0
SHARES

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, αλλά ένα επαγγελματικό πρότζεκτ την οδήγησε, τελικά, στη Θεσσαλονίκη. Η Αναστασία Δεληγιάννη, ψυχολόγος και φωτογράφος, όχι απλώς συνεχίζει το ταξίδι της στον Βορρά, αλλά έχει ξεκινήσει και ένα πρότζεκτ καταγραφής κτιρίων για να εξερευνήσει τη νεωτερικότητα, το μοντερνισμό στην πόλη, με τη βοήθεια και μιας ομάδας που δημιούργησε πρόσφατα στο Facebook. Μας μίλησε για μια από τις αγαπημένες της συνοικίες, τις Συκιές, την προσφυγική περιοχή που με έναν τρόπο απόλυτα ταιριαστό προς το όνομά τους «στέκουν σαν άγρια δέντρα σε ξερολιθιά». Όλες οι φωτογραφίες είναι δικές της.

Πώς βρέθηκες να ζεις στη Θεσσαλονίκη;

«Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα, με καταγωγή από την Ευρυτανία, και σπούδασα Ψυχολογία και Τέχνες στο Πάντειο και στη Γαλλία. Ήξερα, λοιπόν, τον Νότο και τη Δύση, αρκετά καλά, αλλά εκτός από μια-δυο βόλτες και μία έλξη μάλλον λόγω των παραδοσιακών και ρεμπέτικων τραγουδιών που αγαπώ, δεν είχα ζήσει από μέσα ούτε τα Βαλκάνια ούτε την Ανατολή. Τελειώνοντας με τις σπουδές και επιστρέφοντας στην Ελλάδα πριν από 5 χρόνια περίπου, δέχτηκα μία δουλειά στον Έβρο με τα ρομά μουσουλμανόπαιδα της ευρύτερης περιοχής εκεί. Κι έτσι άρχισε το ταξίδι στο Βορρά που διαρκεί ακόμα. Όταν τελείωσε αυτό το πρόγραμμα στα σύνορα, περιηγήθηκα λίγο με άλλα προγράμματα για πρόσφυγες στις γνωστές περιοχές εισόδου τους στη χώρα και κατέληξα στη Θεσσαλονίκη, για να συντάξω όλη αυτήν την έρευνα (κείμενο και οπτικοακουστικό υλικό). Εδώ, μαζί με την έμφυτη περιέργειά μου, την εμπειρία που είχα αποκτήσει στο μεταξύ και πολύ διάβασμα και καταγραφή, βρήκα και άλλα σχετικά ενδιαφέροντα για την ιστορία και τις ανάγκες των μετακινούμενων ανθρώπων και του αστικού περιβάλλοντος και λέω να μείνω κι άλλο. Δεν έχει κλείσει ο κύκλος».

«Τελειώνοντας με τις σπουδές και επιστρέφοντας στην Ελλάδα πριν από 5 χρόνια περίπου, δέχτηκα μία δουλειά στον Έβρο με τα ρομά μουσουλμανόπαιδα της ευρύτερης περιοχής εκεί. Κι έτσι άρχισε το ταξίδι στο Βορρά που διαρκεί ακόμα».

Τι κάνει τις Συκιές να ξεχωρίζουν από τις άλλες περιοχές της Θεσσαλονίκης;

«Οι Συκιές είναι ένας λόφος, όπως ο Λυκαβηττός και η Μονμάρτρη, κι έτσι έχουν πανοραμική θέα στην υπόλοιπη πόλη αλλά κι αυτή τη μοναδική άναρχη πολεοδομία, που στέκει όμως τελικά, με τις ανηφόρες-κατηφόρες και τα σκαλάκια, και τα περισσότερα κτίσματα χωμένα σε βράχια. Σκεφτόμουν, μάλιστα, στην αρχή, πόσο ταιριαστό όνομα έχουν, σαν τις συκιές τα δέντρα, ιδίως τα άγρια, που τα βρίσκεις πάντα να ακουμπάνε σε μία πεζούλα, σε μια ξερολιθιά. Επίσης, η περιμετρική τους ανάπτυξη έξω από τα τείχη της παλιάς (Άνω) πόλης, που διατηρούνται στο μεγαλύτερο μήκος τους, και οι πύλες εισόδου-εξόδου κάνουν τον περίπατο στις Συκιές να μοιάζει με παιχνίδι κρυμμένου θησαυρού, έχει σκηνικά για ταινία κάθε εποχής!».

«Οι Συκιές είναι ένας λόφος, όπως ο Λυκαβηττός και η Μονμάρτρη, κι έτσι έχουν πανοραμική θέα στην υπόλοιπη πόλη αλλά κι αυτή τη μοναδική άναρχη πολεοδομία».

Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που σε γοήτευσε στις Συκιές; Τι τούς δίνει φωτογένεια, κατά τη γνώμη σου;

«Φωτογένεια τους δίνει η θέση τους, σίγουρα, και η σχέση με τα Κάστρα, γι' αυτό και δεν υπάρχει περίπτωση οποιαδήποτε ώρα της ημέρας όλο το χρόνο να μη συναντήσεις κόσμο με φωτογραφικές μηχανές που μαζεύουν εικόνες. Όμως, παρόλο που είμαι φωτογράφος και ψάχνω συχνά τις γειτονιές, δεν είναι τόσο η όραση όσο η ακοή και η όσφρηση που μαγεύονται στις Συκιές. Γιατί εδώ ακούς όλες τις γλώσσες των προσφύγων που ήρθαν με τις διάφορες Συνθήκες που υπογράφηκαν στις αρχές του 20ου αι. και μυρίζεις τα φαγητά τους, συχνά οι φωνές, οι μουσικές και οι ευωδιές από τις ψησταριές και τις κατσαρόλες βγαίνουν από τα ίδια εκείνα σπιρτόκουτα που τους δόθηκαν όταν κατέφτασαν, με πολλές προσθήκες, βέβαια, στις αυλές, στους ορόφους και στα σοκάκια, που δίνουν αλλού μία αίσθηση κιτς φαβέλας κι αλλού μια ανοιχτωσιά χωριού (βρίσκεις από βάρκες και κοτέτσια μέχρι την ταράτσα του ενός να είναι το μποστάνι του άλλου!), ανάλογα με το έδαφος και τα έθιμα καταγωγής των κατοίκων του κάθε οικισμού».

«Συχνά οι φωνές, οι μουσικές και οι ευωδιές από τις ψησταριές και τις κατσαρόλες βγαίνουν από τα ίδια εκείνα σπιρτόκουτα που δόθηκαν στους πρόσφυγες όταν κατέφτασαν, με πολλές προσθήκες, βέβαια, που δίνουν αλλού μία αίσθηση κιτς φαβέλας κι αλλού μια ανοιχτωσιά χωριού».

Τι σε ενοχλεί στις Συκιές;

«Λυπάμαι, συχνά, για κάποια πολύ παλιά σπιτάκια που αφήνονται να καταρρεύσουν ενώ κουβαλάνε πολύτιμους θησαυρούς μνήμης κι έχουμε τόσους αστέγους στα παγκάκια του κέντρου. Κατά τα άλλα, χωρίς να θέλω να αισθητικοποιήσω αυτό που κάποιοι θεωρούν παρακμή ούτε να ωραιοποιήσω τη φτώχια, νομίζω πως οι Συκιές έχουν κερδίσει το κοινωνικό στοίχημα συμβίωσης: σχεδόν αλληλέγγυα και εκ των ενόντων παρά τις πολιτισμικές τους διαφορές, λόγω ίσως και της απόστασης από τη κεντρική διοίκηση που δε ρίχνει το βλέμμα της εδώ, οι κάτοικοι στις Συκιές τα βρίσκουν και διατηρούν από μόνοι τους την αίσθηση της ανθρώπινης γειτονιάς».

«Nομίζω πως οι Συκιές έχουν κερδίσει το κοινωνικό στοίχημα συμβίωσης: σχεδόν αλληλέγγυα και εκ των ενόντων παρά τις πολιτισμικές τους διαφορές, οι κάτοικοι στις Συκιές τα βρίσκουν και διατηρούν από μόνοι τους την αίσθηση της ανθρώπινης γειτονιάς».

Πώς άλλαξε η περιοχή με την εγκατάσταση προσφύγων στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα;

«Απ' ό,τι μπορεί να μάθει κανείς (από τις προσπάθειες του Δήμου με εκθέσεις, συλλογές, μουσεία και φεστιβάλ αλλά και από δραστήριες ομάδες στο fb, π.χ."Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης", που κάνουν σημαντικές ανακαλύψεις και αποκαλύψεις) στο λόφο υπήρχαν κάποια ερείπια βυζαντινού ναού και ελάχιστος ανταλλάξιμος τουρκικός πληθυσμός, τίποτα άλλο, όταν τον κατέκλυσαν κυριολεκτικά πρόσφυγες από Καππαδοκία, Θράκη, Πόντο, Βουλγαρία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη κλπ. Ελάχιστοι έμειναν σε καλοστεκούμενα σπίτια Τούρκων και για τους υπόλοιπους άρχισε μία ανοικοδόμηση, τρομερή και σε ταχύτητα και σε στυλιστική και υλική φαντασία, κοινώς έφτιαχναν στέγες από σκηνές, καλάμια και χαρτόκουτα μέχρι μοντέρνο μπετόν, κι από ποδοσφαιρικές ομάδες μέχρι εκκλησίες».

«Όταν κατέκλυσαν τον λόφο πρόσφυγες από Καππαδοκία, Θράκη, Πόντο, Βουλγαρία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη κλπ. ελάχιστοι έμειναν σε καλοστεκούμενα σπίτια Τούρκων και για τους υπόλοιπους άρχισε μία ανοικοδόμηση, τρομερή και σε ταχύτητα και σε φαντασία».

Πώς έχουν αλλάξει οι Συκιές από τότε που μετακόμισες στη Θεσσαλονίκη μέχρι σήμερα;

«Νομίζω πως οι Συκιές δεν έχουν αλλάξει: είναι μεν σχεδόν αδύνατο από άποψη ρυμοτομίας, αλλά και ως κοινότητα, η μοίρα της είναι η φιλοξενία προσφύγων, οπότε τέτοιους θα υποδέχεται πάντα, πιο εύκολα ή πιο δύσκολα, από όπου και αν έρχονται κάθε φορά. Αντίθετα, εγώ έχω αλλάξει, εν πολλοίς και χάρη σε αυτήν την ελευθερία, την αποδοχή, την ανεκτικότητα και την ηρεμία που νιώθω εδώ, και βλέπω κάθε χρόνο που περνάει και άλλες πτυχές του εαυτού μου που δεν έβλεπα στην αρχή, τη σχέση μου με έννοιες όπως το έθνος, η οικογένεια, οι ρίζες, οι τάξεις κ.λπ.».

«Οι Συκιές δεν έχουν αλλάξει από τότε που μετακόμισα στη Θεσσαλονίκη: έχω αλλάξει εγώ, εν πολλοίς και χάρη σε αυτήν την ελευθερία, την αποδοχή, την ανεκτικότητα και την ηρεμία που νιώθω εδώ».

Αν θα έπρεπε να επιλέξεις ένα κτίριο-ορόσημο, ποιο θα ήταν αυτό;

«Θέλοντας και μη το Επταπύργιο επιβάλλεται. Είναι η περίφημη φυλακή Γεντί Κουλέ, που έχει αποτυπωθεί σε τραγούδια και μαρτυρίες για αποτρόπαιη μεταχείριση κρατουμένων σε όλες τις περιόδους που λειτούργησε από την Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι τη Χούντα. Σήμερα είναι ένα μεσαιωνικό στολίδι στην κορυφή του λόφου και γύρω του έχει γραφικά καφενεδάκια και μεζεδοπωλεία για όλα τα γούστα».

«Η περίφημη φυλακή Γεντί Κουλέ έχει αποτυπωθεί σε τραγούδια και μαρτυρίες για αποτρόπαιη μεταχείριση κρατουμένων σε όλες τις περιόδους που λειτούργησε από την Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι τη Χούντα».

Έχεις κάποια αγαπημένα στέκια για φαγητό-ποτό στην περιοχή;

«Οι Συκιές δεν έχουν εμβληματικούς χώρους συγκέντρωσης, όπως μεγάλες πλατείες ας πούμε, κι αυτό φαίνεται παράδοξο με τόσο κόσμο αλλά είναι λογικό αν σκεφτούμε τις επείγουσες συνθήκες εποικισμού και το επικλινές του εδάφους. Εδώ μοιάζει ο κόσμος να τρώει και να γλεντάει στα σπίτια του, όπως παλιά, το πολύ η νεολαία να κατεβαίνει στο κέντρο. Έχουν όμως ένα μεγάλο κατάφυτο άλσος με δημοτικό αναψυκτήριο και θερινό σινεμά και κεντρικές λεωφόρους με μαγαζιά σε όλο τους το μήκος. Η δική μου αδυναμία βέβαια είναι το ουζερί "Ο Σαραντούλης", στο μεταίχμιο με το Τσινάρι και τον "καστρόπληκτο" οικισμό (που τώρα έχει αναδειχθεί σε πολιτισμική γειτονιά) όπου τρως θαλασσινά και πίνεις ούζο ακούγοντας πενιές σε τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο».

Στο ουζερί "Ο Σαραντούλης", στο μεταίχμιο με το Τσινάρι και τον "καστρόπληκτο" οικισμό (που τώρα έχει αναδειχθεί σε πολιτισμική γειτονιά), τρως θαλασσινά και πίνεις ούζο ακούγοντας πενιές σε τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο».

Ποια είναι η πιο δυνατή ανάμνησή σου από τις Συκιές;

«Είναι η πρώτη μου επαφή με τις Συκιές. Όταν είχα χαθεί μέσα στα στενάκια ένα καλοκαιρινό βράδυ, γυρίζοντας από τη Μονή Λαζαριστών (δυτικά τείχη) με τα πόδια προς το σπίτι μου κάτω από τον Άγιο Παύλο (ανατολικά τείχη) και χωρίς να το γνωρίζω (επίτηδες δεν κοιτάω χάρτες ούτε κινητό), πλεύριζα ουσιαστικά τα βόρεια τείχη για ώρα (τα κρατούσα ως σημάδι προσανατολισμού) και κάπου στο μέσον της διαδρομής έπεσα στη γούβα της (Νέας) Βάρνας, ενός από τους οικισμούς των Συκεών. Κίτρινα φώτα, το πολύ διώροφα σπίτια, πιροσκί ή παστουρμάς, πρόβα βιολιού από έναν φωταγωγό, ραπ στα ρώσικα από έναν άλλον, παρέες έξω στις γωνίες των σπιτιών με μπύρες, ανέκδοτα και ντόμινο ή σκάκι».

«Η πιο δυνατή ανάμνησή μου από τις Συκιές είναι η πρώτη μου επαφή με αυτές. Όταν είχα χαθεί μέσα στα στενάκια ένα καλοκαιρινό βράδυ, γυρίζοντας από τη Μονή Λαζαριστών (δυτικά τείχη) με τα πόδια προς το σπίτι μου κάτω από τον Άγιο Παύλο».

Πώς θα μιλούσες σε κάποιον ξένο για τις Συκιές;

«Είναι παλιομοδίτικες οι Συκιές, σαν ξεχασμένες. Αρέσουν σε όσους γοητεύονται από ταξίδια στο χρόνο και στις κουλτούρες. Σε όσους συγκινούνται. Όσους δεν πείθονται και θέλουν σύγχρονες ανέσεις και τις συνήθεις επιλογές διασκέδασης, θα τους έπαιρνα από το χέρι και θα τους ανέβαζα επάνω χωρίς λόγια. Δεν περιγράφεται αυτός ο συνδυασμός ανοίγματος στον ορίζοντα και μικρής φωλιάς σε κάθε γειτονιά, πρέπει να το ζήσει κανείς από κοντά. Και τότε νομίζω δύσκολα το ξεχνάει, γιατί είναι σα να γίνεται για λίγο και πάλι παιδί και να ζει ένα παραμύθι όπου όλα είναι ακόμη πιθανά».

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες της Αναστασίας Δεληγιάννη από τις Συκιές.

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram.

TAGS