Στη μακρινή Νέα Υόρκη, στην πόλη που πολλοί ονομάζουν «μητρόπολη του πλανήτη», οι κοινωνικές συνθήκες τους τελευταίους 10 μήνες δεν είναι πιο εύκολες απ' αυτό που βιώνουμε εμείς, εδώ. Σε μία αχανή πόλη με τεράστιες αποστάσεις η μοναξία χτυπάει για τα καλά την πόρτα σε χιλιάδες ανθρώπους που αναζητούν κάποια διέξοδο από τα αυστηρά, περιοριστικά μέτρα που έχει αντιμετωπίσει σχεδόν ολόκληρος ο πλανήτης εδώ και έναν χρόνο. Μαζι με αυτούς και εκατοντάδες επιχειρήσεις, που πρέπει να επιβιώσουν, ψάχνοντας σε σταθερή βάση να βρουν τρόπους για να κρατηθούν ζωντανές σε μία από τις πιο δύσκολες κρίσεις που έχει κληθεί να διαχειριστεί ο κόσμος τις τελευταίες δεκαετίες. Σε αυτό το κομμάτι, η ευρηματικότητα, η πρωτοτυπία και το χιούμορ έχουν ήδη τον πρώτο ρόλο.

Σε ένα πρόσφατο άρθρο που φιλοξενούν στην ιστοσελίδα τους οι New York Times, ο δημοσιογράφος Pete Wells περιγράφει την πρώτη εμπειρία από το δείπνο του σε εξωτερικό χώρο μέσα σε μία απομονωμένη ξύλινη καμπίνα. Όπως γράφει ο ίδιος, έπρεπε να σκύψει για να εισέλθει στο εσωτερικό της, ενώ σταγόνες βροχής έμπαιναν μέσα από μία μικρή τρύπα στην οροφή. Παρόλα αυτά ο δημοσιογράφος ήταν απόλυτα ικανοποιημένος που, σε μία πολύπαθη πόλη, χιλιοχτυπημένη από την πανδημία του κορονοϊού, είχε μόλις καταφέρει να βρει ένα σχετικό ζεστό και ασφαλές μέρος για να δειπνήσει εκτός σπιτιού σε μία εποχή στην οποία οι περισσότερες δραστηριότητες του παρελθόντος φαντάζουν μακρινό όνειρο.

Σε ένα από τα πιο περιζήτητα εστιατόρια της Νέας Υόρκης, το Danie της 65ης λεωφόρου, οι θαμώνες τρώνε μέσα σε μίνι, ιδιωτικούς θαλάμους προφυλαγμένους με πολυτελείς κρεμ και κόκκινες ριγέ κουρτίνες για ακόμα μεγαλύτερη ιδιωτικότητα

Η ξύλινη καμπίνα στην οποία βρήκε «καταφύγιο» ο Wells βρίσκεται στην πίσω αυλή ενός μικρού εστιατορίου στο Μπρούκλιν, το οποίο ειδικεύεται στο ράμεν (αγαπημένο ασιατικό πιάτο των νεοϋορκέζων). Είναι, ωστόσο, μία από τις εκατοντάδες καμπίνες που έχουν στηθεί σε αυλές και πεζοδρόμια μικρών και μεγάλων εστιατορίων της πόλης, μίας πόλης στην οποία ο Γενάρης είναι πάντα υπερβολικά παγωμένος ώστε να επιτρέπει στους θαμώνες να απολαύσουν το δείπνο τους σε εξωτερικό, μη προστατευμένο περιβάλλον. 

Φαίνεται λοιπόν ότι αυτή είναι περισσότερο από ποτέ η εποχή της διαστημικής φούσκας, της γιγάντιας θερμάστρας, του ξύλινου καταφυγίου και οποιοδήποτε άλλου μέσου μπορεί να προσφέρει ζεστασία και θαλπωρή, αλλά κυρίως μία ελάχιστη γεύση κανονικότητας η οποία να υπόσχεται ότι η ζωή μπορεί και πρέπει να συνεχιστεί πάση θυσία. 

Την ιδια στιγμή ένα γνωστό γαλλικό εστιατόριο στο Uppe West Side του Μανχάταν, το Café du Soleil, έχει βρει τον δικό του ξεχωριστό τρόπο να φιλοξενεί τους πελάτες του και να αποφύγει το κλείσιμο εξαιτίας της πανδημίας. «Έχουμε στήσει τις ζεστές φούσκες μας και σας περιμένουμε», γράφει χιουμοριστικά η επιγραφή σε ένα πινακάκι έξω από το κατάστημα το οποίο βρίσκεται στην καρδιά του πολυσύχναστου Mπρόντγουεϊ. Εκεί οι περαστικοί κοιτούν απορημένοι τις μεγάλες, λευκές τέντες που στέκουν στην άκρη του δρόμου, η καθεμία από αυτές χωράει μέσα μονάχα ένα τραπέζι για δύο ή τέσσερα άτομα και μία πολύ δυνατή θερμάστρα για την παγωνιά. Έτσι, οι καταστηματάρχες εξασφαλίζουν ότι κανένας επισκέπτης δεν θα έρθει σε επαφή με κάποιον άγνωστο ακόμα και σε ανοικτό χώρο. Ανάμεσα στις τέντες υπάρχουν μονάχα μερικά ψηλά, σκαμπό μπαρ για όσους περιμένουν να ετοιμαστεί το τραπέζι τους ή, καλύτερα, η φούσκα τους. Η όλη εικόνα θυμίζει ταινία επιστημονικής φαντασίας γυρισμένη αρκετά χρόνια πριν.

Σε κάποια πιο ακριβά και φημισμένα στέκια της πόλης, οι λύσεις αντιμετώπισης της πανδημίας φαντάζουν ακόμα πιο εκλεπτυσμένες και πολυτελείς. Όπως γράφει ο Wells, στο Lafayette, ένα σικάτο γαλλικό μπιστρό στο νότιο Μανχατάν, οι θαμώνες παίρνουν το δείπνο τους σε άνετα σπιτάκια που θυμίζουν θερμοκήπια στην εξοχή. H ζεστασία εκεί μέσα είναι τόσο έντονα διάχυτη που αισθάνεσαι πως τρως με τους φίλους σου στην τραπεζαρία του σπιτιού σου. Ενώ σε ένα από τα πιο περιζήτητα εστιατόρια της Νέας Υόρκης, το Danie της 65ης λεωφόρου, οι θαμώνες τρώνε μέσα σε μίνι, ιδιωτικούς θαλάμους προφυλαγμένους με πολυτελείς κρεμ και κόκκινες ριγέ κουρτίνες για ακόμα μεγαλύτερη ιδιωτικότητα. Ο Wells περιγράφει τη συγκεκριμένη εμπειρία ως «μία διέξοδο στα αποδυτήρια κάποιας όμορφης, μεσογειακής παραλίας, στην καρδιά του χειμώνα». Και στα δύο παραπάνω εστιατόρια το δείπνο κοστίζει 125 δολάρια το άτομο.

Αυτή είναι περισσότερο από ποτέ η εποχή της διαστημικής φούσκες, της γιγάντιας θερμάστρας, του ξύλινου καταφυγίου και οποιοδήποτε άλλου μέσου μπορεί να προσφέρει ζεστασία και θαλπωρή.

Παρόλα αυτά, ο Wells προσθέτει πως όταν μιλάμε για τη πανδημία του κορονοϊού τίποτα δεν μπορεί να σε κρατήσει περισσότερο ασφαλές από το αχτύπητο δίδυμο της μάσκας σε συνδυασμό με τον καθαρό αέρα. Αυτό φαίνεται να το γνωρίζουν καλά στη νεοϋορκέζικη Chinatown όπου έχουν δημιουργηθεί ολόκληρα υπαίθρια εστιατόρια ασιατικού τύπου με τους πελάτες να απολαμβάνουν τις ζεστές σούπες τους και το ρύζι ατμού σε ανοικτό, θερμαινόμενο χώρο, καθισμένοι στο πάτωμα.

Με πληροφορίες από τους New York Times

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS