0
SHARES

«Το όνομα της συνοικίας Ψυρή και όχι Ψειρή, αλλά ούτε και Ψυρρή με δύο δηλαδή “ρ”». Γράφεται με ένα “ρ”. Είναι ονομασία της περιοχής από τα μεσαιωνικά χρόνια και προήλθε από το επώνυμο Ψυρής, που έφερε κάποιος Αθηναίος, ο οποίος είχε κτίσει την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στο χώρο περίπου της σημερινής πλατείας Ηρώων, η οποία κατεδαφίστηκε κάποτε, όπως και πολλές άλλες μεσαιωνικές εκκλησίας της Αθήνας. Το επώνυμο Ψυρής σημαίνει Ψαριανός, δηλαδή καταγόμενος από το νησί Ψαρά, που τα αρχαία χρόνια το έλεγαν Ψύρα ή Ψυρίη» γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου «Η ιστορία της συνοικίας του Ψυρή» του Γιάννη Κ. Καιροφύλα. Και κάπως έτσι αποκαθίσταται, μια για πάντα, ένα μεγάλο λάθος, αυτό του διπλού «ρο» στη γραφή της αγαπημένης περιοχής του κέντρου.

Η επανάχρηση του κτηρίου και η αναδιαμόρφωση του σε σύγχρονο χώρο φιλοξενίας για το διεθνές κοινό αλλά και τους Έλληνες επισκέπτες της πρωτεύουσας, ήταν το βασικό στοίχημα του εγχειρήματος της επενδυτικής κατασκευαστικής εταιρείας η οποία αποφασίζει το 2016 την εκκίνηση του έργου αποκατάστασης του παλαιού στοιχειοχυτηρίου.
Η πανέμορφη θέα από τον κατάφυτο κήπο στην ταράτσα του ξενοδοχείου.

Μια γειτονιά με ιστορία που χάνεται κάπου στα μεσαιωνικά χρόνια, στην προ της επαναστάσεως του 1821 εποχή, με έναν Άγγλο ποιητή και φιλέλληνα, τον λόρδο Βύρωνα να κάνει πέρασμα, με τους θρυλικούς μάγκες και τον Κουτσαβακισμό να αφήνουν το στίγμα τους, με πολλούς ευκατάστατους Έλληνες της διασποράς να χτίζουν εκεί τα σπίτια τους, ανάμεσα στα μικρά δωμάτια των φτωχών Ελλήνων και του μεγάλου διηγηματογράφου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο οποίος έζησε εκεί για είκοσι περίπου χρόνια.

Η συνολική επιφάνεια του κτηρίου ανέρχεται στα 860 τ.μ. τα οποία και διαμοιράζονται σε 5 στάθμες. Στο υπόγειο συγκεντρώνονται όλοι οι βοηθητικοί χώροι, ενώ στο ισόγειο βρίσκεται ο χώρος υποδοχής (reception, lounge).
Ο σεβασμός προς τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του ακινήτου, όπως αυτός διαμορφώθηκε μέσα από τις διαφορετικές δραστηριότητες που στέγασε - αρχικά, ως σύμβολο της βιοτεχνικής άνθησης της Αθήνας των αρχών του 20ου αιώνα και μετέπειτα ως χώρος θεάτρου και τέχνης - συνετέλεσε στην διαμόρφωση της κεντρικής αρχιτεκτονικής ιδέας και στον προσδιορισμό των βασικών αρχών σχεδιασμού.

Σε αυτή την τρικολόρε αλλά ευήνεμη γειτονιά, σε ένα κτήριο του 1930, σήμερα πλέον χτυπά η καρδιά του αστικού hoteling, με το boutique hotel, The Foundry, να ορίζει το τοπίο. Το The Foundry είναι γνωστό στην πόλη σαν το «ξενοδοχείο με τους κρεμαστούς κήπους».

«Το ισόγειο του Τhe Foundry ανοικοδομήθηκε τo 1930 και στέγασε το πρώτο στοιχειοχυτήριο της ανατολικής Μεσογείου, των Καρπαθάκη-Αναγνωστόπουλου, το οποίο διέκοψε την λειτουργία του μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’50, με επέκταση αδείας, ανοικοδομήθηκαν σε διαφορετικές φάσεις ο πρώτος και ο δεύτερος όροφος του κτηρίου, ενώ η χρήση του τροποποιήθηκε σε τυπογραφείο και αργότερα σε αποθήκη. Τα νεώτερα χρόνια έγινε γνωστό στους κατοίκους της πρωτεύουσας ως Θέατρο Πολιτεία των αδερφών Χατζάκη» εξηγεί η παρέα των τριών, της Έφης, του Μιλτιάδη και του Μάριου.

Ο Μίλτος (στη μέση) και η ‘Εφη είναι αρχιτέκτονες του έργου (ανέλαβαν την ανακατασκευή, σχεδιασμό, επίπλωση του κτηρίου). Ο Μάριος και ο Μίλτος είναι συνιδιοκτήτες του ξενοδοχείου. Ο Μάριος έχει αναλάβει το management του ξενοδοχείου.

Η Έφη Μαλανδράκη, με τα πύρινα μαλλιά, είναι αρχιτέκτονας Mηχανικός του ΕΜΠ. Αγαπάει την αρχιτεκτονική σε κάθε της κλίμακα, τον σχεδιασμό επίπλων, το interior design, τα σκίτσα με μολύβι, τις γάτες και τις φακίδες.

Ο Μιλτιάδης Πορτοκάλης, έχει γελαστά μάτια και είναι αρχιτέκτονας Mηχανικός του ΕΜΠ. Αγαπάει τον σχεδιασμό, αλλά η κατασκευή, είτε πρόκειται για μεγάλα κτηριακά συγκροτήματα είτε για μικρά χειροποίητα αντικείμενα χώρου, είναι η μεγάλη του αδυναμία. Α, και φυσικά ο σκύλος του, η Αθηνά.

Ο Μάριος Κούλλουρος, διαθέτει το σπάνιο χάρισμα της ζωηρής επικοινωνίας. Έχει σπουδάσει Mηχανολόγος Mηχανικός, όμως από νωρίς ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις, μέχρι που ονειρεύτηκε ένα αστικό ξενοδοχείο με μεγάλα παράθυρα για να φιλοξενεί τους ταξιδιώτες του κόσμου. Ευτυχώς για όλους μας, το βρήκε. Το βρήκε σε αυτό το αδιέξοδο της οδού Σαρρή.

Τα 12 διαμερίσματα του ξενοδοχείου αναπτύσσονται στους τρεις ορόφους και το δώμα φυτεύεται εξ' ολοκλήρου με φυτά ελληνικού τοπίου προσφέροντας έναν χώρο χαλάρωσης με θέα το ιστορικό κέντρο της πόλης».
Παλιό και νέο, vintage και διαχρονικό, αγκαλιά.
Στοιχεία της αθηναϊκής ιστορίας, του βιοτεχνικού χαρακτήρα της συνοικίας, του ελληνικού τοπίου, του μαρμάρου, του μωσαϊκού, της πέτρας και του συγχρόνου αρχιτεκτονικού design ορίζουν την ταυτότητα του The Foundry.

Το παλιό διώροφο στοιχειοχυτήριο, στο αδιέξοδο, ανασκευάζεται εξ’ ολοκλήρου και διαμορφώνεται σε ένα boutique ξενοδοχείο, δώδεκα αυτοτελών διαμερισμάτων, προτείνοντας έναν νέο χώρο φιλοξενίας στην καρδιά του ιστορικού κέντρου. Στοιχεία της αθηναϊκής ιστορίας, του βιοτεχνικού χαρακτήρα της συνοικίας, του ελληνικού τοπίου, του μαρμάρου, του μωσαϊκού, της πέτρας και του συγχρόνου αρχιτεκτονικού design ορίζουν την ταυτότητα του The Foundry, τη δημιουργία ενός φιλόξενου χώρου, υψηλής αισθητικής, λειτουργικότητας και άνεσης.

