Σε ένα προάστιο του Λονδίνου μένει ένα ανδρόγυνο, ο κύριος και η κυρία Σμιθ. Ένα απόγευμα προσπαθούν να κατανικήσουν την ανία ψιλοκουβεντιάζοντας μπροστά στο αναμμένο τζάκι, μέχρι που παρουσιάζεται η υπηρέτρια για να ανακοινώσει δύο απροσκάλεστους επισκέπτες, τον κύριο και την κυρία Μαρτίν. Οι οικοδεσπότες φεύγουν γρήγορα για να αλλάξουν ρούχα, ενώ στην σκηνή προβάλουν οι δύο επισκέπτες. Ο κύριος και η κυρία Μαρτίν συμπεριφέρονται σαν δύο ξένοι που συναντιούνται για πρώτη φορά και ανακαλύπτουν δειλά δειλά τα πρώτα κοινά τους στοιχεία.

Τελικά, μετά από κάποια συζήτηση ανακαλύπτουν ότι παλιά ήταν παντρεμένοι. Ακόμα και μετά από αυτή την διαπίστωση παραμένουν απαθείς και τυπικοί, ανταλλάζοντας όμως θερμούς συναισθηματισμούς. Ο κύριος και η κυρία Σμιθ επιστρέφουν στην σκηνή, χωρίς να έχουν αλλάξει ρούχα, προσποιούμενοι όμως, ότι φοράν τις καλύτερες ενδυμασίες προς τιμή των επισκεπτών. Μετά από κάποια αμηχανία αρχίζουν να συζητούν και να διηγούνται τα γεγονότα της ημέρας, τις πάντα πληκτικές ιστορίες μηδαμινού ενδιαφέροντος. Ξαφνικά κτυπάει το κουδούνι. Ο κύριος και η κυρία Σμιθ ανοίγουν την πόρτα, αλλά δεν είναι κανείς. Το ίδιο συμβαίνει τρεις φορές.

Την τέταρτη φορά παρουσιάζεται ένας αρχιπυροσβέστης, που ψάχνει απεγνωσμένα να σβήσει μια φωτιά, έτσι για να κάνει κάτι. Οι οικοδεσπότες του προτείνουν να μείνει για λίγο και να τους κάνει συντροφιά. Ο πυροσβέστης δέχεται και αρχίζει να λέει ιστορίες χωρίς νόημα, τις οποίες ανταποδίδει ο κύριος Σμιθ με την ίδια ικανότητα. Εν τω μεταξύ αναμιγνύονται και η κυρία Σμιθ και η υπηρέτρια λέγοντας τα δικά τους. Τελικά η υπηρέτρια αγκαλιάζει τον πυροσβέστη και βγαίνει στην φόρα ότι οι δυο τους παλιά ήταν ερωτικό ζευγάρι. Ο κύριος την απολύει. Ο πυροσβέστης φεύγει και αυτός, ρωτώντας «τι κάνει η φαλακρή τραγουδίστρια;» για να απαντήσει η κυρία Σμιθ: «φοράει ακόμα την ίδια περούκα».

Ο κύριος και η κυρία Σμιθ έχουν μείνει μόνοι. Η συζήτησή τους εξασθενεί, οι προτάσεις διασκορπίζονται, μόνο λίγες λέξεις έχουν απομείνει στο κενό, που τελικά γίνονται απομονωμένα γράμματα. Το έργο τελειώνει με το ρητό «C’est pas par là, c’est par ici» («δεν είναι εκεί, εδώ είναι»). Στην σκηνή μένουν ο κύριος και η κυρία Μαρτίν που έχουν πάρει την θέση του κύριου και της κυρίας Σμιθ.

Πέφτει η κουρτίνα στη σκηνή. Κλαπ, κλαπ, κλαπ, το χειροκρότημα.

Σε ένα προάστιο της πανδημικής Αθήνας, της πιο αλλόκοτης μέχρι σήμερα χρονιάς, του 2020, μια συντάκτρια με μότο «είμαι γραφιάς της πλοκής και όχι δημοσιογράφος της διαπλοκής» στέλνει το δέκατο μήνυμα στο τσατ του μέσετζερ και το τρίτο μέιλ, από την ώρα που άνοιξε το λάπτοπ της. Το άνοιξε πριν από δέκα λεπτά.

