0
SHARES

Η ιστορία της έγινε γνωστή λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Στα 96 της χρόνια, η μοναδική επιζήσασα «δοκιμάστρια» φαγητών του Αδόλφου Χίτλερ, Μάργκοτ Βολκ, αποφάσισε να λύσει τη σιωπή της και να μιλήσει για την τρομακτική εμπειρία που έζησε από τότε που αποφάσισε να εγκατασταθεί σ' ένα χωριό κοντά στο Βόλφσάντσε, στο μυστικό στρατηγείο του Χίτλερ. Στη συνέντευξη τύπου που παραχώρησε, ωστόσο, ανέφερε ότι  ότι δεν υπήρξε ποτέ Ναζί και ότι την ανάγκασαν τα SS να γίνει δοκιμάστρια φαγητών.

Η περίπτωση της γυναίκας με την ατσάλινη θέληση που επεβίωσε στο χείλος του γκρεμού, ανάμεσα στην ανήκουστη σύμπραξη με το Κακό και στην προαναφερθείσα επιθυμία έκλεψε αμέσως το ενδιαφέρον της ιταλίδας συγγραφέως - μιας από τις χαρακτηριστικές εκπροσώπους της γεινάς της - Ροσέλα Ποστορίνο.

Προσπάθησε να βρει τη διεύθυνσή της και όταν, τρεις μήνες αργότερα, τα κατάφερε και της έστειλε ένα γράμμα όπου της ζητούσε να συναντηθούν, εκείνη είχε πεθάνει.

Εκείνη, όμως, είχε πάθει εμμονή με την ιστορία της Βολκ και ο μόνος τρόπος για να καταλάβει γιατί της είχε συμβεί αυτό ήταν να γράψει ένα μυθιστόρημα βασισμένο στην εμπειρία της. «Το βασικό μου ερώτημα ήταν το εξής: αν ήμουν εγώ στη θέση της τι θα είχα κάνει», λέει η Ποστορίνο στη συνέντευξη που παραχώρησε στο TheTOC με την ευκαιρία  της κυκλοφορίας του βιβλίου «Στο τραπέζι του λύκου» από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

«Στο τραπέζι του λύκου» από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
Η Ροσέλα Ποστορίνο

- Πότε και με ποιον τρόπο μάθατε για τη Μάργκοτ Βολκ;

«Τον Σεπτέμβριο του 2014, καθώς ξεφύλλιζα μια ιταλική εφημερίδα, διάβασα ένα σύντομο άρθρο για τη Μάργκοτ Βολκ, την τελευταία ζωντανή δοκιμάστρια φαγητών του Χίτλερ. Ήταν 96 ετών και μιλούσε για πρώτη φορά για την εμπειρία την οποία είχε κρατήσει μυστική σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. Στη συνέντευξη έλεγε ότι δεν υπήρξε ποτέ Ναζί και ότι την ανάγκασαν τα SS να γίνει δοκιμάστρια φαγητών. Αυτό μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον. Περιέγραφε τα γεύματα των δοκιμαστών σαν πολύ δύσκολες στιγμές, σαν πραγματικό εφιάλτη, θυμόταν όμως πόσο νόστιμο και φρέσκο ήταν το φαγητό. Ένιωσα ότι αυτή η αντίφαση αποτελούσε την αντίφαση ολόκληρης της ζωής της: από τη μια αναγκάστηκε να βάζει σε κίνδυνο τη ζωή της τρεις φορές την ημέρα τρώγοντας, από την άλλη ήταν ένοχη και απάνθρωπη γιατί δούλευε για τον Χίτλερ. Γι’ αυτό η ιστορία της με συγκλόνισε, γι’ αυτό αποφάσισα να τη συναντήσω. Προσπάθησα να βρω τη διεύθυνσή της και όταν, τρεις μήνες αργότερα, τα κατάφερα και της έστειλα ένα γράμμα όπου της ζητούσα να συναντηθούμε, είχε πεθάνει. Εγώ όμως είχα πάθει εμμονή με την ιστορία της Βολκ και ο μόνος τρόπος για να καταλάβω γιατί μου είχε συμβεί αυτό ήταν να γράψω ένα μυθιστόρημα βασισμένο στην εμπειρία της. Το βασικό μου ερώτημα ήταν το εξής: αν ήμουν εγώ στη θέση της τι θα είχα κάνει»;

-Γιατί δεν αναφέρθηκε σ’ αυτή την ιστορία παρά στο τέλος της ζωής της πιστεύετε;

«Όπως σας είπα και πριν, δεν είχα την ευκαιρία να συναντήσω τη Μάργκοτ Βολκ και επομένως δεν είχα ούτε τη δυνατότητα να τη ρωτήσω γιατί κράτησε για τόσα χρόνια αυτό το μυστικό. Αφού όμως έμαθα αρκετά για τη ζωή της κατάλαβα ότι δεν είχε μιλήσει για την εμπειρία της γιατί ντρεπόταν. Ένιωθε ένοχη. Δεν είχε επιλέξει να δουλέψει για τον Χίτλερ όμως, σε κάποιες εποχές, το να μην επιλέγει κανείς –δηλαδή να μη λέει «όχι»- ήταν σαν να επιλέγει. Φυσικά αυτό μόνο να το υποθέσω μπορώ, την αλήθεια δεν μπορούμε να την ξέρουμε. Φαντάζομαι ότι η Ρόζα, η ηρωίδα του βιβλίου μου, είναι μια γυναίκα που ξέρει πολύ καλά τι είναι το Τρίτο Ράιχ. Αφηγείται την ιστορία της και ξέρει ότι δεν έχει άλλοθι. Αυτό που ήθελα ήταν να εμπλέξω και τον αναγνώστη στην ιστορία για να νιώσει τον ίδιο φόβο, την πείνα, τις επιθυμίες της Ρόζα. Ήθελα ο αναγνώστης μου να μπει στο μυαλό και το σώμα της Ρόζα. Υποθέτω ότι οι άνθρωποι, λίγο πριν τον θάνατό τους, νιώθουν συχνά την ανάγκη να μιλήσουν για τη ζωή τους και κυρίως για τις δύσκολες εμπειρίες της ζωής τους. Άραγε η Μαργκότ ένιωσε την ανάγκη να εξομολογηθεί κάτι το οποίο την έκανε να νιώθει ένοχη; Αυτό ήταν το ερώτημά μου όταν διάβασα τη μαρτυρία της».

-Τι ήταν αυτό που σας έπεισε ότι αυτή η ιστορία πρέπει να γίνει βιβλίο;

«Για μένα αυτή η ιστορία είναι η αμφιταλάντευση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, η σχέση ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία, ο τρόπος που η Ιστορία προδίδει τον άνθρωπο, η αντίφαση ανάμεσα στο ένστικτο επιβίωσης και τη θανατική ποινή. Αυτά τα θέματα απασχολούν πάντα τα μυθιστορήματά μου. Οι άνθρωποι ζουν σαν να είναι αιώνιοι, όμως η μοίρα όλων των ανθρώπων είναι ο θάνατος, γι’ αυτό θεωρώ ότι αυτή η αντίφαση μπορεί να επιφέρει τον συμβιβασμό με το κακό. Το να γίνει κανείς συνένοχος είναι πολύ πιο απλό απ’ ό,τι νομίζουμε. Κάθε φορά που σταματάμε να σκεφτόμαστε και να φανταζόμαστε τις συνέπειες των πράξεών μας είμαστε ένοχοι, αυτό ακριβώς που αναφέρει η Χάνα Άρεντ στην Κοινοτοπία του κακού. Όταν αδιαφορούμε μπροστά στον πόνο του άλλου είμαστε ένοχοι. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η ιστορία της Ρόζα αφορά όχι μόνο στους ανθρώπους που έζησαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά τους πάντες».

Το «Στο τραπέζι του λύκου» είναι πάνω απ’ όλα ένα βιβλίο για την ενοχή.

- Ποια ήταν η διαδικασία για την έρευνά σας; Σε ποιον απευθυνθήκατε για να συγκεντρώσετε πληροφορίες;

«Ταξίδεψα και διάβασα πολύ. Επισκέφθηκα το Παρκτς, που στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου λεγόταν Γκρος-Παρκτς, το χωριό όπου ζούσε η Μάργκοτ Βολκ με τα πεθερικά της. Επισκέφθηκα το Λημέρι του Λύκου μαζί μ’ έναν ξεναγό που με συνόδευσε στα ερείπια των καταφυγίων του Χίτλερ, του Γκέμπελ, του Γκέρινγκ και άλλων καταφυγίων (υπάρχουν μόνο ερείπια γιατί στα τέλη του 1944 οι Ναζί τα ανατίναξαν πριν αποχωρήσουν ενώ ο Κόκκινος Στρατός προχωρούσε) και μου είπε διάφορες ιστορίες για τον Χίτλερ, όπως για παράδειγμα ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί αν δεν άκουγε κοάσματα βατράχων. Στην περιοχή κοντά στο Λημέρι του Λύκου υπάρχουν πολλά έλη και επομένως πολλά κουνούπια. Κάποτε οι στρατιώτες χρησιμοποίησαν βενζίνη για να σκοτώσουν τα κουνούπια αλλά σκότωσαν και τους βατράχους. Τότε ο Χίτλερ τους ανάγκασε να ψάχνουν γι’ άλλους βατράχους αλλιώς δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σήμερα υπάρχει ένας μικρός ξενώνας στο Λημέρι του Λύκου, πέρασα λοιπόν μια νύχτα στο σημείο όπου έζησαν ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του –πολύ παράξενο συναίσθημα. Επίσης πήγα στο Βερολίνο και επισκέφθηκα το κτίριο όπου έζησε η Μάργκοτ Βολκ ολόκληρη τη ζωή της με εξαίρεση τα χρόνια στην Ανατολική Πρωσία, μίλησα με τους γείτονές της. Διάβασα πολλά βιβλία για να στήσω το σκηνικό του μυθιστορήματός μου, όχι μόνο ιστορικά δοκίμια αλλά επίσης (κλασικά) μυθιστορήματα που αναφέρονται στην περίοδο του ναζισμού, ημερολόγια (το αγαπημένο μου είναι το Μια γυναίκα στο Βερολίνο, ανώνυμου συγγραφέα, απομνημονεύματα (όπως αυτά των γραμματέων του Χίτλερ), επιστολές (κυρίως από το μέτωπο), βιογραφίες, ένα βιβλίο με υποκλοπές μαρτυριών Γερμανών, ένα βιβλίο για τα φαγητά του Χίτλερ (με τις αντίστοιχες συνταγές) και πολλά άλλα. Πολύ χρήσιμη για την ατμόσφαιρα εκείνης της περιόδου ήταν και η σειρά ταινιών Heimat του Έντγκαρ Ράιτζ. Καθώς μελετούσα όλες αυτές τις μαρτυρίες αυτό που με εντυπωσίασε είναι το ανθρώπινο ένστικτο για επιβίωση. Στη διάρκεια του πολέμου οι άνθρωποι έχαναν γονείς, συζύγους, παιδιά, αδέλφια, σπίτια, αξιοπρέπεια. Κι όμως, οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχαναν την επιθυμία τους για ζωή. Αυτό με συγκλονίζει και με συγκινεί».

-Με ποιον τρόπο το Στο τραπέζι του λύκου είναι αληθινή ιστορία; Πόσο κοντά είναι η Ρόζα Σάουερ στη Μάργκοτ Βολκ;

«Η ιστορία δεν είναι αληθινή, είναι μυθοπλασία εμπνευσμένη από τη μαρτυρία της Μάργκοτ Βολκ. Η Ρόζα Σάουερ βρίσκεται πιο κοντά σε μένα απ’ ό,τι η Μάργκοτ Βολκ! Όμως όπως η Μάργκοτ Βολκ η Ρόζα μετακόμισε στο σπίτι των πεθερικών της όταν μια βόμβα κατέστρεψε το διαμέρισμά της στο Βερολίνο, τη γενέτειρά της. Ο σύζυγός της μαχόταν στο ρωσικό μέτωπο και, δυστυχώς, το σπίτι των πεθερικών της ήταν πολύ κοντά στο Λημέρι του Λύκου, το αρχηγείο του Χίτλερ στο δάσος, έτσι την πήραν μαζί με άλλες νεαρές γυναίκες για να δοκιμάζει το φαγητό του Χίτλερ και να ελέγχει αν ήταν δηλητηριασμένο. Το ερέθισμα για την ιστορία μου ήταν το ίδιο με αυτό στην ιστορία της Μάργκοτ Βολκ, όμως όλα τα υπόλοιπα –οι σχέσεις της με τις άλλες δοκιμάστριες, με τους αξιωματικούς των SS, τα πεθερικά της, τους γονείς της, τον σύζυγό της- είναι επινοημένα».

-Τι άνθρωπος ήταν η Μάργκοτ Βολκ; Πώς θα περιγράφατε τον χαρακτήρα της; Πώς άλλαξε «παίζοντας» με τον θάνατο;

«Δεν γνώρισα τη Μάργκοτ Βολκ και δεν θα μπορούσα να περιγράψω τον χαρακτήρα της – θα ήταν άδικο. Όμως μπορώ να πω κάτι για τη δική μου ηρωίδα, τη Ρόζα Σάουερ. Γι’ αυτό γράφω μυθιστορήματα, γιατί η λογοτεχνία ήταν ένας τρόπος για να εξερευνήσω την πραγματικότητα. Η ηρωίδα μου δεν άλλαξε επειδή «έπαιζε» καθημερινά με τον θάνατο. Όλοι παίζουμε με τον θάνατο από την αρχή της ζωής μας, όμως το ξεχνάμε. Η Ρόζα ξέρει ότι τρώγοντας μπορεί να πεθάνει, όμως μέσα σε λίγους μήνες η «δουλειά» της γίνεται «κανονική» όπως η δουλειά των ανθρακωρύχων και των εργατών. Το αίσθημα της ενοχής αλλάζει τη Ρόζα, νιώθει την ενοχή αυτού που έχει σωθεί -πολλοί λένε ότι θα προτιμούσε να είχε σκοτωθεί, όμως επιβίωσε».

