0
SHARES

Του Άρη Ιωαννίδη -φιλόλογος

Στη γλώσσα μας -λόγω του πλούτου που τη διακρίνει- παρατηρούνται πολλές ομόηχες λέξεις (ομόηχα  ή ομώνυμα). Έτσι  ονομάζονται οι λέξεις που προφέρονται όμοια αλλά έχουν διαφορετική σημασία και συχνά ορθογραφία.

  • αίτημα  –  έτοιμα
  • ακόλλητος   ( < κολλώ ) – ακώλυτος ( < κωλύω )
  • άφιλος ( < φίλος )  – άφυλλος ( < φύλλο )
  •  βάζο – βάζω
  • (ο) βόλος (μπίλια) – Βόλος (η πόλη)
  • γλείφω ( με τη γλώσσα )  – γλύφω ( με εργαλείο )
  • δανεικός  ( < δανείζω ) – δανικός ( < Δανία )
  • διάλειμμα (< διαλείπω )   –  διάλυμα ( < διαλύω )
  • δῆμος – δεῖμος ( < η προσωποποίηση του τρόμου)
  • δίνει ( δίνω )  – δίνη ( στρόβιλος )
  • δίστιχο ( δύο στίχοι ) –  δύστυχο ( το ) (κακότυχο )
  • (το) δράμα (θεατρικό έργο) – Δράμα (πόλη)
  • έγγειος  – έγκυος
  • έκκληση  – έκλυση ( ηθών )
  • εξάρτηση ( < εξαρτώμαι ) – εξάρτιση ( πλοίου )  – εξάρτυση ( στρατιώτη )
  • ετοιμολογία  –  ετυμολογία ( της λέξης )
  • ευφορία  – εφορία
  • εύηχα-έβηχα
  • ήρα ( του σιταριού )   – Ήρα ( θεά )
  • ήττα  – ήτα ( το γράμμα )
  • θαλάμη ( όπλου )  – θαλάμι ( φωλιά χταποδιού )
  • θύρα ( πόρτα ) – θήρα ( κυνήγι )  – Θήρα ( το νησί Σαντορίνη )
  • ίλη ( λόχος ιππικού )  – ύλη
  • ιός  ( γρίπης )  – υιός ( γιός )
  • Ιωνικός ( < Ιωνία )  – Ιονικός ( < Ιόνιο )
  • καινός ( καινούριος)  – κενός
  • κάλλος  – κάλος
  • κάππα ( το ) γράμμα – κάπα ( η ) πανωφόρι
  • (το) κερί – (οι) καιροί
  • κήτος ( θαλάσσιο )  – κύτος ( πλοίου , αμπάρι )
  • κλίνει-κλείνει-κλίνη
  • κλήση-κλίση-κλείσει
  • κλήμα  –  κλίμα
  • κόλλημα  – κώλυμα
  • κόμη ( μαλλιά )  – κώμη ( κωμόπολη )
  • κόμμα ( πολιτικό, σημείο στίξης )   – κώμα
  • Κρητικός – κριτικός
  • κρήνη – κρίνοι – κρίνει
  • Κρητικὸς –  κριτικὸς
  • κινώ – κοινό
  • λήμμα ( λέξη )  – λύμα ( απόβλητο )  – λίμα ( < λιμάρω )
  • λιμός ( πείνα )  – λοιμός ( ασθένεια)
  • λήθη – λίθοι
  • λίπη ( τα ) – λύπη ( η ) – λείπει ( ρήμα )
  • λίρα ( νόμισμα )  λύρα ( μουσικό όργανο )
  • λιτός – λυτός ( < λύνω )
  • μέλι-μέλη-μέλλει-μέλει ( ενδιαφέρει ) 
  • (τα) μέρη (τοποθεσίες) – Μαίρη (όνομα)
  • Μήλος ( το νησί )  – μύλος ( ο )
  • μήτρα ( γυναίκας )  – μίτρα ( δεσποτική )
  • μοιχός ( άπιστος σύζυγος ) – μυχός ( κόλπου )
  • μηλιά  – μιλιά ( < μιλώ )
  • νίκη – νοίκι
  • νότα  – νώτα ( τα )
  • ξηρός – ξυρός ( το ξυράφι ) βλ. επί ξυρού ακμής
  • όμως (σύνδεσμος) – (ο) ώμος (σώμα)
  • όρος ( βουνό)  – όρος ( συμφωνία )
  • οι πότες – ιππότες
  • πάλι, πάλη, πάλλει
  • πήρα (παίρνω) – πείρα (γνώσεις που έχει αποκτήσει κάποιος από μια δραστηριότητα που ασκεί)
  • πύθων,  πείθων
  • Πολύ, πολλοί, πολλή, πωλεί
  • πιάνο – πιάνω ( ρήμα )
  • πείρα – πήρα ( παίρνω )
  • ποιά (αντων .)    –  πιά ( επίρρ. )
  • (ο) πόρος (του δέρματος) –  Πόρος (νησί)
  • (ο) πύργος (κτίριο) – Πύργος (πόλη)
  • παράλειψη ( < παραλέιπω) – παράληψη (  < παραλαμβάνω )
  • ρήμα ( το ) – ρίμα ( η )
  • σατυρικός ( που ταιριάζει σε Σάτυρο )  – σατιρικός ( <σατιρίζω )
  • σήκω – σύκο
  • σκηνή -σκοινί
  • σορός ( η )  – σωρός ( ο )
  • στίχος ( ποιήματος) – στοίχος (σειρά , αράδα)
  • (η) στήλη (μνημείο) – (οι) στύλοι (στηρίγματα)
  • ταινία (κινηματογραφικό έργο) – ταινία (παράσιτο που ζει στα έντερα των θηλαστικών) – ταινία (μακρόστενη λωρίδα από χαρτί, πλαστικό ή άλλο υλικό/κορδέλα)
  • τείχος ( το ) – τοίχος ( ο )
  • τόπι ( το )  – τόποι ( οι )
  • τόνος ( ψάρι )  – τόνος ( οξεία )  – τόνος ( 1000 κιλά )
  • τύχη  –  τοίχοι  – τείχη  – τύχει ( ρήμα )
  • τυρί  – τηρεί ( τηρώ ) 
  • φύλλο ( δέντρου ) – φύλο – φίλο
  • φυτό  – φοιτώ
  • φυλὴ –  φιλὶ
  • χήρος  –  χοίρος
  • χορικός ( < χορός ) – χωρικός ( < χωριό )
  • χοίρων, χήρων, χείρον, χείρων, Χείρων (ο κένταυρος, όνομα)
  • ψηλός (ύψος) – ψιλός (λεπτός)
  • ωράριο-οράριο (λειτουργικό άμφιο του διακόνου)

 

Πηγή: schooltime.gr

Photo: hannah grace

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS