0
SHARES

Η δράση των αδελφών Ανδρέα και Κούλας Χριστοφιλέα και της συμμορίας τους (η πολύκροτη «σπείρα Ροκαμβόλ»), τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1920, ίσως σήμερα -100 χρόνια μετά- φαντάζει κάπως «αφελής» και «απλοϊκή». Εντούτοις, εκείνη την εποχή αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα το φόβητρο για τους κατοίκους της Αθήνας και των γύρω περιοχών, αλλά και τον μεγαλύτερο «πονοκέφαλο» των διωκτικών αρχών της πρωτεύουσας, που τους χαρακτήριζαν ως τους Μπόνι και Κλάιντ της Ελλάδας.

Ο Ανδρέας Χριστοφιλέας γεννήθηκε το 1905 στη Μάνη της Πελοποννήσου και η Κούλα το 1912 στην Αθήνα. Ο πατέρας τους Νίκος διατηρούσε μικρό εστιατόριο (καπηλειό) με την επωνυμία «Δροσιά» στην περιοχή των Αμπελοκήπων της Αθήνας (αρχές λεωφόρου Μεσογείων), στο οποίο σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής «εσύχναζον μόνον κακοποιά στοιχεία και γυναίκες της κατωτάτης υποστάθμης», Μετά το θάνατο της γυναίκας του (πέθανε αλκοολική στο νοσοκομείο), ο Ν. Χριστοφιλέας εγκατέλειψε τα παιδιά και συζούσε με μια γυναίκα επί σειρά ετών. Ο Ανδρέας μεγάλωσε στο σπίτι της, παλιάς γνώριμης της οικογένειας, Στέλλας Δημητρίου, ενώ η Κούλα έως τα εφηβικά της χρόνια έζησε σε διάφορα σπίτια ως οικότροφος.
Ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωή τους, έδωσε η Κούλα στην απολογία της ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πειραιά: «(…) Όταν απέθανε η μάνα μου, εγώ έμεινα με την αδελφή μου. Αυτή με έβαλε να σπουδάσω μοδιστρική. Σ’ ένα χρόνο πέθανε η αδελφή μου και έμεινα με τον πατέρα μου. Όλη την ημέρα ήμουνα στο μοδιστράδικο και το βράδυ επήγαινα εις το μαγαζί του πατέρα μου που ήταν και παλιογυναίκες. Τον αδελφό μου τον Ανδρέα που τον εσπούδαζε η Δημητρίου είχα να τον δω πέντε χρόνια. Όταν, όμως, ο Ανδρέας εσπούδασεν οδοντοτεχνίτης με επήρε από τον πατέρα μου, μ’ έβαλεν οικότροφο σ’ ένα σπίτι και πλήρωνε 1.500 δραχμάς τον μήνα. Ύστερα πήγε στα Τρίκαλα και εξακολουθούσε να στέλνει λεπτά και γράμματα σε μένα, με πήρε δε αργότερα στα Τρίκαλα και με κράτησε κοντά του δύο μήνες. Εγύρισα, όμως, από κει για να εξακολουθήσω να μάθω περισσότερα. Ο Ανδρέας ήλθε πάλι στην Αθήνα και ύστερα έφυγε για την Χαλκίδα και πάλι ξαναγύρισε. Εμέναμε οικότροφοι στης Παρασκευής [Μασουρίδου] (…). Ο Ανδρέας ερχόταν τακτικά και μ’ έπαιρνε περίπατο (…)».

«Ροκαμβόλ»

Το 1926, ο Ανδρέας επηρεασμένος «από τους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων και τις αστυνομικές ταινίες», όπως είπε αργότερα ο ίδιος, άρχισε να στέλνει με την υπογραφή «Ροκαμβόλ» (το όνομα ήρωα αστυνομικών μυθιστορημάτων περιπέτειας του Γάλλου συγγραφέα PonsonduTerrail, που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή το δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ου αι.), εκβιαστικές επιστολές προς διαφόρους παραλήπτες, απαιτώντας από αυτούς χρήματα. Γλαφυρή αν και κάπως υπερβολική περιγραφή της δράσης αυτής του Ανδρέα, δίνει σε ενδιαφέρον ρεπορτάζ της η εφημερίδα «Εμπρός» στις 3 Νοεμβρίου 1929: «Το 1926 διέμενεν εις την επί της οδού Ζήνωνος 22 οικίαν της (…) Στέλλας Δημητρίου. Εις την ίδιαν οικίαν διέμενον επίσης έχοντες επινοικιάσει δωμάτια παρά της Δημητρίου οι κ.κ. Παναγ. Φλώρος, βουλευτής, Παναγιώτης Σκαμπής και Παν. Σταυρόπουλος. Εις τον πρώτον ο Χριστοφιλέας είχεν αποστείλει εκβιαστικήν επιστολήν δια της οποίας τον διέτασσεν να του αποστείλη 15 χιλιάδας δραχμάς επί απειλή δολοφονίας. Εις δε τους ετέρους δύο Σκαμπήν και Σταυρόπουλον απέστειλεν επιστολάς δια των οποίων τους διέτασσε αφ’ ενός μεν να του αποστείλουν χρήματα και αφ’ ετέρου να δίδουν ελεημοσύνην εις όλους τους επαίτας τους οποίους θα συνήντων καθ΄ οδόν και να δωρήσουν εις τον Αγ. Κωνσταντίνον όσον ηδύναντο μεγαλύτερα ποσά υπέρ των πτωχών της ενορίας. Τας επιστολάς ταύτας οι ανωτέρω παρέδωσαν εις τον τότε διοικητήν του Γ’ Τμήματος κ. Ντρενάν όστις και ενήργησε σχετική προανάκριση. Αι ανακρίσεις τότε απέβησαν επί ματαίω διότι ο κ. Ντρενάς δεν ηδύνατο ποτέ να υποψιασθή ότι ο ως ‘Ροκαμβόλ’ παρουσιαζόμενος ήτο ο μικρός τότε (…) Ανδρέας Χριστοφιλέας. Την κατάδοσιν εις τας αρχάς πληροφορηθείς ο Ανδρέας (…) και θέλων να τρομοκρατήση τους καταδότας του, εκρύβη μίαν νύχτα εις τινα εκεί πάροδον και ήρχισε να ρίπτη λίθους εις τα παράθυρα των δωματίων του Φλώρου, Σκαμπή και Σταυρόπουλου. Ο Χριστοφιλέας αποφασισμένος όπως παντί σθένει επιτύχη την εκπλήρωσιν των απαιτήσεών του εκ μέρους των ανωτέρω περιέβρεξεν με νέφτι τρία τεμάχια και αφού τα ήναψε τα έριψε εις τον κάτωθεν μέρος της κλίμακος της οικίας Δημητρίου και χωρίς να γίνη από κανένα αντιληπτός εισήλθεν εις το δωμάτιόν του και προσεποιήθη τον κοιμώμενον. Όταν δε προσέτρεξε ο κόσμος και η αστυνομία προς κατάσβεσιν του πυρός ηγέρθη και αυτός δια να βοηθήση τους πυροσβέστας. Το τελευταίον τούτο γεγονός ως ήτο επόμενον προκάλεσε την προσοχήν της αστυνομίας η οποία δεν ήργησε να συλλάβη τον Ανδρέαν ως ύποπτον (…) Παρ’ όλα όμως τα προκύψαντα κατά την προανάκρισιν επιβαρυντικά δια τον Ανδρέαν στοιχεία ούτως ηρνείτο την ενοχήν του. (…) Τέλος, μετά πολύωρον ανάκρισιν ηναγκάσθη να ομολογήση απαγγελθείσης κατ’ αυτού κατηγορίας επί αποπείρα εκβιάσεως και εμπρησμού. Μετά μηνιαίαν προφυλάκισίν του κατώρθωσε να αποφυλακισθή επί εγγυήσει (…)».

Λίγο καιρό αργότερα, με τον παλιό οικογενειακό γνώριμο Θανάση Ντούνη και την ερωμένη του δεύτερου Άννα οργάνωσαν ένα καινούργιο σχέδιο: η Άννα, η Μασουρίδου και η Κούλα εμφανίζονταν σε διάφορα σπίτια ως υπηρέτριες, χρησιμοποιώντας ψεύτικα ονόματα και μετά από λίγο καιρό, όταν πια είχαν αποκτήσει την εμπιστοσύνη της οικογένειας, έκλεβαν από το σπίτι χρήματα και τιμαλφή και εξαφανίζονταν. Όμως, το σχέδιο αυτό δεν ικανοποιούσε απολύτως τις φιλοδοξίες του Ανδρέα. «Θα ηχμαλώτιζα τον Γιαννέτσο και με το αυτοκίνητο θα τον μετέφερα μακριά. Από κει θα έστελνα γράμματα στην γυναίκα του και θα της ζητούσα χρήματα», εξομολογήθηκε αργότερα ο ίδιος (εφημερίδα «Πρωία» – 31 Οκτωβρίου 1929). Ο Κ. Γιαννέτσος ήταν ένας πλούσιος επιχειρηματίας που διατηρούσε βουστάσια στην περιοχή των Αμπελοκήπων, απ’ όπου είναι πιθανόν να τον γνώριζε ο Ανδρέας. Με τα χρήματα που θα αποκόμιζε από την απαγωγή του επιχειρηματία, ο Ανδρέας «είχε σκοπόν να αγοράση ένα αυτοκίνητον (…)και να ληστεύη τους επιβάτας του διευθύνων ο ίδιος τούτο και εργαζόμενος εις την πιάτσαν. Επίσης (…) είχεν σκοπόν να διαπράττη με την συμμορίαν του ληστείας, σταματών εις τους δρόμους εκτός των Αθηνών τα διερχόμενα αυτοκίνητα» (εφημερίδα «Πρωία» – 1 Νοεμβρίου 1929).
Έτσι, καθώς οι κλοπές σε διάφορα σπίτια συνεχίζονταν, άρχισαν να οργανώνονται και επιθέσεις σε βάρος οδηγών αυτοκινήτων, οι οποίες είχαν ως σκοπό να εξασφαλίσουν αυτοκίνητο για τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Ανδρέα.

Ένα βράδυ του Νοεμβρίου του 1928, η ομάδα Χριστοφιλέα επιβιβάστηκε στο ταξί του «σωφέρ Μπουρνιλάκη (…) έξωθι του κινηματογράφου ‘Αττικού’. Τον διέταξαν να τους μεταφέρη εις τα Σπάτα και όταν έφθασαν έξωθι του χωρίου τούτου τον διέταξαν να τους αφήση το αυτοκίνητο και να απέλθη. Επειδή ο Μπουρνιλάκης έφερεν αντιρρήσεις του επετέθησαν και τον ηνάγκασαν να απομακρυνθή, αφού του εκράτησαν το σακάκι, εις τα θυλάκια του οποίου περιείχοντο 15 δραχμές και του έδωσαν την υπόσχεσιν ότι το αυτοκίνητόν του θα το άφηναν την επόμενην ημέραν εις μίαν ωρισμένην συνοικίαν των Αθηνών. Ο Μπουρνιλάκης εύρε πράγματι την επομένην το αυτοκίνητόν του εγκαταλελειμμένον και άθικτον εις το ορισθέν μέρος. Την ώρα καθ’ ήν του επήραν το αυτοκίνητον και το σακάκι ο Μπουρνιλάκης έφερε μεθ’ εαυτού 150 δραχμάς, τας οποίας δεν του αφήρεσαν» (εφημερίδα «Πρωία» – 2 Νοεμβρίου 1929).
Το βράδυ της 11ης Ιουλίου 1929, ο Ανδρέας, η Κούλα και ο Φώτης Αναγνωστόπουλος, ο οποίος εμφανιζόταν ως εραστής της δεύτερης, επιβιβάστηκαν στο ταξί του Σταμ. Τσάγκα για να τους πάει σε κάποιο παραλιακό κέντρο, στην περιοχή της Βουλας. Όταν έφτασαν στην παραλία, ο Ανδρέας διέταξε τον Σταμ. Τσάγκα να βγει από το αυτοκίνητο και να απομακρυνθεί, αφήνοντας το αυτοκίνητο σε αυτούς. Ο οδηγός αντέδρασε και προσπάθησε να αμυνθεί βγάζοντας ένα μικρό περίστροφο που είχε μαζί του, όμως ο Ανδρέας πρόλαβε να τον πυροβολήσει πρώτος. Μαζί με τον Φώτη έβγαλαν το πτώμα από το αυτοκίνητο και το έσυραν ως τη θάλασσα. Φοβήθηκαν, ωστόσο, ότι θα γίνονταν αντιληπτοί από τους θαμώνες του κέντρου και το άφησαν στην ακροθαλασσιά, αφαιρώντας προηγουμένως το όπλο του θύματος και 17.000 δρχ. Μετά, με το αυτοκίνητο πήραν τον δρόμο προς το Χαρβάτι (σημερινή Παλλήνη), όπου το εγκατέλειψαν, όταν τελείωσε η βενζίνη. Λίγη ώρα αργότερα «ο συνταγματάρχης κ. Ντόζης, ο Διευθυντής της Εταιρείας ‘Ιφανέτ’ κ. Δασκαλάκης και ο σωφέρ Διπλάρης (…) παρέλαβον από το μέρος όπου ευρέθη εγκαταλελειμμένον το αυτοκίνητον του φονευθέντος και μετέφερον μέχρι της Αγίας Παρασκευής με την υπ’ αριθμόν 690 κάντιλλακ του τρεις επιβάτας -δύο κυρίους και μίαν δεσποινίδα- του μοιραίου εκείνου αυτοκινήτου (…) οι οποίοι ασφαλώς είναι οι δράσται του στυγερού εγκλήματος. (…)» (εφημερίδα «Πρωία» – 17 Ιουλίου 1929).

Μετά την επίθεση αυτή, η φήμη τους μεγάλωσε. Με βάση τις καταθέσεις του Μπουρνιλάκη και κάποιων μαρτύρων στη δολοφονία του Σταμ. Τσάγκα, η Κούλα περιγραφόταν στα ρεπορτάζ των εφημερίδων ως μια «νέα γυναίκα με κόκκινο καπέλο που σκοτώνει», ενώ ταυτόχρονα η δράση της ομάδας παραλληλίστηκε από τον ελληνικό Τύπο (με μια δόση υπερβολής, ασφαλώς) με αυτή των φημισμένων, τότε, Μπόνι Πάρκερ (BonnieParker) και Κλάϊντ Μπάροου (ClydeBarrow), που δρούσαν, την ίδια περίοδο, στις Η.Π.Α.


Περίπου τρεις μήνες αργότερα, η ομάδα Χριστοφιλέα πραγματοποίησε το τελευταίο της κτύπημα. Το απόγευμα της 20ης Οκτωβρίου, ο Ανδρέας, ο Θ. Ντούνης και η Κούλα επιβιβάστηκαν σε ένα ταξί επί της οδού Ακαδημίας στην Αθήνα και ζήτησαν από τον οδηγό Κ. Νικηταρά να τους μεταφέρει στην περιοχή του Αγίου Ανδρέα. Λίγο πριν το αυτοκίνητο φτάσει στον προορισμό του, ο Θ. Ντούνης κτύπησε με ένα λοστό, που έφεραν μαζί τους οι δράστες, τον ανυποψίαστο οδηγό με αποτέλεσμα αυτός να χάσει τις αισθήσεις του, το αυτοκίνητο να παρεκκλίνει της πορείας του και να πέσει σε ένα δέντρο. Από το τράνταγμα ο Κ. Νικηταράς συνήλθε και είδε την Κούλα να τον σημαδεύει με ένα περίστροφο, το οποίο όμως έπαθε αφλογιστία και δεν εκπυρσοκρότησε. Ο Κ. Νικηταράς βρήκε την ευκαιρία να βγει από το αυτοκίνητο και τρέχοντας να απομακρυνθεί. Οι δράστες επιχείρησαν να τον πυροβολήσουν από απόσταση, αλλά ο οδηγός είχε προλάβει να χαθεί στο σκοτάδι. Μετά «ο Νικηταράς κατέφυγεν εις τον Άγιον Ανδρέαν και ανέφερε τα διατρέξαντα στους εκεί ευρισκομένους, οι οποίοι και του επέδεσαν τρία θλαστικά τραύματα τα οποία φέρει ούτος εις το ινιακόν μέρος και εις την βρεγματικήν χώραν. Ακολούθως, ο παθών, συνοδευόμενος υπό δύο φυλάκων, επανήλθεν εις το μέρος που είχεν υποστεί την επίθεσιν και εύρεν το αυτοκίνητό του εγκαταλελειμένον. Τη βοηθεία των φυλάκων το έβγαλε από τον χάνδακα και δι αυτού επέστρεψεν αμέσως εις τας Αθήνας» (εφημερίδα «Πρωία» – 22 Οκτωβρίου 1929).


Η ομάδα Χριστοφιλέα εξαρθρώθηκε εντελώς τυχαία, έντεκα μέρες μετά από αυτή την επίθεση. Τα ξημερώματα της 23ης Οκτωβρίου, η συγκάτοικος των αδελφών Χριστοφιλέα Π. Μασουρίδου (η οποία φερόταν να είναι ερωμένη του πατέρα Χριστοφιλέα) άκουσε την Κούλα να παραληρεί στον ύπνο της. Έντρομη την ξύπνησε και την ρώτησε τι συμβαίνει. Αυτή «αφού εκύτταξε και είδε πως δεν ήταν κανένας έξω από το σπίτι, μου είπεν ότι αυτοί εσκότωσαν τον Τσάγκα εις την Βούλα, ότι ο Ανδρέας ήταν ο νέος με τις ‘κολλαρίνες’ και αυτή η γυναίκα με το κόκκινο καπέλο, που γράφανε οι εφημερίδες» (κατάθεση Π. Μασουρίδου στο Κακουργιοδικείο Πειραιά – 14 Μαΐου 1931). Η Π. Μασουρίδου, φοβήθηκε πως μετά από αυτές τις αποκαλύψεις κινδύνευε η ζωή της και προσέτρεξε στην αστυνομία για να αναφέρει όσα είχε μάθει. Αμέσως, αστυνομικά όργανα κινητοποιήθηκαν, αλλά εν τω μεταξύ ο Ανδρέας και η Κούλα είχαν σπεύσει να εξαφανιστούν. Όμως ένα γεγονός που συνέβη λίγες μέρες αργότερα στάθηκε καθοριστικό για τη σύλληψη των μελών της συμμορίας. Γράφει σχετικά η εφημερίδα «Εμπρός» στο φύλλο της 1ης Νοεμβρίου 1929 (σ.σ.: αξίζει να επισημανθούν τα πραγματολογικά στοιχεία για την εποχή, που παρέχει το εν λόγω ρεπορτάζ):

«(…) Μίαν ημέραν ο Χριστοφιλέας παρουσιάσθη μετά της αδελφής του εις την οικίαν του γενικού προξένου κ. Στεφανάκου κατοικούντος ειν την οδόν Λευκωσίας, ο οποίος εζήτει υπηρέτριαν. Ο Χριστοφιλέας είπεν ότι είναι μηχανικός, την δε Κούλαν, η οποία πράγματι προσελήφθη ως υπηρέτρια, συνέστησεν ως Ελένην Κιουρέλη καταγομένην από τα Σπάτα. Σκοπός της τοποθετήσεως της Κούλας εις την ανωτέρω οικίαν ήτο να κατορθώση αύτη να κλέψη τιμαλφή και να συναντηθή ακολούθως με τον αδελφόν της. Η Κούλα πράγματι, ευρούσα ευκαιρίαν, έκλεψε προχθές τη νύχτα (σ.σ.: στις 30 Οκτωβρίου) τιμαλφή αξίας 80 χιλιάδων δραχμών, δύο ενδυμασίας της δίδος Στεφανάκου και χίλιας δραχμάς από την τσάνταν της και έφυγεν, ενώ ο αδελφός της μι γνωρίζων ότι είχε διαπραχθή η κλοπή μετέβη χθες την 8ην πρωινήν προς συνάντησίν της. Ο υιός του κ. Στεφανάκου επεχείρησε να τον συλλάβη αλλ’ ο Χριστοφιλέας εξαγάγων το περίστροφόν του επυροβόλησεν εξάκις κατά του κ. Στεφανάκου υιού ανεπιτυχώς και ετράπη εις φυγήν μη συλληφθείς.

»Η Κούλα άμα διέπραξε την κλοπήν κατόπιν προηγουμένων συνεννοήσεων μετά του αδελφού της κατέφυγεν εις εν μικρόν ξενοδοχείον ‘Ακρόπολις’ οπόθεν και θα ειδοποίει καταλλήλως τον αδελφόν της. Οι αρχιφύλακες Φούρας και Φιοράτος κατόπιν συντόνων ενεργειών των κατώρθωσαν να συλλάβουν εις το ανωτέρω ξενοδοχείον την περίφημον Κούλαν και να ανεύρουν τα κλαφθένταεκ της οικίας Στεφανάκου και το μοναδικόν πειστήριον δια την δολοφονίαν του Τσάγκα, το περίστροφον του ατυχούς σωφέρ.

»(…) Η Κούλα οδηγηθείσα εις το τμήμα Γενικής Ασφαλείας ωμολόγησεν εμμέσως ότι αυτή μετά του αδελφού της είχον φονεύσει εις την Βούλαν τον σωφέρ Τσάγκαν. Επίσης ωμολόγησεν ότι οι ίδιοι με έναν φίλον του αδελφού της ονόματι Αθ. Ντούνην είχον επιτεθή προ ημερών εις τον Άγιον Ανδρέαν κατά του σωφέρ Νικηταρά. Κατόπιν των ομολογιών αυτών της Κούλας ανεζητήθη (…) ο Ντούνηςόστις και συνελήφθη υπό του αστυφύλακος του 5ου τμήματος Φιοράτου εντός του αλσυλλίου του σχολείου Χωροφυλακής. (…)

»Όργανα της Γενικής Ασφαλείας ήρχισαν ερεύνας δια την ανακάλυψιν και σύλληψιν του αδελφού της Κούλας. Τα διατεθέντα δια την καταδίωξιν τούτου αστυνομικά όργανα επληροφορήθηκαν ότι ο κακούργος είχε καταφύγει εις την οδόν Ζήνωνος. (…) Ο (υπαστυνόμος) κ. Τσίπης εισήλθεν εις την οικίαν και ανεζήτησε τον Χριστοφιλέα. Η θεία του (σ.σ.: η Δημητρίου, η οποία ωστόσο δεν ήταν θεία του!) ισχυρίσθη ότι δεν ευρίσκετο εκεί ούτος. Ο κ. Τσίπης όμως επέμεινε και ενώ ηρεύνα τα δωμάτια παρατήρησεν ότι κάποιος είχε κρεμασθή προς τα έξω από ένα παράθυρον. Ο Xριστοφιλέας μόλις αντελήφθη την είσοδον του κ. Τσίπη εις την οικίαν εκρεμάσθη όπως ήτο από τον ύπνον με τα εσώρουχα από το παράθυρον, φανταζόμενος ότι δεν θα εγίνετο ορατός από το εσωτερικόν της οικίας. Τον επρόδωσαν όμως τα δάκτυλα της χειρός του τα οποία αντελήφθη ο κ. Τσίπης επί του παραθύρου. Αλλά και αν δεν τον έβλεπεν ο κ. Τσίπης δεν θα διέφευγε διότι εν τω μεταξύ τον είχεν ιδή κρεμάμενον από του παραθύρου ένας από τους αστυφύλακας οι οποίοι είχαν περικυκλώσει την οικίαν. (…)

»(…) Ο φύσει εγκληματίας Χριστοφιλέας ωμολόγησεν ότι είχε συλλάβει, μόλις επληροφορήθη ότι καταζητείται, σατανικόν σχέδιον αποδράσεως εις περίπτωσιν καθ ην δεν θα συνελαμβάνετο εντός της επί της οδού Ζήνωνος οικίας (…). Κατά το σχέδιον τούτο, ο Χριστοφιλέας εσκόπει να μεταβάλη το χρώμα των μαλλιών του μεταχειριζόμενος οξυζενέ, κατόπιν δε τούτου να δέση τον ένα των οφθαλμών του και να εξέλθη της οικίας εις αναζήτησιν γνωστού του σωφέρ. Κατόπιν επιστρέφων εις την οικίαν του θα εισήρχετο εντός μεγάλου μπαούλου έχοντος οπήν προς αερισμόν και τρόφιμα δια πέντε ημέρας, το οποίον θα παράδιδε εις τον εν λόγω σωφέρ όπως το αποστείλει σιδηροδρομικώς εις Θεσσαλονίκην».

Εραστές

Η αποκάλυψη των ποικίλων πτυχών της δράσης της ομάδας Χριστοφιλέα δημιούργησε ζωηρή εντύπωση στην «αθώα» ακόμα ελληνική (και ειδικότερα αθηναϊκή) κοινωνία της εποχής. Ωστόσο, ακόμα μεγαλύτερη αίσθηση προκάλεσαν ορισμένες πληροφορίες, που είδαν το φως της δημοσιότητας εκείνες τις μέρες, σύμφωνα με τις οποίες ο Ανδρέας και η Κούλα είχαν παλιότερα κακοποιηθεί σεξουαλικώς από τον πατέρα τους, ενώ είχαν υπάρξει και εραστές! Τα σχετικά δημοσιεύματα δεν προσκόμιζαν κανένα ουσιαστικό στοιχείο γι αυτό, ωστόσο τόνιζαν πως αν και είχαν μεγαλώσει χωριστά, η φήμη τους στον χώρο του υποκόσμου τους έκανε να θαυμάζουν ο ένας τον άλλο. Ενδεικτικό είναι το σχετικό απόσπασμα δημοσιεύματος από την εφημερίδα «Εμπρός» της 1ης Νοεμβρίου 1929, όπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

«(…) Ο πατήρ Χριστοφιλέας, έκδοτος και έκφυλος από νεαράς ηλικίας, έχει τη φήμη απαισίου ανθρώπου, χασισεμπόρου, χασισοπότου, παιδεραστού και εκμεταλλευτού γυναικών και αποτελεί σπάνιαν εγκληματικήν φύσιν. Του αυτού ακριβώς φυράματος είναι και τα δυό του παιδιά Ανδρέας και Κούλα. Το ηθικόν ξεχαρβάλωμα της οικογενείας αυτής είναι τοιούτον, ώστε μετά φρίκης αναγράφομεν την πληροφορίαν ότι ο πατέρας είχεν αθεμίτους σχέσεις με την 17έτιδα κόρην του Κούλαν και με τον 24ετή υιόν του Ανδρέαν, ο δε Ανδρέας είχεν αθεμίτους σχέσεις μετά την αδελφής του Κούλας (…)».

Την 1η Νοεμβρίου, η Κούλα σε σύντομη συνέντευξη που παραχώρησε σε δημοσιογράφο της εφημερίδας «Πρωία» (δημοσιεύτηκε στο φύλλο της επόμενης ημέρας) δήλωσε χαρακτηριστικά πως δεν τολμούσε να μιλήσει στον πατέρα της για τη δράση τους διότι φοβόταν ότι «αν τούκανε καμιά παρατήρησι ο πατέρας, (σ.σ.: ο Ανδρέας) θα τον σκότωνε όπως απειλούσε και μένα να σκοτώση αν δεν δεχόμουνα να πηγαίνω μαζί του».
Από την πλευρά του ο Ανδρέας, σε δηλώσεις του στους δημοσιογράφους ανέφερε: «Ο Ροκαμβόλ με πήρε στο λαιμό του. Ο ήρως αυτός (…) δεν ήτο στην παιδική μου αντίληψι και τη συνείδηση εγκληματίας. Ήτανε ένας ήρως, ένας υπεράνθρωπος, τον οποίον ήθελα να μιμηθώ. Τα εγκλήματά του, δεν ήσαν εγκλήματα. Ήσαν μυθικαί πράξεις. Δόξα! Και ωνειρεύτηκα κι εγώ τέτοιες πράξεις, και ωνειρεύτηκα ένα μυστηριώδες αυτοκίνητο, φόνους, έρωτες, απόκτησι εκατομμυρίων με τη σύλληψι ενός πλουσίου ή ενός τραπεζίτου, φαντάσθηκα ταξείδια στην Ευρώπη, σπατάλες, όργια με γυναίκες» (αθηναϊκές εφημερίδες, 5 Νοεμβρίου 1929).


Εξάλλου, τις επόμενες ημέρες δήλωσε πως εκτός από τον Κ. Γιαννέτσο, σκόπευε να απαγάγει και τον τότε διοικητή της Λαϊκής Τράπεζας Δ. Λοβέρδο και να ζητήσει λύτρα! Αν πράγματι είχε σχεδιάσει κάτι τέτοιο ή απλώς επρόκειτο περί μιας εντυπωσιακής επινόησης για να ελκύσει το ενδιαφέρον του Τύπου δεν αποσαφηνίστηκε ποτέ!
Πάντως, η περίπτωσή του έδωσε ένα ακόμα επιχείρημα σε όσους, εκείνη την περίοδο, υποστήριζαν πως η κινηματογραφική τέχνη επιδρά… δυσμενώς στους νέους και ζητούσαν τη θεσμοθέτηση προληπτικού ελέγχου στην άδεια προβολής των κινηματογραφικών ταινιών. Είναι χαρακτηριστική μια αποστροφή από διάλεξη που έδωσε στην αίθουσα «Παρνασσός» στις 12 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους ο δικηγόρος Αρ. Πουλαντζάς, γραμματέας του «Ανώτατου Σωφρονιστικού Συμβουλίου» (λίγες μέρες μετά, κυκλοφόρησε σε φυλλάδιο με τον τίτλο «Παιδική εγκληματικότης καιπροληπτικός έλεγχος του κινηματογράφου»): «(…) Έχομεν την συμμορίαν του νεαρού Χριστοφιλέα, όχι τόσον δια τους φόνους των σωφέρ, αλλά δια την προ έτους δράσιν του, ως Ροκαμβόλ. Έτυχε να κληθώ ως πραγματογνώμων δια να αποφανθώ εάν εργάφησαν παρ’ αυτού ωρισμέναι απειλητικαί επιστολαί. Όταν πλέον δια της ερεύνης και γνωματεύσεως κατέστη ματαία κάθε άρνησις, διηγήθη τον τρόπο της ενεργείας του, τας χρησιμοποιουμένας μάσκας και δυναμίτιδα, την διαταγήν του προς τον τότε διευθυντήν του 3ου τμήματος να αναρτήση πίνακα των πτωχών της συνοικίας και τα διδόμενα προς έκαστον βοηθήματα. Ό,τι ακριβώς εγίνετο εις ομώνυμον ταινίαν του Ροκαμβόλ εις κάποιον συνοικιακόν κινηματογράφον, όπως τότε κατέθεσε, αν δεν αμφιβάλω δε εβεβαίωσε και κατά την προ εβδομάδων σύλληψίν του. Βέβαια δεν γνωρίζομεν ποία θα ήτο η σταδιοδρομία του κακούργου τούτου και άνευτου κινηματογράφου, το γεγονός όμως της επιδράσεως του κινηματογράφου κατά την δράσιν του ως Ροκαμβόλ είναι αρκετά ενδεικτικόν. (…)».

Λεπτομέρεια: Στην ειδησεογραφία των ελληνικών εφημερίδων στις αρχές Νοεμβρίου του 1929 κυριαρχούσαν δύο θέματα: η σύλληψη της συμμορίας Χριστοφιλέα και η μεγάλη κρίση στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, καθώς στις 29 Οκτωβρίου η WallStreet είχε καταρρεύσει («Μαύρη Τρίτη»), γεγονός που οδήγησε στο περίφημο κραχ του 1929 και την παγκόσμια οικονομική ύφεση.

Πάντως, το έντονο ενδιαφέρον του κοινού έσπευσε να εκμεταλλευτεί ο εκ Μικράς Ασίας καταγόμενος συνθέτης Σ. Μιχαλίδης, ο οποίος σχεδόν αμέσως κυκλοφόρησε (σε δική του μουσική και στίχους) το τραγούδι «Η Κούλα» (στον «τρόπο» ουσάκ), που τραγούδησε σε πρώτη εκτέλεση ο Γ. Βιδάλης και αργότερα ο Αντ. Νταλγκάς (ο δεύτερος δύο χρόνια αργότερα, θα τραγουδήσει και το περίφημο «Η κακούργα πεθερά», για την υπόθεση Αθανασόπουλου – βλέπε στο «Έγκλημα και Τιμωρία» το άρθρο «Έγκλημα στου Χαροκόπου», 18 Σεπτεμβρίου 2006). Οι στίχοι του τραγουδιού, που έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές εκείνη την εποχή, είναι οι εξής:

Μες τον γιαλί τον καφενέ, πού γίναμε χαρμάνι,

την Κούλα πρωτογνώρισα και μου ‘στειλε φιρμάνι.

Αν θέλω στην καρδούλα της εγώ να είμαι μόνο,

πρέπει να γίνω Ροκαμπώλ, νταής και δολοφόνος.

Άντε ρε Κούλα, για το χατίρι σου ότι θες γίνομαι.

Βρε Κούλα δολοφόνισσα με τα γλυκά σου μάτια,

τράβηξε το μαχαίρι σου και κάνε με κομμάτια.

Αλλά αβάντα μη με χτυπήσεις στη καρδιά.

Τι ήθελα και σε γνώρισα και μ’ έφαγε η μαρμάγκα,

θα με σκοτώσεις τζάνικα, σαν τον σωφέρ τον μάγκα.

Ωχ ρε μάνα και θα με φάει η Κούλα.

Άκου ρε Κούλα χασικλού, αμ’ δεν θα κάτσω μάκια,

κάτσε κοντά μου γρήγορα και δως μου δυο φιλάκια.