-Πώς είναι το συναίσθημα ότι βρεθήκατε στον λάθος δρόμο της ιστορίας;

«Αυτό ακριβώς είναι το θέμα! Το "Στο τραπέζι του λύκου" είναι πάνω απ’ όλα ένα βιβλίο για την ενοχή. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας, της Ρόζα, που βάζει σε κίνδυνο τη ζωή της για να σώσει τη ζωή του Χίτλερ, παρόλο που δεν ήταν Ναζί. Η ύπαρξη της Ρόζα έχει μεγάλο ενδιαφέρον για μένα γιατί γίνεται ένοχη την ίδια ακριβώς στιγμή που γίνεται θύμα -αν δεν ήταν θύμα δεν θα είχε συνεργαστεί ποτέ με το καθεστώς των Ναζί. Πρέπει να φάει, είναι απαραίτητο για να ζήσει. Το ίδιο το φαγητό δεν είναι πράξη για ενοχή, όμως εκείνη τρώει το φαγητό του Χίτλερ για να προστατέψει τη ζωή του, επομένως τρώγοντας γίνεται ένας μηχανισμός του απάνθρωπου συστήματος του Τρίτου Ράιχ. Αφηγείται την ιστορία της σε μια περίοδο που ήξερε πολύ καλά τι ήταν το Τρίτο Ράιχ, και για μένα αυτό ήταν πολύ σημαντικό για την πορεία του μυθιστορήματος. Όταν η Ρόζα αφηγείται την ιστορία της δεν έχει πια άλλοθι και γι’ αυτό νιώθει ένοχη. Στη διάρκεια της εμπειρίας της ως δοκιμάστρια μάλλον δεν ήξερε πόσο σκληρό ήταν το καθεστώς στην πραγματικότητα αν και αυτή τη σκληρότητα τη γεύτηκε προσωπικά. Στο βιβλίο  Αυτοί που πνίγηκαν κι αυτοί που σώθηκαν ο Ιταλός συγγραφέας Πρίμο Λέβι, που επιβίωσε σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, έγραψε ότι «αυτοί που σώθηκαν» -δηλαδή αυτοί που επιβίωσαν- δεν ήταν απαραίτητα οι καλύτεροι άνθρωποι αλλά αυτοί που προσαρμόστηκαν καλύτερα στο συγκεκριμένο σύστημα. Η Ρόζα επιβίωσε γιατί προσαρμόστηκε στο σύστημα, όμως αυτό το σύστημα ήταν απάνθρωπο, επομένως αναρωτιέται για το πόσο ανθρώπινη ήταν τελικά. Στο βιβλίο μου λέει κάπου «Η ικανότητα προσαρμογής είναι η σπουδαιότερη αρετή του ανθρώπου, όμως όσο περισσότερο προσαρμοζόμουν τόσο λιγότερο ανθρώπινη ένιωθα».

Ο Χίτλερ με την Εύα Μπράουν

-Ποιος ήταν ο σκοπός σας γράφοντας αυτό το βιβλίο; Τι θέλατε να πείτε στο κοινό;

«Μόλις σας απάντησα. Ήθελα να εξερευνήσω τις αντιφάσεις της ανθρώπινης κατάστασης. Δεν νομίζω ότι η λογοτεχνία πρέπει να έχει ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Η λογοτεχνία πρέπει να θέτει ερωτήματα ακόμα κι αν είναι δύσκολα, ακόμα κι αν μας φέρνουν σε δύσκολη θέση, ακόμα κι αν είναι δύσκολο ν’ απαντηθούν».

-Νομίζετε ότι κάτι θα ήταν διαφορετικό στο βιβλίο αν είχατε συναντήσει τη Μάργκοτ Βολκ όσο ζούσε;

«Φυσικά. Δεν ξέρω τι βιβλίο θα είχα γράψει –μυθιστόρημα, βιογραφία, ένα ρεπορτάζ για τη συνάντησή μας; Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω».

-Μυθιστορήματα ή θεατρικά έργα; Πού θεωρείτε ότι ανήκετε περισσότερο;

«Χωρίς αμφιβολία ανήκω στο μυθιστόρημα. Μου αρέσει να γράφω μυθιστορήματα γιατί είναι μια διαδικασία που κρατάει χρόνια, και στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο συγγραφέας ζει με τους χαρακτήρες του και ανακαλύπτει πολλά για εκείνους αλλά και για τον εαυτό του, όπως ακριβώς συμβαίνει στις πραγματικές σχέσεις».

*Η μετάφραση του βιβλίου είναι της  Στέλλας Πεκιαρίδη

Ακολουθήστε το WomanTOC στο Instagram

TAGS