευτικό της ρόλο. Ο Νιούτον εγγράφεται στο αμερικάνικο σχολείο του Βερολίνου, αλλά η φοίτησή του δεν θα ολοκληρωθεί. Η έκδηλη τεμπελιά του για τα μαθήματα και η υπέρμετρη λατρεία του για την κολύμβηση, τα κορίτσια και τη φωτογραφία θα αναγκάσουν τον διευθυντή του σχολείου να τον αποβάλει.

Η καλλιτεχνική φωτογραφία του χρωστάει τα ιδιόρυθμα, ασυνήθιστα σχήματα, την αχαλίνωτη φαντασία και την έντονη δημιουργικότητα.

Το 1936 προσεγγίζει την Έλσα Σίμον (Ίβα), διάσημη φωτογράφο, και μαθητεύει δίπλα της έως το 1938. Εκείνη τη χρονιά η τελευταία δολοφονείται από τους ναζιστές. Την ίδια χρονιά η οικογένεια Νιούτον αναγκάζεται να εγκαταλείψει την Γερμανία αφήνοντας όμως πίσω τον Χέλμουτ ο οποίος, μη έχοντας ολοκληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, καθυστερεί ένα μήνα τη αποχώρησή του περιμένοντας την έκδοση του διαβατηρίου του. Το ταξίδι του μέσα στο Conte Rosso μαζί με εκατοντάδες άλλους φυγάδες θα εξελιχθεί γι’ αυτόν μία αναπάντεχη εμπειρία. Όπως είχε δηλώσει: «Αυτό το πλοίο ήταν για εμάς παράδεισος. Κάθε απόγευμα χορεύαμε, πίναμε, ικανοποιούσαμε τα σεξουαλικά μας απωθημένα. Προσέγγιζα πάντα τις μεγαλύτερες γυναίκες. Με γοήτευαν η λάμψη τους, η εξυπνάδα τους και η σεξουαλικότητα που εξέπεμπαν».

Ο Νιούτον δεν ολοκληρώνει το ταξίδι του μέχρι τη Χιλή, όπου περιμένουν οι δικοί του, αλλά αποβιβάζεται στη Σιγκαπούρη. Θα εργαστεί ως ρεπόρτερ στη «Singapore Straits Times» και ως φωτογράφος πορτρέτων.

Το 1948 παντρεύεται την ηθοποιό και μοντέλο Τζουν Μπράουν, γνωστή ως Τζουν Μπρουνέλ. Η ίδια θα αποδειχθεί αξιόλογη φωτογράφος που θα δράσει κάτω από το ψευδώνυμο Άλις Σπρινγκς. Η σχέση τους διατήρησε το στοιχείο της διακριτικότητας, όσα χρόνια και αν πέρασαν.

Μετά τον διωγμό των βρετανικών αρχών το 1940 θα βρεθεί στην Αυστραλία για να δουλέψει ως γεωργός. Κατατάσσεται στον αυστραλιανό στρατό και το 1946 πολιτογραφείται Αυστραλός και το Neustaedter θα μετατραπεί σε Νιούτον. Την ίδια χρονιά δημιουργεί το προσωπικό του στούντιο στο κοσμικό Φλίντερ Λέιν της Μελβούρνης. Το 1948 παντρεύεται την ηθοποιό και μοντέλο Τζουν Μπράουν, γνωστή ως Τζουν Μπρουνέλ. Η ίδια θα αποδειχθεί αξιόλογη φωτογράφος που θα δράσει κάτω από το ψευδώνυμο Άλις Σπρινγκς. Η σχέση τους διατήρησε το στοιχείο της διακριτικότητας, όσα χρόνια και αν πέρασαν.

Το 1976 εκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «White Women». Τα τελευταία χρόνια της ζωής του περιορίζει τις μετακινήσεις του ανάμεσα στο Μόντε Κάρλο και το Λος Άντζελες. 
«Στο λεξιλόγιό μου η λέξη “τέχνη” είναι μια πρόστυχη, βρώμικη λέξη» έχει δηλώσει. 

Το 1953 πραγματοποιεί την πρώτη του έκθεση μαζί με τον Αυστραλό φωτογράφο Βόλφγκανγκ Σίβερς (Wolfgang Sievers). Λίγα χρόνια αργότερα θα συνεργαστεί με τον Χένρι Τάλμποτ (Henry Talbot), επίσης διωκόμενο Εβραίο, και το στούντιο θα μετονομαστεί σε «Χέλμουτ Νιούτον & Χένρι Τάλμποτ». Η επαγγελματική και φιλική τους σχέση θα συνεχιστεί και μετά το 1957, όταν ο Νιούτον θα φύγει για το Λονδίνο με ετήσιο συμβόλαιο στην αγγλική «Vogue». Προτού ολοκληρωθεί ο χρόνος πηγαίνει στο Παρίσι όπου θα δουλέψει για γαλλικά και γερμανικά περιοδικά. Σύντομα θα επιστρέψει στην Αυστραλία με ένα συμβόλαιο στην αυστραλιανή «Vogue» και μετά πάλι πίσω στο Παρίσι (1961) όπου θα συνεχίσει τη δουλειά του ως φωτογράφος μόδας.

Το 1976 εκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «White Women». Τα τελευταία χρόνια της ζωής του περιορίζει τις μετακινήσεις του ανάμεσα στο Μόντε Κάρλο και το Λος Άντζελες. Στις 23 Ιανουαρίου 2004, καθώς οδηγούσε πιθανολογείται ότι υπέστη καρδιακή προσβολή, με αποτέλεσμα η Κάντιλακ που οδηγούσε να πέσει πάνω στον τοίχο του διάσημου «Chateau Marmont», το ξενοδοχείο στη οδό Σάνσετ Μπούλεβαρντ (Sunset Boulevard) του Λος Άντζελες, όπου κατοικούσε για πολλά χρόνια. Η τέφρα του τοποθετήθηκε δίπλα σε αυτήν της Μαρλέν Ντίτριχ στο Βερολίνο.

Ο Χέλμουτ Νιούτον θεωρήθηκε από πολλούς κάτι παραπάνω από φωτογράφος μόδας. 

Ο Χέλμουτ Νιούτον θεωρήθηκε από πολλούς κάτι παραπάνω από φωτογράφος μόδας. Το οικογενειακό του μοντέλο και ο τρόπος ζωής του επηρέασαν με υπόγειο τρόπο την τεχνική και τη θεματογραφία του. Στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του οι γυναίκες καταφέρνουν ακόμα και μέσα από τη γύμνια τους να εκπέμψουν απίστευτη δυναμικότητα. Ζουν, κοιμούνται, αναπνέουν με άψογο μακιγιάζ, βαριά κοσμήματα, προκλητικά τακούνια στιλέτο. «Στο λεξιλόγιό μου η λέξη “τέχνη” είναι μια πρόστυχη, βρώμικη λέξη» έχει δηλώσει. Στην τέχνη του ο Νιούτον καταργεί την πραγματικότητα και εξυψώνει τον πόθο, χρησιμοποιεί το στοιχείο της βίας, του σαδομαζοχισμού. Πίσω από κάθε του λήψη υποβόσκει και μία μικρή ιστορία, συνήθως αμφιλεγόμενη, βίαιη, σεξουαλικά φορτισμένη.

Ο ερχομός του κινήματος του υπερρεαλισμού θα προσφέρει σε κάποιους το πάτημα να αποδεχτούν την εκκεντρικότητά του Νιούτον. Είναι αλήθεια ότι ο ίδιος έπασχε από αχρωματοψία. Το γεγονός αυτό τον ώθησε στην προτίμηση έντονων χρωματικών αντιθέσεων και στην εκτύπωση ζωηρών χρωμάτων στις μεταγενέστερες έγχρωμες φωτογραφίες του. Παρά το χαρακτηρισμό του καλλιτεχνικού έργου του Χέλμουτ Νιούτον ως πορνογραφικό από κάποιους κριτικούς, η ποιότητα και η συνεισφορά του στην φωτογραφική τέχνη θεωρούνται πραγματικότητα.

 

*Με στοιχεία και φωτό ΑΠΕ-ΜΠΕ και el.wikipedia.org

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram 

 

TAGS