«Η αρχική προσέγγιση ήταν η δημιουργία ενός boutique hostel, αργότερα ενός apartment building τουριστικού χαρακτήρα και τελικά ενός boutique apartment hotel».
«Η φιλοσοφία πίσω από το The Foundry Hotel ήταν να δημιουργήσουμε ένα ξενοδοχείο με μικρά «σπίτια»-διαμερίσματα, το οποίο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τις δικές μας και των φίλων μας και κατ’ επέκταση στις επιθυμίες των επισκεπτών μας από τον κόσμο».

«Η ιδέα γεννήθηκε όπως και όλες οι καλές ιδέες που πάνε στον παράδεισο» μου εξηγούν όταν τους ζητάω να πιάσουν την ιστορία από την αρχή, με αφορμή ένα απογευματινό πικ-νικ στον κατάφυτο, ευωδιαστό κήπο της ταράτσας του ξενοδοχείου, με τον μελωμένο ήλιο να γλυκαίνει τα χαρακτηριστικά των προσώπων και τις εξαιρετικές γεύσεις μαζί με το κρασί να γιορτάζουν τη στιγμή. «Σε μια παραλία στην Γαύδο, έπειτα από μια τυχαία συνάντηση το 2016, μέσα από συζητήσεις, όνειρα, γέλια και προβληματισμό. Το επιχειρηματικό και σχεδιαστικό μας πλάνο πέρασε μέσα από πολλά στάδια μέχρι να καταλήξει στην παρούσα του υλοποιημένη μορφή. Η αρχική προσέγγιση ήταν η δημιουργία ενός boutique hostel, αργότερα ενός apartment building τουριστικού χαρακτήρα και τελικά ενός boutique apartment hotel» λένε και οδηγούμεθα αυτομάτως στην επόμενη ερώτηση.

«Στα πλαίσια της φιλοσοφίας μας σχετικά με τον σχεδιασμό και την εμπειρία που θέλουμε να προσφέρουμε στον επισκέπτη, επιλέξαμε να μην τοποθετήσουμε τηλεοράσεις, και να «στρέψουμε» τα καθιστικά των διαμερισμάτων προς τα μεγάλα βιομηχανικά παράθυρα, τις οπτικές φυγές προς το Αττικό ουρανό και την αστική ειλικρίνεια του αθηναϊκού τοπίου».
Ένα πιάνο, το πορτοκαλί πικάπ, δίπλα σε κάποιον δίσκο των Doors. Καμία τηλεόραση.

-Ποια είναι, δηλαδή, η φιλοσοφία του ξενοδοχείου;

Η φιλοσοφία πίσω από το The Foundry Hotel ήταν να δημιουργήσουμε ένα ξενοδοχείο με μικρά «σπίτια»-διαμερίσματα, το οποίο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τις δικές μας και των φίλων μας και κατ’ επέκταση στις επιθυμίες των επισκεπτών μας από τον κόσμο, με τους οποίους μπορεί οι προσωπικές μας ιστορίες να μην συνέπεσαν, η αισθητική μας όμως, όπως προκύπτει από το φάσμα των ταξιδιωτικών μας εμπειριών, να είναι κοινή. Έναν χώρο με ιστορική συνέχεια, υψηλή αισθητική και ξεχωριστό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, όπου να μπορούν να συνδιαλέγονται η αίσθηση της οικειότητας, της λειτουργικότητας και της φιλοξενίας με τα στοιχεία της έκπληξης και των ανατρεπτικών χωρικών προσεγγίσεων. Ένα ξενοδοχείο που να μας κάνει να χαμογελάμε και να θέλουμε να διαμείνουμε σε αυτό για καιρό.

«Η ιδέα γεννήθηκε όπως και όλες οι καλές ιδέες που πάνε στον παράδεισο» μου εξηγούν όταν τους ζητάω να πιάσουν την ιστορία από την αρχή, με αφορμή ένα απογευματινό πικ-νικ στον κατάφυτο, ευωδιαστό κήπο της ταράτσας του ξενοδοχείου.
Η χειροποίητη πίτσα-ποίημα συνοδεύει τις χαλαρές συζητήσεις την ώρα του απογευματινού πικ-νικ.

«Πάμε να σας δείξω τα δωμάτια» προτείνει σε εμένα και τη Χρύσα η Έφη Μαλανδράκη και εμείς δε χάνουμε την ευκαιρία να την ακολουθήσουμε στο ασανσέρ-μικρή ζούγκλα, με την ανάλογη καταπράσινη ταπετσαρία του Αμαζονίου, που μοιάζει σαν υπογραμμίζει τον εξωτισμό της Αθήνας, με τον πιο σικ τρόπο. Το δωμάτιο-μεζονέτα, με τα τεράστια βιομηχανικά παράθυρα, τα κρεμαστά, κεραμικά φωτιστικά, το εμφανές μπετόν, την κρεβατοκάμαρα στον πάνω όροφο και το πορτοκαλί πικάπ, δίπλα σε κάποιον δίσκο των Doors, είναι ένας τόπος γαλήνης. πραότητα και καλαισθησίας.

Ο έρωτας και η υψηλή αισθητική δεν κρύβονται.
Το δωμάτιο-μεζονέτα, με τα τεράστια βιομηχανικά παράθυρα, τα κρεμαστά, κεραμικά φωτιστικά, το εμφανές μπετόν, την κρεβατοκάμαρα στον πάνω όροφο και το πορτοκαλί πικάπ, δίπλα σε κάποιον δίσκο των Doors, είναι ένας τόπος γαλήνης. πραότητα και καλαισθησίας.

-Η απουσία τηλεοράσεων από τα δωμάτια είναι φυσικά εσκεμμένη, σωστά;

Στα πλαίσια της φιλοσοφίας μας σχετικά με τον σχεδιασμό και την εμπειρία που θέλουμε να προσφέρουμε στον επισκέπτη, επιλέξαμε να μην τοποθετήσουμε τηλεοράσεις, και να «στρέψουμε» τα καθιστικά των διαμερισμάτων προς τα μεγάλα βιομηχανικά παράθυρα, τις οπτικές φυγές προς το Αττικό ουρανό και την αστική ειλικρίνεια του αθηναϊκού τοπίου. Προσφέροντας εναλλακτικούς τρόπους διασκέδασης, έχουμε προσθέσει σε κάθε διαμέρισμα πικάπ και βινύλια, ενώ σε κάποια διαμερίσματα υπάρχει και πιάνο. Ορμώμενοι από τις δικές μας ταξιδιωτικές εμπειρίες, προτιμήσαμε να παροτρύνουμε τον επισκέπτη να απολαύσει την ηρεμία του δωματίου του, να ακούσει μουσική, να σερφάρει στο internet ή να βγει και να ανακαλύψει στην πόλη ή το κατάφυτο rooftop picnic garden, χωρίς να αποσπάται από την τηλεοπτική πραγματικότητα.

Όταν επιστρέφουμε στο πικ-νικ έχει πια βραδιάσει και η Ακρόπολη, απέναντι, έχει φωτιστεί όπως της αξίζει. Ο κήπος της ταράτσας στο ξενοδοχείο μας προστατεύει από καθετί κακό. Ζητάω από την ομοούσια τριάδα, την Έφη, τον Μιλτιάδη και τον Μάριο να συμπληρώσουν τη φράση «Τα μεσάνυχτα στον κήπο του καλού, στο Foundry Hotel...».

«...μυρίζει λεβάντα και δυόσμο, τα φώτα είναι πολύ χαμηλά, η πόλη απλώνεται πανοραμικά από κάτω, γοητευτική αλλά σε απόσταση ασφαλείας και αν είσαι τυχερός, μπορείς να απλώσεις το χέρι και να γευθείς μια αγριοφράουλα» λένε αυτοί περιγράφοντας με λέξεις αυτό που νιώθει ο επισκέπτης με όλες του τις αισθήσεις.

«...μυρίζει λεβάντα και δυόσμο, τα φώτα είναι πολύ χαμηλά, η πόλη απλώνεται πανοραμικά από κάτω, γοητευτική αλλά σε απόσταση ασφαλείας και αν είσαι τυχερός, μπορείς να απλώσεις το χέρι και να γευθείς μια αγριοφράουλα».

Ακολούθησε το WomanToc στο Instagram

TAGS