Γέννησα τον γιο μου πριν από περίπου δύο χρόνια, μία πολύ ζεστή ημέρα ενός ελληνικού καλοκαιριού, μετά από 12 ολόκληρες ώρες φυσιολογικού τοκετού. Ίσως αυτό σε κάποιους (που έχουν ζήσει ήδη μία γέννα) να ακούγεται πολύ τρομακτικό, ίσως σε άλλους να ακούγεται ως σκέτες λέξεις στη σειρά χωρίς κανένα ιδιαίτερο νόημα από πίσω. 12. Ώρες. Φυσιολογικού. Τοκετού. Στην πραγματικότητα, για μένα, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Μία κουραστική εμπειρία που πέρασε πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο νόμιζα ότι θα περάσει, χωρίς κάποια τεράστια ταλαιπωρία για να έχω να διηγούμαι σε γνωστούς και φίλους. Ίσα-ίσα που προς το τέλος της διαδικασίας στάθηκα τυχερή και τα πράγματα έγιναν με αστραπιαία ταχύτητα. Αλλά αυτή είναι μία άλλη ιστορία. Αρχίζω την αφήγηση μου από εδώ για να πω απλά το εξής: Είναι προτιμότερο σε αυτή τη ζωή να μην μεγαλοποιούμε αχρείαστα τις καταστάσεις, καθώς μία γέννα είναι απλώς μία γέννα, με όλες τις δυσκολίες που μπορεί να έχει για αρκετές από εμάς. Καμία δεν είναι ηρωίδα απλά και μόνο επειδή γέννησε φυσιολογικά, όσες ώρες κι αν κράτησε ο τοκετός, και καμία από εμάς δεν είναι ηρωίδα απλά και μόνο επειδή θήλασε, όσα εμπόδια κι αν κλήθηκε να ξεπεράσει για να τα καταφέρει.

Και κάπως έτσι φτάνω στο προκείμενο αυτής της αληθινής ιστορίας αδιανόητης αγένειας από μία μητέρα προς μία άλλη (νέα) μητέρα. Είχε περάσει περίπου μιάμιση ημέρα από εκείνο το ζεστό μεσημέρι ενός ελληνικού καλοκαιριού, που λέγαμε παραπάνω, όταν στο δωμάτιο του μαιευτηρίου με επισκέφθηκαν τρεις άνθρωποι που δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Όταν λέω ότι δεν τους είχα δει ποτέ στη ζωή μου δεν εννοώ ότι τους είχα δει μία φορά κάποτε και δεν τους θυμόμουν πια, αλλά εννοώ επακριβώς αυτό που λέω. Δεν τους είχα δει ποτέ ξανά στη ζωή μου. 

Μπήκαν μέσα με φόρα και με ένα μπουκέτο μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα και άρχισαν να συμπεριφέρονται σα να γνωριζόμασταν από πάντα, με αγκάλιασαν και να φίλησαν, ενώ εγώ έψαχνα με τα μάτια τους γονείς μου ή τους γονείς του άντρα μου για να πάρω πληροφορίες. Τελικά ήταν συγγενείς από την δική του πλευρά, είχα ακούσει, φυσικά, για εκείνους, αλλά δεν είχαμε γνωριστεί ποτέ μέχρι τότε. Αρχικά, βρήκα την κίνηση τους να έρθουν μέχρι το μαιευτήριο εξαιρετικά ευγενική, πιθανότατα να σκέφτηκαν πως μέσα στο κατακαλοκαίρο θα είμαι αρκετά μόνη, χωρίς σχεδόν καθόλου επισκέψεις.

Αφού πήγαμε όλοι μαζί για να δουν το μωρό, πίσω από το γυαλιστερό τζάμι του θαλάμου νεογνών, και μετά τις καθιερωμένες κραυγές ενθουσιασμού, «Πωπω, τι όμορφο που είναι», «Να σας ζήσει». «Νομίζω ότι μοιάζει σε σένα» (γνώμη μου, αλλά τα μωράκια που δεν έχουν κλείσει καν 48 ώρες ζωής δε μοιάζουν σε κανέναν, απλά μοιάζουν όλα μεταξύ τους), άρχισαν οι ερωτήσεις. Πολλές ερωτήσεις. Αδιάκριτες ερωτήσεις. Με πρώτη και καλύτερη την εξής μία προερχόμενη από τη μητέρα αυτής της άγνωστης προς εμένα τριμελούς οικογένειας: «Με τον θηλασμό πώς τα πας;». Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω με τη γνώση μου έχω σήμερα είναι αρκετά πιθανό ότι θα έλεγα ψέματα και θα ξεμπέρδευα, θα ισχυριζόμουν ότι τα πήγαινα τέλεια, ότι ο μικρός έπινε τόσο γάλα που δεν προλάβαινα καν να το χωνέψει και τα προχωρούσαμε μακάριοι παρακάτω. Μπορεί πάλι να της έλεγα ευθέως ότι δεν είναι δική τους δουλειά και ότι αυτές δεν είναι ερωτήσεις που τις κάνεις σε ανθρώπους που έχεις γνωρίσει τα τελευταία δέκα λεπτά.

Το τι άκουσα δεν περιγράφεται. Από το ότι δεν πρέπει ούτε καν να το σκέφτομαι, μέχρι το ότι εκείνη έκανε κι αυτό και εκείνο και το άλλο και μία χαρά τα κατάφερε, μέχρι το πιο τραγικό όλων. Ότι έπρεπε να πάω επιτόπου στις μαίες και να τις απειλήσω με μήνυση αν έδιναν ξανά «ξένο» γάλα στο μωρόι

Επειδή όμως όντως δεν τα πήγαινα καλά, και επειδή ήμουν όντως λιγάκι απογοητευμένη, και επειδή είχε αρχίσει όντως να σκέφτομαι ότι κάτι δεν κάνω καλά, και επειδή ήμουν όντως νέα μαμά και δεν ήξερα γενικά που πάνε τα τέσσερα, απάντησα κανονικά. Δηλαδή είπα την αλήθεια. Ότι ο θηλασμός είναι καταστροφή και ότι σκέφτομαι να τα παρατήσω. Τη στιγμή που το είπα ήταν λες και πάτησα το κουμπί και έθεσα σε εφαρμογή μία ωρολογιακή βόμβα σε αντίστροφη μέτρηση. Το τι άκουσα δεν περιγράφεται. Από το ότι δεν πρέπει ούτε καν να το σκέφτομαι, μέχρι το ότι εκείνη έκανε κι αυτό και εκείνο και το άλλο και μία χαρά τα κατάφερε, μέχρι το πιο τραγικό όλων. Ότι έπρεπε να πάω επιτόπου στις μαίες και να τις απειλήσω με μήνυση αν έδιναν ξανά «ξένο» γάλα στο μωρό. Μάταια προσπάθησα να της εξηγήσω ότι το μωρό είχε πεσμένο ζάχαρο και αυτή ήταν η σύσταση του παιδιάτρου και του γυναικολόγου. Χτυπιόταν σαν παρανοϊκή και ήθελε να πάμε επιτόπου μαζί να τις απειλήσουμε.

Δε νομίζω ότι έχει πολύ νόημα να μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες γύρω από τον παρανοϊκό εκείνο διάλογο. Το μόνο που αξίζει να πω, κυρίως γιατί είναι εντελώς αστείο, είναι πως μετά από όλα αυτά η άγνωστη γυναίκα μού έδωσε επιπλέον οδηγίες και για το μπάνιο του παιδιού, τονίζοντας μου να «μην τολμήσω να το σκουπίσω με μωρομάντηλα». Ωστόσο, μέσα στην γελοιότητα της, αυτή δεν είναι μία ιστορία που αφορά μόνο σε μία σκληροπυρηνική, αγενή μητέρα που θεωρεί, προφανώς, ότι ξέρει τα πάντα και μπορεί να τα επιβάλει και στους άλλους, αδυνατώντας να μπει έστω και για μία στιγμή στα παπούτσια τους. Είναι μία ιστορία που αφορά αρκετές μαμάδες, νέες και παλιές, γνωστές ή λιγότερο γνωστές, γυναίκες σύγχρονες, κοινωνικές, δυναμικές, που για περίπου ένα μήνα με ρωτούσαν μέρα παρά μέρα τι σκοπεύω να κάνω με το καυτό αυτό ζήτημα. Δίχως στιγμή να σκεφτούν ότι ένας άνθρωπος ήδη υπερβολικά πιεσμένος με ένα θέμα που έχει να κάνει με το μεγάλωμα του παιδιού του δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη συμβουλές και ερωτήσεις από τον έναν και τον άλλον.

Αυτή η ιστορία αφορά και σε μερικά γκρουπ στο διαδίκτυο, τα οποία μου σύστησε μία φίλη για να βοηθηθώ. Καμία φορά, μέσα στη νύχτα, και ενώ ο μικρός είχε νανουριστεί στην αγκαλιά μου τα διάβαζα και προσπαθούσα να βγάλω, μέσα στο άκρη στο ημίφως του δωματίου. Γκρουπ για τον μητρικό θηλασμό, από γυναίκες που «τα κατάφεραν» και έκαναν συγκινητικά ποστ για τις «απίθανες» περιπέτειες τους. Για το πόσο πολύ κουράστηκαν, το πόσο πολύ ζορίστηκαν, το πόσο ξενύχτησαν, το πόσο πόνεσαν, το πόσο εξαντλήθηκαν, το πόσες φορές έστειλαν τον σύντροφο τους να κοιμηθεί στον καναπέ, αλλά στο τέλος τα κατάφεραν. Δεν θέλω να υποτιμήσω, σε καμία περίπτωση, την δύναμη αυτών των γυναικών. Το ήθελαν πολύ, το μπόρεσαν με κάθε θυσία και μπράβο τους. Είναι μεγάλο πράγμα ο θηλασμός, σπουδαίο, ένα σημαντικό δώρο που κάνει μία μαμά στο παιδί της. το πρώτο δώρο που του κάνει. Αρκεί να μπορεί να το κάνει δίχως να κινδυνεύει η ψυχική της υγεία. Γιατί τα παιδιά μας μάς έχουν ανάγκη γερές και ισορροπημένες, ικανές να τα φροντίσουμε και να ανταπεξέλθουμε στις μακροπρόθεσμες δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν. Ας βάλουμε στο τραπέζι και αυτό: Στο τέλος πολλές από αυτές τις μαμάδες (όχι όλες) έβαζαν τις φωνές ή «πλάκωναν» τις ειρωνείες σε άλλες μαμάδες που είχαν μπει στο γκρουπ αναζητώντας παρηγοριά και λίγο κουράγιο, γράφοντας κάτι του στυλ «Εγώ κορίτσια δεν μπορώ να τα καταφέρω και το παιδί πεινάει και κλαίει σκέφτομαι να δώσω ξένο».

Εγώ πάλι που τελικά ποτέ δεν τα κατάφερα, εκεί στους 4-5 μήνες ανακάλυψα την καλύτερη απάντηση στην χειρότερη, την πιο αγενή ερώτηση που μου έχουν κάνει ποτέ. Straight forward, αποστομωτική, αφοπλιστική, δεν σηκώνει περαιτέρω συζητήσεις. «Μπα, μωρέ, δεν θήλασα. Δεν ήταν για μένα»,

Κεντρική φωτογραφία: unsplash

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS