Το όνομά του ήταν Ισαάκ Ποπανδόπουλος. Και ήταν ένας από τους πρώτους Έλληνες που μεταλαμπάδευσε την κουλτούρα και την τεχνογνωσία της καλλιέργειας και της επεξεργασίας καπνού στο Κουμπάν της Ρωσίας.
Ωστόσο δεν ήταν επιλογή του να φτάσει εκεί. Τράπηκε σε φυγή. Ο Ισαάκ ήταν Χριστιανός και ένας από τους Έλληνες του Πόντου που δεχόντουσαν πιέσεις από τους Τούρκους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Παρά το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, ο Ισαάκ κατόρθωσε να διατηρήσει τις εκτάσεις και τις φυτείες της οικογένειας στο Κουμπάν, όπως και τα μηχανήματα για την επεξεργασία και την αποθήκευση των σπόρων. Όμως κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης το 1917, όταν η Ρωσική Αυτοκρατορία μεταμορφώθηκε στη Σοβιετική Ένωση, ο Ισαάκ έχασε τα πάντα όλα λόγω της επιχείρησης εκκαθάρισης των αγροτών που είχαν στην ιδιοκτησία τους έκταση πάνω από 8 εκτάρια. Τότε, το καθεστώς συλλάμβανε και απέλαυνε, αλλά και εκτελούσε εκατομμύρια σκληρά εργαζόμενων αγροτών και των οικογενειών τους. Ο Ισαάκ επιβίωσε και εξακολούθησε να ζει και να δουλεύει στην παραγωγή καπνού, ως εργάτης πλέον, καθώς η φάρμα του ανήκε πλέον στο Κράτος.
Παρά τις αντιξοότητες, η ζωή συνεχιζόταν. Τα παιδιά του μεγάλωσαν και έφτιαξαν τις δικές τους οικογένειες. Έζησαν όσο πιο ειρηνικά μπορούσαν, δεδομένων των συνθηκών, για είκοσι χρόνια, ως τις 11 Δεκεμβρίου του 1937.
Τότε, τέθηκε σε ισχύ ο υπ’ αριθμόν 50215 του Νικολάι Γιεζόφ. Ο Γιεζόφ ήταν επικεφαλής του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων της Σοβιετικής Ένωσης που τώρα εκτελούσε την εντολή να συλλάβει όλους τους Έλληνες που ήταν ύποπτοι για κατασκοπεία, σαμποτάζ, και ενέργειες κατά του Σοβιετικού Κράτους.
Όλοι οι γιοί του Ισαάκ συνελήφθησαν μαζί και ο γαμπρός του την 1η Ιανουαρίου του 1938. Μόνο ένας γιός, ο Νικηφόρος, επέστρεψε από τα γκουλάγκ πολλά χρόνια αργότερα.
Οι πρόγονοί μου Φίοντορ, Ιβάν και Νικολάι, όπως επίσης άλλοι 10.000 Έλληνες εκτελέστηκαν. Εκτελέστηκαν στις 18 Ιανουαρίου του 1938. Ο Ιβάν, που άφησε πίσω του τον γιο του Αλεξάι και την κόρη του Σοφία ήταν μόλις 22 ετών.
Όταν ήμουν εγώ 22 ετών, είχα αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο και ένιωθα πως η ζωή μου μόλις ξεκινούσε. Ήταν η πρώτη φορά που επισκέφθηκα τον ζωολογικό Κήπο του Κιέβου και πήδηξα από τη χαρά μου όταν κέρδισα εισιτήρια για τη συναυλία των Limp Bizkit. Δεν ήξερα πως θα εξελισσόταν η ζωή μου. Και ακόμα δεν ξέρω που έχουν ταφεί οι πρόγονοι μου ούτε αν έχουν ταφεί με έναν πολιτισμένο τρόπο.
Μετά αυτή τη μαζική εκτέλεση, η κόρη του Ισαάκ, η Καλλιόπη φρόντισε τα παιδιά του Ιβάν. Όμως θεωρούσαν παιδιών των «εχθρών», έτσι επηρεάστηκαν και οι δικές τους ζωές. Φαντάζομαι πως θα πρέπει να είμαι ευγνώμων που το ρωσικό καθεστώς απλώς τους απέλασε και δεν τους εκτέλεσε. Το 1942, μετέφεραν ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινότητας από το Κρασνοντάρ και τον Καύκασο στις στέπες του Καζακστάν.
Το ταξίδι διήρκησε έναν ολόκληρο μήνα. Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι άνθρωποι και οι ασθενείς δεν μπόρεσαν να ανταπεξέλθουν σε αυτές τις συνθήκες. Εκείνοι φόρτωναν λοιπόν τα πτώματα σε τρένα σε κάθε σταθμό που συναντούσαν καθοδόν. Κανείς δεν γνωρίζει τι έγινε με τους νεκρούς.
Η Καλλιόπη και τα παιδιά έφτασαν στο Καζακστάν και πάλεψαν να στήσουν μια νέα ζωή εκεί. Δεν είχαν καμία δυνατότητα να δραπετεύσουν ή να επιστρέψουν στον τόπο τους, ακόμα και όταν, μετά το 1956, σταμάτησαν να θεωρούνται οι Έλληνες «ειδικοί μετανάστες».
Το 1960 η οικογένειά μου κατάφερε να επιστρέψει στο αγαπημένο μας Κουμπάν. Ο Αλεξέι αγόρασε μια έκταση για να φτιάξει ένα μεγάλο σπίτι για να στεγάσει τη μεγάλη του οικογένεια. Τα τέσσερα παιδιά του μεγάλωσαν σε αυτό το σπίτι, ανάμεσά τους και ο πατέρας μου.
Όταν είχα ακούσει την οικογενειακή ιστορία ως παιδί, μου φαινόταν αισιόδοξη, με ενέπνεε. Παρά το κακό και την αδικία, ποιότητες όπως η καλοσύνη, η αγάπη και το να έχει κανείς τη γη του είχαν νίκησαν. Όμως άκουσα αυτή την ιστορία για πρώτη φορά στο Λουχάνσκ, της Ουκρανίας. Εκεί μετακόμισαν ο πατέρας μου και η σύζυγός του. Όπως ο Αλεξέι, έτσι και ο πατέρας μου έφτιαξε ένα σπίτι για την οικογένειά του στην πόλη.
Εγώ και η αδερφή μου μεγαλώσαμε εκεί, και μετά μετακομίσαμε στο Κίεβο με τη δίψα να αλλάξουμε τον κόσμο. Ο πατέρας μου μετακόμισε ύστερα στο Αντρατσίτ, μια μικρή και πιο ήρεμη πόλη με λίγα θέατρα.
Όταν οι αυτονομιστές κατέκτησαν την περιφέρεια Λουχάνσκ το 2014, ο πατέρας μου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γη του ξανά. Στην αρχή γύρισε στη Ρωσία για να επισκεφθεί συγγενείς του στο Κουμπάν. Φανταστείτε την έκπληξή του όταν διαπίστωσε πως εκείνοι εμπιστευόντουσαν πιο πολύ τους παρουσιαστές ειδήσεων της Ρωσίας παρά τα όσα τους έλεγε ο ίδιος, που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας όσων συνέβησαν, γεγονότων που τους ανάγκασαν να τραπούν σε φυγή από την πόλη τους.
Τους ίδιους συγγενείς που ανάβουν κεράκια στις 15 Δεκεμβρίου στη μνήμη όσων Ελλήνων εκτέλεσαν ή απέλασαν οι Ρωσικές δυνάμεις από το Κουμπάν και τώρα τους ήταν δύσκολο να πιστέψουν πως οι Ρώσοι είχαν καταφύγει και πάλι στην επιθετικότητα. Σε πράξεις που ανάγκασαν σχεδόν 2 εκ κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους στο Ντονμπάς.
Τελικά, ο πατέρας μου μετακόμισε στο Κίεβο. Πρώτα έμεινε στο σπίτι της αδερφής μου, όμως μετά κατόρθωσε να χτίσει το τρίτο κατά σειρά σπίτι του. Και τότε άρχισαν να πέφτουν ρωσικές βόμβες και πύραυλοι στο Κίεβο. Οι βόμβες και οι πύραυλοι των Ρώσων εξακολουθούν να πέφτουν στο Κίεβο και οι συγγενείς μας πιστεύουν ακόμα τη ρωσική προπαγάνδα στην τηλεόραση και όχι εμάς.
Δεν έχει άλλο κουράγιο ο πατέρας μας να χτίσει νέο σπίτι. Η αδερφή μου που έχει δυο παιδιά και εγώ κουραστήκαμε πια από τις διαρκείς μετακινήσεις. Προφανώς φοβόμαστε. Αλλά παραμένουμε στο Κίεβο για να βοηθήσουμε και επιτέλους να γράψουμε μια νέα σελίδα στην οικογενειακή μας ιστορία. Στην ιστορία της χώρας μας. Στην ιστορία του κόσμου.
Πηγή: medium.com
Ακολουθήστε το Woman Toc στο Instagram