Η μόνη ελπίδα απόδρασης για τα κορίτσια του «Κυνόδοντα» ήταν να «πέσει» ο κυνόδοντάς τους. Η τελευταία και μοναδική έξοδος κινδύνου για την Τάρα Γουέστοβερ, την αληθινή ηρωίδα του βιβλίου «Μορφωμένη» (εκδ. Ίκαρος), υπήρξε η πνευματική καλλιέργειά της. Μπορεί η εμβληματική ταινία του Γιώργου Λάνθιμου να εκτυλίσσεται σε έναν επινοημένο κόσμο και σε διαφορετικό κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον από την μπεστ σέλερ αυτοβιογραφία των New York Times, αλλά και στις δύο περιπτώσεις ορθώνονται πανύψηλα τείχη, υλικά και συμβολικά, ανάμεσα στην οικογένεια και τον έξω κόσμο. Τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα τεχνητό σύμπαν, με τους γονείς σε ρόλους θεών.

Επιπλέον, όπως το σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου έτσι και η ιστορία της Τάρα μοιάζει τόσο εξωπραγματική, που δύσκολα πιστεύει κάποιος ότι δεν ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας. Η συγγραφέας, σήμερα περίπου 34 ετών, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα απομονωμένο βουνό στο Αϊντάχο, σε μια οικογένεια φονταμενταλιστών Μορμόνων, ανάμεσα σε επτά παιδιά. Ο πατέρας της ήταν πεπεισμένος ότι μαζί με το 2000 θα ερχόταν το Τέλος του Κόσμου και περνούσε τις μέρες του στοκάροντας προμήθειες στο αυτοσχέδιο καταφύγιο του σπιτιού. Ακόμα και μετά την έλευση της νέας χιλιετίας, παρέμεινε αγκιστρωμένος στις παρανοϊκές σκέψεις του (πολύ αργότερα, η Τάρα θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι πάσχει από διπολική διαταραχή). Η μητέρα της εργαζόταν ως μαμή και πρακτική θεραπεύτρια χωρίς καμία ιατρική πιστοποίηση και ξεγεννούσε γυναίκες στην περιοχή χρησιμοποιώντας μόνο τα βότανά της.

Η δυτική ιατρική και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ήταν απαγορευμένα στο σπίτι των Γουέστοβερ, εθεωρούντο πράγματα «του διαβόλου». Από μικρό παιδί ακόμα η Τάρα έγινε μάρτυρας μιας σειράς φρικιαστικών ατυχημάτων που συνέβησαν στην ίδια και την οικογένειά της -κοψίματα, καψίματα, σοβαρά χτυπήματα στο κεφάλι- τα οποία αντιμετωπίζονταν πάντα και αποκλειστικά με αυτοσχέδια γιατροσόφια. Οι περιγραφές είναι τόσο γκροτέσκες, που ο αναγνώστης μπαίνει σε πειρασμό να πιστέψει ότι για να επιβιώσουν όλοι στο τέλος, κάποιος θεός θα έβαλε, πράγματι, το χέρι του. Τα παιδιά αναγκάζονταν να βοηθούν τον πατέρα τους σε μια μάντρα με παλιοσίδερα, χωρίς τη συγγραφέα να αποτελεί εξαίρεση. Εκεί, μια μέρα, ο πατέρας της εκτόξευσε έναν ατσάλινο κύλινδρο που κατά λάθος την πέτυχε στην κοιλιά, σκίζοντάς τη. «Έπεσα κάτω από το χτύπημα. “Όπα!” φώναξε ο μπαμπάς. Κυλίστηκα πάνω στον πάγο, με κομμένη την ανάσα. […] Έτρεμα, όχι όμως από το κρύο». Ο μπαμπάς την πλησίασε. «”Μην ανησυχείς, γλυκιά μου”, είπε. “Ο Θεός και οι άγγελοί του είν’ εδώ, δουλεύουν ακριβώς δίπλα μας. Δεν θα σ’ αφήνουν να πάθεις κανένα κακό».

Από μικρό παιδί ακόμα η Τάρα έγινε μάρτυρας μιας σειράς φρικιαστικών ατυχημάτων που αντιμετωπίζονταν αποκλειστικά με αυτοσχέδια γιατροσόφια

Τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας πήγαν για μερικά χρόνια στο σχολείο, μέχρι που ο πατέρας, πεπεισμένος ότι με αυτό τον τρόπο τα εξέθετε στην επιρροή μιας σατανικής ομάδας ανθρώπων που αποκαλούσε «Πεφωτισμένους», αποφάσισε να διακόψει τις σπουδές τους. Η Τάρα δεν πρόλαβε να διασχίσει ποτέ το σχολικό κατώφλι. Θεωρητικά, εκπαιδεύτηκε στο σπίτι. Στην πράξη, έμαθε να διαβάζει μόνο από τη Βίβλο και το Βιβλίο του Μόρμον. Άλλωστε, δεν είχε χρόνο: περνούσε σχεδόν όλη τη μέρα βοηθώντας τον πατέρα της στη μάντρα ή τη μητέρα της στις γέννες. Μέχρι που ένα από τα μεγαλύτερα αδέρφια της, ο Τάιλερ, εναντιώθηκε στις επιθυμίες των γονιών του και αποφάσισε να σπουδάσει. Τότε, γράφει η Τάρα, «έκανα μια αλλόκοτη σκέψη: ότι θα έπρεπε να γραφτώ στο δημόσιο σχολείο».

«Διάβασα δύο φορές το Βιβλίο του Μόρμον. Διάβασα την Καινή Διαθήκη, μια φορά στα πεταχτά κι έπειτα μια δεύτερη, πιο αργά, σταματώντας για να κρατήσω σημειώσεις, να διαβάσω μια παραπομπή, ακόμα και να γράψω σύντομες θεωρητικές εργασίες πάνω στην πίστη και τη θυσία. Κανείς δεν διάβαζε αυτές τις εργασίες· τις έγραφα για μένα. […] Εκ των υστέρων, καταλαβαίνω πως αυτή ήταν η εκπαίδευσή μου, αυτή που θα είχε σημασία: οι ώρες που πέρασα καθισμένη σ’ ένα δανεικό γραφείο, παλεύοντας να αναλύσω δύσκολες πτυχές του δόγματος των Μορμόνων μιμούμενη έναν αδερφό που με είχε εγκαταλείψει. Μάθαινα μία δεξιότητα αποφασιστικής σημασίας, την υπομονή να διαβάζω πράγματα που ακόμα δεν κατανοούσα».

Η συγγραφέας, σήμερα περίπου 34 ετών, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα απομονωμένο βουνό στο Αϊντάχο, σε μια οικογένεια φονταμενταλιστών Μορμόνων, ανάμεσα σε επτά παιδιά. Ο πατέρας της ήταν πεπεισμένος ότι μαζί με το 2000 θα ερχόταν το Τέλος του Κόσμου. Photo: Paul Stuart

Η υπομονή και η επιμονή οδήγησε την Τάρα στο Πανεπιστήμιο Μπράιαμ Γιανγκ. Παρόλο που η προσωπική της επανάσταση δεν ήταν, ίσως, τόσο σπουδαία όσο φαινόταν – το ίδρυμα ανήκει στην εκκλησία των Μορμόνων – είχε κάνει ένα αποφασιστικό άλμα στον έξω κόσμο. Στην πρώτη της επαφή με ανθρώπους εκτός της οικογένειας, τα ξαφνιάσματα ήταν δυνατά και απανωτά και από τις δύο πλευρές. Η Τάρα σκανδαλίστηκε όταν είδε μια συμφοιτήτριά της να φοράει μια ροζ πιτζάμα Juicy Couture με λογότυπο στους γλουτούς, θεωρώντας την υπερβολικά αποκαλυπτική (το δόγμα των Μορμόνων απαγορεύει το σεξ εκτός ετεροφυλόφιλου γάμου). Η ίδια άφησε, ωστόσο, μουδιασμένη μια ολόκληρη τάξη, όταν καθηγητής και σπουδαστές αντιλήφθηκαν πως δεν είχε ποτέ της ακουστά το Ολοκαύτωμα.

Άφησε μουδιασμένη μια ολόκληρη τάξη, όταν καθηγητής και σπουδαστές αντιλήφθηκαν πως δεν είχε ποτέ της ακουστά το Ολοκαύτωμα.

«Ο καθηγητής στράφηκε προς το μέρος μου και διάβασα την πρόταση δυνατά. Όταν έφτασα στη λέξη, κοντοστάθηκα. “Δεν την ξέρω αυτή τη λέξη”, είπα. “Τι σημαίνει;”. Έπεσε βουβαμάρα. Δεν έγινε ησυχία ούτε σώπασαν οι φωνές. Ήταν μια απόλυτη, σχεδόν βίαιη βουβαμάρα. Τα χαρτιά έστεκαν ασάλευτα, τα μολύβια μετέωρα. […] Παρέμεινα στη θέση μου μέχρι να φύγουν όλοι, παριστάνοντας πως το φερμουάρ στο παλτό μου είχε φρακάρει, για να μην κοιτάζω κανέναν στα μάτια. Έπειτα πήγα κατευθείαν στην αίθουσα με τους υπολογιστές για να ψάξω τη λέξη “Ολοκαύτωμα”».

Παρά την εξωφρενική άγνοιά της για σπουδαία γεγονότα, μέρη, πρόσωπα (μεταξύ άλλων, δεν γνώριζε τον Ναπολέοντα, τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ενώ νόμιζε ότι η Ευρώπη είναι χώρα), οι καθηγητές διέκριναν σ’ εκείνη μια μοναδική λάμψη, ένα χάρισμα. Με τη βοήθειά τους εξασφάλισε μια υποτροφία στο Κέμπριτζ, όπου ένας ακαδημαϊκός τής είπε χαρακτηριστικά: «“Δεν είσαι κάποιο μέταλλο που λάμπει μόνο κάτω από ένα συγκεκριμένο φως. Όποια κι αν γίνεις, ό,τι κι αν ακολουθήσεις, αυτό ήσουν πάντοτε. Το είχες πάντοτε μέσα σου. [...] Είσαι χρυσάφι. Κι επιστρέφοντας στο πανεπιστήμιο, ή ακόμα και σ’ εκείνο το βουνό απ’ όπου έρχεσαι, δεν θ’ αλλάξει το ποια είσαι».

Η εκτόξευσή της συνεχίστηκε, από το Κέμπριτζ στο Χάρβαρντ με υποτροφία κι από εκεί ξανά στο Κέμπριτζ, όπου έκανε διδακτορική διατριβή στην Ιστορία. Όσο εκτοξευόταν όμως, τόσο απομακρυνόταν από το βουνό του Αϊντάχο και το πατρικό της. Η συστηματική κακοποίηση που είχε υποστεί από έναν αδερφό της, τον Σον – η επιθετικότητα του οποίου είχε επιδεινωθεί μετά από ένα χτύπημά του στο κεφάλι – συντέλεσε περαιτέρω στην αποξένωσή της από την οικογένεια. Στην αφήγησή της εναλλάσσονται συναισθήματα όπως ντροπή, ενοχές, αγάπη, ωστόσο κανένα από αυτά δεν λειτούργησε ως αρκετά δυνατός συνδετικός κρίκος. Με τα χρόνια, οι Γουέστοβερ χωρίστηκαν στα δύο: «στους τρεις που είχαν εγκαταλείψει το βουνό και στους τέσσερις που είχαν παραμείνει. Οι τρεις με διδακτορικά και οι τέσσερις χωρίς απολυτήριο λυκείου. Ένα χάσμα είχε εμφανιστεί, και μεγάλωνε συνεχώς».

Η συστηματική κακοποίηση που είχε υποστεί από έναν αδερφό της, τον Σον, συντέλεσε περαιτέρω στην αποξένωσή της από την οικογένεια

Πριν από μερικά χρόνια, ο πατέρας της έκανε μια κίνηση συμφιλίωσης, την οποία ωστόσο η ίδια ερμήνευσε σαν «μια πράξη οίκτου. Μου πρόσφερε τους ίδιους όρους παράδοσης που είχε προσφέρει στην αδερφή μου. Φαντάστηκα πόση ανακούφιση θα ένιωσε εκείνη όταν συνειδητοποίησε ότι μπορούσε ν’ ανταλλάξει την πραγματικότητά της – την πραγματικότητα που παραδεχόμασταν κι οι δύο – με τη δική του. Πόσο ευγνώμων θα αισθάνθηκε που πλήρωνε ένα τόσο μικρό τίμημα. Δεν μπορούσα να την κρίνω για την επιλογή της, όμως εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να τη διαλέξω για μένα. Όλα αυτά για τα οποία είχα δουλέψει, όλα τα χρόνια των σπουδών μου, όλα έγιναν για ν’ αποκτήσω αυτό το ένα και μοναδικό προνόμιο: να βλέπω και να βιώνω περισσότερες αλήθειες απ’ αυτές που μου δίνονταν από τον πατέρα μου, και να χρησιμοποιώ αυτές τις αλήθειες για να διαμορφώνω τις δικές μου απόψεις».

Γιατί μας αφορά η ιστορία ενός κοριτσιού από οικογένεια φανατικών Μορμόνων, που μεγάλωσε στην επαρχία των Μεσοδυτικών ΗΠΑ; Η «Μορφωμένη», με λογοτεχνική γραφή και καταιγιστικό ρυθμό, διαβάζεται απολαυστικά σαν μυθιστόρημα. Κυρίως, όμως, θέτει ερωτήματα για τη σχέση με τη δική μας οικογένεια και τη μόρφωση. Δίχως να πέφτει στην παγίδα του διδακτισμού, με τη δύναμη μιας καλής ιστορίας, εξαίρει την πνευματική καλλιέργεια, ως ένα όχημα εκτόξευσης και απελευθέρωσης από τα βαρίδια της παιδικής ηλικίας του καθενός, ως ένα μέσο απόδρασης στον κόσμο που θα δημιουργήσουμε με τα δικά μας υλικά, όχι με εκείνα των γονιών μας.

Εξαίρει την πνευματική καλλιέργεια, ως ένα όχημα εκτόξευσης και απελευθέρωσης από τα βαρίδια της παιδικής ηλικίας του καθενός

Όταν αυτονομία και οικογένεια τοποθετούνται απέναντι το ένα από το άλλο στη συναισθηματική ζυγαριά, ποιος κερδίζει; Το αίμα μπορεί να γίνει νερό; Πόσες θυσίες είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για να μη χάσουμε επαφή με το παρελθόν μας και τους ανθρώπους που το έχουν καθορίσει; Μόρφωση σημαίνει μεταμόρφωση; Οι απαντήσεις που δίνει η συγγραφέας δεν ταυτίζονται, απαραίτητα, με τις δικές μας, αλλά μάς παρακινούν να προβληματιστούμε για τα οικογενειακά μοτίβα που θεωρούμε τόσο δεδομένα όσο ο αέρας που αναπνέουμε, ακόμα και αν είμαστε τριάντα, σαράντα ή πενήντα ετών. Να σηκώσουμε άγκυρες και να βγούμε μεσοπέλαγα, όσο κι αν φοβόμαστε. Ακόμα και αν στο τέλος επιστρέψουμε στο ίδιο λιμάνι, κάτι θα έχουμε κερδίσει από το ταξίδι.

Η «Μορφωμένη» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS