Δεν είχε κανένα χαρακτηριστικό κινηματογραφικής υπερηρωίδας κι όμως η ιστορία της θα μπορούσε άνετα να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη. Πριν από ακριβώς εκατό χρόνια μια μικροκαμωμένη αυτόχθων της Αλάσκας, που εργαζόταν μέχρι τότε ως μοδίστρα, ξεκίνησε για μια αποστολή στην απομονωμένη Νήσο Βράνγκελ, μαζί με τέσσερις άντρες και μια γάτα ονόματι Βικ.

Δύο χρόνια αργότερα, όταν εντοπίστηκε από ένα πλοίο, ήταν το μοναδικό μέλος της ομάδας, μαζί με τη γάτα, που είχε καταφέρει να επιβιώσει. Η ντροπαλή μοδίστρα είχε καταφέρει όχι μόνο να ξεπεράσει τη φοβία της για τις πολικές αρκούδες αλλά και να εξασφαλίσει για τον εαυτό της τροφή και ρουχισμό.

Η Έιντα Μπλάκτζακ γεννήθηκε το 1898 σε έναν απομακρυσμένο οικισμό της Αλάσκας, στον Αρκτικό Κύκλο. Παρόλο που ανήκε στη γηγενή φυλή των Ινουπιάτ, δεν μεγάλωσε μαθαίνοντας κυνήγι, ψάρεμα ή οποιαδήποτε άλλη δεξιότητα επιβίωσης: Ανατράφηκε από Μεθοδιστές ιεραποστόλους, που τη δίδαξαν αρκετά αγγλικά ώστε να μπορεί να μελετάει τη Βίβλο και εργασίες του νοικοκυριού όπως το ράψιμο και το μαγείρεμα.

Στα 16 της παντρεύτηκε τον Τζακ Μπλακτζάκ, που έτρεχε σε αγώνες με έλκηθρα. Απέκτησαν μαζί τρία παιδιά -δύο από τα οποία πέθαναν- προτού η Έιντα εγκαταλειφθεί από τον σύζυγό της, μαζί με τον πεντάχρονο γιο της, Μπένετ, σε μια απομονωμένη χερσόνησο και έπρεπε να περπατήσουν σχεδόν 65 χιλιόμετρα για να επιστρέψουν στον πολιτισμό. Το αγόρι υπέφερε από φυματίωση και ήταν γενικά φιλάσθενο. Η Έιντα αναγκάστηκε να το αφήσει σε ορφανοτροφείο, μέχρι να εξασφαλίσει μια εργασία αρκετά ικανοποιητική για την επιβίωσή τους. Τη βρήκε, στην αποστολή της Νήσου Βράνγκελ, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της: ζητούσαν έναν αυτόχθονα, αγγλόφωνο, με γνώσεις ραπτικής.

Στα 16 της παντρεύτηκε τον Τζακ Μπλακτζάκ, που έτρεχε σε αγώνες με έλκηθρα. Απέκτησαν μαζί τρία παιδιά -δύο από τα οποία πέθαναν- προτού η Έιντα εγκαταλειφθεί από τον σύζυγό της, μαζί με τον πεντάχρονο γιο της, Μπένετ, σε μια απομονωμένη χερσόνησο

Η αποστολή είχε, φαινομενικά, προοπτικές επιτυχίας, με επικεφαλής τον χαρισματικό εξερευνητή Βίλχαλμουρ Στέφανσον. Γύρω του συγκέντρωσε τέσσερις άπειρους άντρες, τον 20χρονο Άλαν Κρόφορντ, τους 28χρονους Λορν Νάιτ και Φρεντ Μάουγε και τον 19χρονο Μίλτον Γκέιλ, με στόχο να διεκδικήσει τη νήσο για λογαριασμό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας – η οποία ωστόσο μέχρι τότε δεν είχε δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο κομμάτι γης.

Παρόλο που ο Στέφανσον σύστησε την ομάδα και χρηματοδότησε την αποστολή, τελικά δεν τη συνόδευσε ο ίδιος, προμηθεύοντας τους άντρες τους με εφόδια για έξι μήνες και με την υπόσχεση ότι η φύση της περιοχής ήταν αρκετά «φιλική» ώστε να συμπληρώσουν μόνοι τα αποθέματά τους μέχρι να έρθει ένα πλοίο, μέσα στην επόμενη χρονιά, να τους φέρει πίσω στην πατρίδα. 

Αρχικά η Μπλάκτζακ είχε ενδοιασμούς για την αποστολή, αλλά ήταν η μόνη εργασία που θα της εξασφάλιζε αρκετά χρήματα ώστε να καταφέρει να συντηρήσει τον γιο της. Άλλωστε, το αρχικό πλάνο ήταν να λάβουν μέρος και άλλα μέλη της φυλής της – προτού κάνουν όλοι πίσω, αφήνοντάς τη να επιβιβάζεται μόνη στο πλοίο, με τέσσερις λευκούς άντρες και μία γάτα.

Το αρχικό πλάνο ήταν να λάβουν μέρος και άλλα μέλη της φυλής της – προτού κάνουν όλοι πίσω, αφήνοντάς τη να επιβιβάζεται μόνη στο πλοίο, με τέσσερις λευκούς άντρες και μία γάτα.

Την πρώτη χρονιά της αποστολής, η Νήσος δεν διέψευσε τις υποσχέσεις του Στέφανσον, παρέχοντας στην ομάδα όλα όσα χρειαζόταν για την επιβίωσή της. Αλλά καθώς πλησίαζε ο χειμώνας, οι προμήθειες άρχισαν να λιγοστεύουν και δεν διαφαινόταν ίχνος πλοίου στον ορίζοντα. Μέχρι που η ομάδα εγκλωβίστηκε στον πάγο, συνειδητοποιώντας ότι θα χρειαζόταν να επιβιώσει, με τα δικά της μέσα, για έναν ακόμα χειμώνα.

Όμως μέχρι τις αρχές του 1923 οι άνδρες λιμοκτονούσαν, ενώ ένας από αυτούς, ο Νάιτ, υπέφερε από σκορβούτο. Στις 28 Ιανουαρίου του 1923 οι Κρόφορντ, Μάουγε και Γκέιλ εγκατέλειψαν την Μπλάκτζακ και τον ετοιμοθάνατο Νάιτ, κινώντας πεζή για Σιβηρία, με την ελπίδα να επιβιώσουν. Δεν τους είδε ποτέ ξανά κανείς. 

Στις 28 Ιανουαρίου του 1923 οι Κρόφορντ, Μάουγε και Γκέιλ εγκατέλειψαν την Μπλάκτζακ και τον ετοιμοθάνατο Νάιτ, κινώντας πεζή για Σιβηρία, με την ελπίδα να επιβιώσουν. Δεν τους είδε ποτέ ξανά κανείς. 

Η Μπλάκτζακ έζησε έξι μήνες με τον άρρωστο Νάιτ, υπηρετώντας τον σαν «νοσοκόμα, νοσηλεύτρια, σύντροφος, υπηρέτρια, ξυλοκόπος και κυνηγός ταυτόχρονα» σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύτηκε στους Los Angeles Times το 1924. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είχε να αντιμετωπίσει και την κριτική του ασθενή, που την κατηγορούσε διαρκώς ότι δεν τον φρόντιζε αρκετά. «Ποτέ δεν σκέφτεται πόσο δύσκολο είναι για μια γυναίκα να πάρει τη θέση τεσσάρων αντρών, να κόψει ξύλα, να κυνηγήσει για τροφή και να καθαρίζει τις ακαθαρσίες του στο κρεβάτι» έγραψε η ίδια στο ημερολόγιό της.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο θάνατός του ήρθε στις 23 Ιουνίου του 1923. Η Μπλάκτζακ, αντί να βυθιστεί στην απόγνωση, με την ελπίδα της επανασύνδεσης με τον γιο της να της δίνει δύναμη, ρίχτηκε στον αγώνα της επιβίωσης. Καθώς δεν είχε ούτε το ψυχικό ούτε το σωματικό σθένος να θάψει τον Νάιτ, άφησε τη σορό του μέσα στον υπνόσακό του, χτίζοντας ένα τείχος από κούτες γύρω του για να διασφαλίσει ότι δεν θα κατέληγε στα σαγόνια των άγριων ζώων. Ανήμπορη ωστόσο να υποφέρει τη δυσοσμία της σήψης, μετακόμισε σε άλλη σκηνή, με τις προμήθειες, θωρακίζοντάς την όσο μπορούσε από το κρύο. Κυρίως, άρχισε να κοιμάται αγκαλιά με ένα όπλο, ώστε να προλάβει να αντιδράσει σε περίπτωση που δεχόταν εισβολή από πολική αρκούδα.

Τους επόμενους τρεις μήνες, της απόλυτης μοναξιάς, έμαθε πώς να στήνει παγίδες για αρκτικές αλεπούδες, να πυροβολεί πτηνά, ενώ έχτισε και μία πλατφόρμα πάνω από το καταφύγιό της για να εντοπίζει από μακριά τις πολικές αρκούδες. Στον ελεύθερό της χρόνο, χρησιμοποιούσε το φωτογραφικό εξοπλισμό της αποστολής τραβώντας τις selfies της εποχής: φωτογραφίζοντας τον εαυτό της μπροστά στον ερειπωμένο καταυλισμό.

Καθώς δεν είχε ούτε το ψυχικό ούτε το σωματικό σθένος να θάψει τον Νάιτ, άφησε τη σορό του μέσα στον υπνόσακό του, χτίζοντας ένα τείχος από κούτες γύρω του για να διασφαλίσει ότι δεν θα κατέληγε στα σαγόνια των άγριων ζώων.

Στο τέλος του καλοκαιριού του 1923 εντοπίστηκε από ένα πλοίο διάσωσης. Όπως επισήμανε το πλήρωμα: «Είχε διαμορφώσει έτσι το περιβάλλον της ώστε πιθανότατα θα μπορούσε να επιβιώσει εκεί για ακόμα έναν χρόνο, παρόλο που η απομόνωσή της θα ήταν τρομακτική». Με την επιστροφή της στην πατρίδα, βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας, αλλά η μοναδική έγνοια της ντροπαλής μοδίστρας ήταν να ξανασυναντήσει τον γιο της και να χρησιμοποιήσει την αμοιβή της για να τον θεραπεύσει από τη φυματίωση και να ζήσουν μαζί.

Με την επιστροφή της στην πατρίδα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας, αλλά η μοναδική έγνοια της ντροπαλής μοδίστρας ήταν να ξανασυναντήσει τον γιο της και να χρησιμοποιήσει την αμοιβή της για να τον θεραπεύσει από τη φυματίωση και να ζήσουν μαζί.

Αργότερα ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε έναν ακόμα γιο, τον Μπίλι. Ο Μπένετ, που δεν ξεπέρασε ποτέ εντελώς τα προβλήματα της υγείας του, πέθανε το 1972, σε ηλικία 58 ετών. Η μητέρα του τον ακολούθησε περίπου μία δεκαετία αργότερα, στα 85 χρόνια της, και τάφηκε πλάι του. Η αλλόκοτη όμως ιστορία της απαθανατίστηκε στο βιβλίο «Marooned in the Arctic: The True Story of Ada Blackjack, the "Female Robinson Crusoe" (Women of Action)» (Παρατημένη στην Αρκτική: Η αληθινή ιστορία της Έιντα Μπλάκτζακ, της «Γυναίκας Ροβινσώνα Κρούσου»).

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

Με στοιχεία από www.atlasobscura.com

Φωτό: Wikipedia
 

TAGS