Για τράβα το πιστόλι σου και ρίξε μου δυο σφαίρες

και θάψε με μες στις ροδιές και κόψε μου τις βέρες.

Γεια σας παρέα, γεια σας.

Δις ισόβια

Η δίκη για τη δράση της ομάδας Χριστοφιλέα («της σπείρας Χριστοφιλέα», σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής) πραγματοποιήθηκε από τις 13-16 Μαΐου 1931 στο Κακουργιοδικείου Πειραιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κατηγορούμενοι μεταφέρονταν από τις φυλακές στο δικαστικό μέγαρο με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο!
Ο Ανδρέας και η Κούλα Χριστοφιλέα, καθώς επίσης και ο Θ. Ντούνης καταδικάστηκαν στην ποινή των δις ισοβίων δεσμών για τη ληστεία μετά φόνου του Σταμ. Τσάγκα και την απόπειρα φόνου μετά ληστείας του Κ. Νικηταρά. Ο Φ. Αναγνωστόπουλος δεν είχε έγινε δυνατόν να εντοπιστεί, λόγω περιορισμένων στοιχείων, και επομένως δεν στοιχειοθετήθηκε κατηγορία σε βάρος του.
Προηγουμένως, τον Μάιο του 1930, ο Ανδρέας Χριστοφιλέας είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση 4,5 ετών για τις εκβιαστικές επιστολές που είχε στείλει με το ψευδώνυμο «Ροκαμβόλ».

Κατά την παραμονή της στη φυλακή, η Κούλα γνωρίστηκε και απέκτησε στενή σχέση με τη Φούλα Αθανασοπούλου, τη σύζυγο του Δημήτρη Αθανασόπουλου ο οποίος είχε δολοφονηθεί τον Ιανουάριο του 1931 (βλέπε στο «Έγκλημα και Τιμωρία» τα άρθρα: «Έγκλημα στου Χαροκόπου», 18 Σεπτεμβρίου 2006 και «Έγκλημα στου Χαροκόπου – Updated», 26 Σεπτεμβρίου 2006). Γράφει σχετικά ο δημοσιογράφος Τ. Κοντογιαννίδης στο βιβλίο του «Το έγκλημα στου Χαροκόπου»: «(…) Στου Αβέρωφ, η Φούλα και η Κούλα έγιναν αχώριστες φίλες. Όχι φυσικά στη σύσταση συμμορίας, αλλά στο να κάνουν πιο ευχάριστη τη διαβίωσή τους στη φυλακή, αφού στην πτέρυγα εκείνη ήταν οι μοναδικές νέες σχετικώς στην ηλικία (…)». Παράλληλα, άρχισε να γράφει ποιήματα, ένα από τα οποία ανέφερε χαρακτηριστικά: «Τα μάτια μου / τα ανθισμένα / μες το μπουντρούμι / είναι θαμμένα / και δεν το ξέρω και αυτό / ίσως εδώ μια μέρα θα ταφώ».

Ο τελευταίος στίχος δεν αποδείχτηκε προφητικός, Στις 13 Αυγούστου 1941 αποφυλακίστηκε από τις φυλακές Αβέρωφ, όταν το Συμβούλιο Χαρίτων έκανε δεκτή σχετική αίτησή της, μετά το διάταγμα που είχε εκδώσει στις 30 Μαΐου του ίδιου έτους η πρώτη κατοχική κυβέρνηση του στρατηγού Γ. Τσολάκογλου «περί αποσυμφορήσεως των φυλακών άνευ διαταράξεως του κοινωνικού συμφέροντος». Το διάταγμα αφορούσε, εκτός των άλλων προβλέψεων, και στους ποινικούς κρατουμένους που είχαν καταδικασθεί σε ισόβια ποινή -η οποία μετατρεπόταν σε 20ετή κάθειρξη- και είχαν εκτίσει, ήδη, τουλάχιστον δέκα χρόνια.
Μάλιστα, σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσίευσε η εφημερίδα «Ακρόπολις» στις 13 και 14 Αυγούστου 1941, η Κούλα -η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα όρασης από το ένα μάτι της- επέλεξε να περάσει την πόρτα των φυλακών, όπου την περίμενε ο δικηγόρος της, αργά το βράδυ ώστε να αποφύγει τους δημοσιογράφους και τους φωτορεπόρτερ. Σύμφωνα με τα ίδια δημοσιεύματα, ο αδελφός της Ανδρέας δεν υπέβαλε σχετική αίτηση κι έτσι η τύχη του δεν είναι γνωστή.

 

Πηγή: mixanitouxronou.gr

ΠΗΓΕΣ

-Αρχείο εφημερίδων «Πρωία», «Εμπρός» και «Ακρόπολις»

-Τάσος Κοντογιαννίδης: «Το έγκλημα στου Χαροκόπου», εκδόσεις «Άγκυρα», 2001

-www.rebetiko.gr
https://eglima.wordpress.com/
ΓΙΑΝΝΗ ΡΑΓΚΟΥ

TAGS