".... Θα ήμουν δέκα; ένδεκα χρονών; όταν η αδελφή μου μού ανακοίνωσε με στόμφο την τρομερή –για την ίδια τουλάχιστον- αλήθεια: «Η μαμά, Μηνά, έχει εραστάς!» «Τι θα πει “ραστάς”;» τη ρώτησα, φανταζόμενος ότι επρόκειτο για κάποιο είδος χτενίσματος ή –ο μη γένοιτω- για καμιά σοβαρή αρρώστια.

«Εραστάς, παιδί μου! Φίλους! Γκόμενους, πώς να στο κάνω λιανά;» «Σιγά! Κι εσύ πού το ξέρεις;» «Δεν έχεις προσέξει πως κάθε απόγευμα ξεπορτίζει με τις ώρες; Ο μπαμπάς είναι στο ιατρείο. Εκείνη που τρέχει; Σε ψώνια με τις φιλενάδες της; Σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις; Πότε στη μία γριά θεία και πότε στην άλλη;» «Πότε στη μία θεία και πότε στη άλλη!» της απάντησα, απρόθυμος να δεχτώ την οποιαδήποτε διαφορετική εκδοχή. Στο κάτω-κάτω οι απουσίες της μαμάς εμένα με βόλευαν – μπορούσα να μελετώ τα μαθήματά μου με το πάσο μου και ενδιαμέσως να παίζω ή να βλέπω τηλεόραση.

«Ψέμματα μάς λέει!» επέμεινε η αδελφή μου. «Μας έχει φλομώσει στο παραμύθι! Σε γκαρσονιέρες πάει και σε ξενοδοχεία!» «Και τι κάνει εκεί;» «Συναντάει άνδρες!» «Και λοιπόν;» Είχα καταλάβει πλέον ακριβώς τι εννοούσε, γούσταρα όμως να την προκαλώ να γίνει πιο συγκεκριμένη. Να ξεπεράσει την δεκατριάχρονη σεμνοτυφία της. «Πέφτει μαζί τους στο κρεββάτι!» «Και;» «Βγάζουν τα ρούχα τους, φιλιούνται, αγκαλιάζονται, σαλιώνονται…» η Μαίρη είχε γίνει κατακκόκινη «… κι έπειτα εκείνοι βάζουν το τεντωμένο τους πουλί μες στο πιπί της!» «Στο πιπί της μαμάς;» «Ναι!» «Δεν σε πιστεύω.» «Θες απόδειξη, Μηνά;» «Θα την πάρουμε από πίσω; Θα την κατασκοπεύσουμε;» «Δεν χρειάζεται. Περίμενε να πάει πέντε.»

Στις πέντε παρά τέταρτο κάθε απόγευμα πλην Σαββάτου και Κυριακής, ο Ηρακλής Αβλάμης αναχωρούσε για το ακτινολογικό του εργαστήριο. Η σύζυγός του κλεινόταν για κανένα μισάωρο στο μπάνιο και στη συνέχεια έμπαινε στην κάμαρά της για να ντυθεί.

Η κλειδαρότρυπα μού προσέφερε πανοραμική θέα. Γονατιστός την είδα να βγάζει την κινέζικη ρόμπα της κι ολόγυμνη να καμαρώνεται στον καθρέφτη. Να αλείβεται ύστερα με κρέμες, μουρμουρίζοντας ένα σουξέ της Μαρινέλλας. Οι λείες της μασχάλες φούσκωναν ελαφρά, το ηβικό της τρίχωμα –που το αντίκρυζα για πρώτη φορά- σχημάτιζε τέλειες μπούκλες, δεν συνάντησα κάτι τέτοιο ποτέ ξανά, σε καμία άλλη γυναίκα… Κι έπειτα να ξεκλειδώνει το κάτω συρτάρι του κομοδίνου της και να βγάζει από μέσα κάτι εσώρουχα που δεν μπορούσα καν να φανταστώ ότι υπήρχαν! Οι κυλότες και τα σουτιέν που είχα δει μέχρι τότε, σε μανταλάκια και σε βιτρίνες μαγαζιών, ήτανε μαύρες, άσπρες ή μπεζ – δεν είχαν τίποτα το αισθησιακό και ας τις γαρνίριζαν με δαντέλες. Η μυστική γκαρνταρόμπα της μαμάς αποτελούνταν αντιθέτως από μικροσκοπικά μεταξωτά υφάσματα – μωβ, κατακόκκινα και στο χρώμα του χρυσοκάνθαρου.

Περνώντας απ’την Μαρινέλλα στον Τζο Ντασέν (ήξερε αρκετά γαλλικά ώστε να τραγουδάει τους στίχους), τα άπλωσε πάνω στο κρεββάτι και τα χάιδεψε ηδονικά, αναποφάσιστη ποια να διαλέξει. Προτίμησε τελικά τον χρυσοκάνθαρο. Φόρεσε κι ένα ζευγάρι ζαρτιέρες, τις έστρωσε στα πόδια της κι έριξε στο αριστερό της μπούτι ένα χαστουκάκι, προείκασμα προφανώς για το τι θα συνέβαινε σε λίγη ώρα. Έβαλε από πάνω ένα αυστηρό καφέ φουστάνι και την πολυφορεμένη γκρίζα καμπαρντίνα της. Έτσι θα έπειθε τα παιδιά της –αλλά και τους περαστικούς- πως ήταν μια νοικοκυρά, σύζυγος ιατρού, που έχει βγει για ψώνια.

Μετά από εκείνο το μπανιστήρι, δεν χρειαζόμουν καμιά περαιτέρω απόδειξη. Μονάχα που εμένα -σε αντίθεση με την αδελφή μου- η κρυφή ζωή της μαμάς μάλλον με ιντρίγκαρε παρά με σόκαρε.

Σοκ και ίντριγκες για μικροαστούς! Μετά τον θάνατο του Ηρακλή Αβλάμη, η μάνα μου δεν ξαναπαντρεύτηκε. Ούτε καν απελευθερώθηκε. Συνέχισε να κρατάει με θρησκευτικό σεβασμό τα προσχήματα, να ερωτοτροπεί –και να ερωτεύεται πιθανόν- στο σκοτάδι. Κι όταν σε ένα καβγά, η Μαίρη τής έτριψε στη μούρη τις απιστίες της, τις αρνήθηκε όλες διαρρήδην, «βρες κάναν άντρα εσύ κι άσε με εμένα να πενθώ τον πατέρα σου!» της πέταξε με κακία.

Εγώ τις παρακολουθούσα αμέτοχος, όπως ο ζωγράφος τα μοντέλα του. Δεν με ένοιαζε να πάρω καμιάς τους το μέρος. Δεν με ενδιέφερε να βρω και να αποδώσω κανένα δίκιο. Εγώ αισθανόμουν πλέον συγγραφέας, έμπνευση αναζητούσα σε ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω μου. Και η οικογένειά μου μού προσέφερε άφθονο υλικό. Μυρηκάζοντας κι αναπλάθοντας τα παιδικά μου χρόνια, έγραψα δυό μυθιστορήματα και καμιά δεκαριά διηγήματα.

Η μάνα μου κοκορευόταν για την επιτυχία μου αλλά δεν μου έκανε ποτέ κανένα συγκεκριμένο σχόλιο σχετικά με τα βιβλία μου. Είχα φτάσει να αμφιβάλλω εάν καν τα διάβαζε – όχι πως με απασχολούσε και ιδιαίτερα…

Ώσπου στο κρεββάτι του νοσοκομείου, λίγες βδομάδες προτού πεθάνει, μού τα ξεφούρνισε μαζεμένα: «Μας περιέλαβες όλους, Μηνά! Και καλά έκανες. Χίλιες φορές καλύτερα από το να μαζεύεις μέσα σου δηλητήριο ή να παίρνεις, όπως η αδελφή σου, σβάρνα τους ψυχολόγους… Επίτρεψέ μου όμως να σου πω ότι στην ουσία δεν κατάλαβες τίποτα. Για λάθος λόγους μάς καταδίκασες στο πρώτο σου βιβλίο, για λάθος λόγους μάς αθώωσες στο δεύτερο. Η αλήθεια μας μονίμως σου ξέφευγε…»

«Τι εννοείς, μαμά;» ταράχτηκα. Ανασηκώθηκε στα μαξιλάρια, ήπιε με υπεράνθρωπη προσπάθεια δυό γουλιές νερό. «Άμα επέστρεφες στο Γαλάτσι και έβλεπες ό,τι ζούσαμε τότε όχι με τα δικά σου αγορίστικα μάτια μα απ’την πλευρά τη δική μου ή του πατέρα σου, τότε θα έγραφες τελείως διαφορετικά…» Δεν πρόσθεσε τίποτα παραπάνω. Δυνάμωσε την τηλεόραση διότι ξεκινούσε το αγαπημένο της σήριαλ, που το φινάλε του θα το έχανε λόγω θανάτου.

Οι φράσεις της φώλιασαν μέσα μου. Τις επεξεργαζόμουν ασυνείδητα επί χρόνια. Και μόλις τώρα, σ’αυτήν την απομίμηση του παιδικού μου δωματίου στην Κυδωνία, αφού είχα κλάψει γοερά επί μία ώρα –τα σεντόνια είχαν κυριολεκτικά μουσκέψει, το φως της μέρας έσκαγε αμυδρά έξω από το παράθυρο- μόλις τώρα άρχιζα να καταλαβαίνω.

Άρχιζα να καταλαβαίνω πως η μαμά μου δεν έκρυβε τα ξεπορτίσματά της επειδή φοβόταν την τιμωρία του πατέρα μου και της κοινωνίας. Επειδή βολευόταν στην ασφάλεια της κυρίας Αβλάμη. Αλλά γιατί –και στα τριάντα και στα σαράντα και στα πενήντα της ακόμα, χήρα ήδη- εννοούσε να έχει τα κουκλάκια της. Τους εραστάς της. Να τα βγάζει κάθε τόσο από το κουτί τους και να παίζει μόνη μαζί τους, δίχως να την επιτιμά ούτε να την κατανοεί κανένα ξένο βλέμμα. Εάν στερούνταν το παιχνίδι της, θα έπαυε να είναι η τρυφερή, γελαστή, τσαχπίνα μαμά μου. Θα καταντούσε σαν τις μανάδες των συμμαθητών μου: Στεγνή και υστερική. Εάν πάλι επαναστατούσε και εγκατέλειπε τον άντρα της για έναν γκόμενο, θα έμπαινε απλώς κάτω από τον ζυγό κάποιου πολύ χειρότερου από τον Ηρακλή. Του Ηρακλή της, τον οποίον ειλικρινά λάτρευε.

Κι άρχιζα να καταλαβαίνω τον μπαμπά μου, που ήξερε ακριβώς ποιάν είχε παντρευτεί, με ποιάν είχε κάνει παιδιά, και δεν τον ενδιέφερε ποσώς να την αλλάξει. Ή να την περιφράξει. Κι όταν καμιά φορά γύριζε εκείνος πρώτος σπίτι από το ιατρείο, την περίμενε να επιστρέψει απ’τις τσάρκες της, τηγανίζοντας της πατάτες κι αβγά. «Έχεις την ωραιότερη μαμά του κόσμου!» μου επαναλάμβανε τακτικά. «Ευτυχώς της έμοιασες…»

Οι γονείς μου –το ανακάλυπτα μόλις, σαν από θαύμα- έστεκαν πολύ πάνω από την κρίση μου. Πόσω δε μάλλον από τη συγγνώμη μου. Τους άξιζε ένα βιβλίο υμνητικό, ένα βιβλίο για την άνευ όρων αγάπη. Ήταν όμως πολύ αργά. Εγώ ήμουν πρώην συγγραφέας.

Κάπνισα ένα ακόμα τσιγάρο κι -εξαντλημένος απ’το κλάμα- έγειρα στο μαξιλάρι και μισόκλεισα τα βλέφαρα μου.

Και τότε η πόρτα άνοιξε απαλά και τους είδα να μπαίνουν, νυχοπατώντας για να μην με ταράξουν. Φορούσαν και οι δύο τα καλά τους – τα ρούχα με τα οποία τους είχαμε κηδέψει. Η μαμά έσκυψε από πάνω μου, ο μπαμπάς στάθηκε μισό βήμα πιο πίσω. «Τι γυρεύει εδώ ο Μηνάς;» τη ρώτησε θορυβημένος. «Σουτ, Ηρακλή! Καήκαν απλώς τα φτεράκια του και ξαναμπήκε στο κουκούλι του για να πάρει δυνάμεις…» «Και θα πετάξει πάλι;» «Μη ρωτάς αστειότητες! Πετάξει - δεν πετάξει, παιδί μας είναι.» «Δεν θα πλαγιάσεις δίπλα μου, μαμά, όπως παλιά;» την ικέτεψα. «Εάν σε βρω και αύριο σε αυτό το κρεββάτι, θα πλαγιάσω» μού έταξε. «Μα δεν το εύχομαι.»...."

 

Δείτε την ανάρτηση του συγγραφέα στο φέισμπουκ:

 

TAGS