Τα μαλλιά της είναι πιασμένα σε έναν αυτοσχέδιο κότσο που μοιάζει περισσότερο με αυτοσχέδιο, εκρηκτικό μηχανισμό κατασκευασμένο σε κάποια υπόγεια γιάφκα, ενώ γύρω της βασιλεύει μια ακαταστασία ασορτί με την παρανομία του κότσου. Το λάπτοπ της ξαφνικά αρχίζει να βγάζει ήχους αλλόκοτους, να μαρσάρει σαν δίχρονη μηχανή στην ανηφόρα και να της στέλνει σημάδια ότι θα την εγκαταλείψει. Ένας νέος τρόμος, που έχει γεννηθεί μαζί με την τηλεργασία, την κυριεύει. Καλύτερα να την εγκαταλείψει ταξιτζής στα χωράφια του Κάντζας, στην Παλλήνη, παρά αυτό.

Ακολουθεί μια συνομιλία με το μποτ του παρόχου της κινητής τηλεφωνίας.

-Πείτε μου ποιο είναι το πρόβλημα.

-Εκπρόσωπος

-Επαναλαμβάνω, πείτε μου ποιο είναι το πρόβλημα;

-Εκπρόσωπος

-Για να σας συνδέσω με εκπρόσωπο, το θέμα για το οποίο θέλετε να μιλήσετε αφορά τον αριθμό του τηλεφώνου από τον οποίο μας καλείτε;

-Εκπρόσωπος

Κάποια στιγμή, στην άλλη γραμμή, ακούγεται ένας υπάλληλος, με ονοματεπώνυμο. Η επικοινωνία μοιάζει κάπως πιο γνώριμη στο ανθρώπινο είδος, γίνεται μια επανεκκίνηση του ρούτερ, άλλη μία του υπολογιστή και ο ανησυχητικός ήχος έχει εγκαταλείψει.

Τη θέση του έχει πάρει η αγωνία για τον χαμένο χρόνο. Πρέπει να προλάβει να ανεβάσει εκείνο το κείμενο που άφησε στα αποθηκευμένα πριν κάνει το ριστάρτ. Το κείμενο δεν είναι πλέον εκεί. Έφυγε μαζί με τον ήχο;

Ακολουθεί δεύτερο τηλεφώνημα, αυτή τη φορά στον IT manager της εταιρίας. Κι αυτός σε τηλεργασία και συμπάθεια. Αν η γλώσσα του σώματος βοηθάει την επικοινωνία στο τετ-α-τετ, σε αυτή την περίπτωση η ερμηνεία των συμφραζομένων τη στηρίζει με σθένος. Κάπου ανάμεσα στους τεχνικούς όρους του ειδικού και στη γλαφυρότητα της ανίδεης, που περιγράφει το πρόβλημα όπως ο Κωνσταντίνου στην ασπρόμαυρη σκηνή με το προφιτερόλ, βρίσκεται η λύση. Το κείμενο «έχει πάει κάπου» και ευτυχώς υπάρχει επιστροφή.

Η συντάκτρια συνεχίζει το έργο της, το σταθερό χτυπάει ταυτόχρονα με το κινητό, την ίδια στιγμή που ένα μήνυμα αναπηδά στο φέισμπουκ και μια ειδοποίηση κουδουνίζει στο βάιμπερ. Το καφέ μπουκαλάκι με τις βαλεριάνες, μόνιμα εκεί, ανάμεσα στον κακό χαμό της ανακατωσούρας του γραφείου, ανοίγει για να τις χαρίσει λίγο από το πλασίμπο της εσωτερικής κάλμας. Η τέταρτη κούπα καφέ που αδειάζει, σταδιακά, διαλύει το όποιο σύννεφο γαλήνης.

Ο χρόνος τρέχει γύρω από την ακίνητη και αχτένιστη συντάκτρια και ταυτόχρονα απλώνεται πάνω της σαν βιοχλαπάτσα του 1993. Σε τακτά χρονικά διαστήματα κάνουν την εμφάνισή τους κάποια ατίθασα pop up στην οθόνη της από ειδήσεις της τρέχουσας επικαιρότητας. Μοιάζουν παλιά, αλλά είναι φρέσκα. Μοιάζουν βιαστικά αλλά έχουν έρθει για να μείνουν. Μοιάζουν χαρούμενα αλλά δεν είναι. 

Στο ομαδικό τσατ με τους συναδέλφους η ελληνική γλώσσα έχει αυξήσει τον αριθμό της βασικής αλφαβήτου της, οι καρδούλες και οι ανασηκωμένοι αντίχειρες είναι τα 25α και 26α γράμματά της. Οι έννοιες συμπυκνώνονται σε ιμότικον και συζητήσεις αποκτούν την ελλειπτική μορφή των τηλεγραφημάτων. Άλλαξε τίτλο, τελεία, είναι λάθος, τελεία, έχει ορθογραφικό, τελεία, γράφω την είδηση, τελεία, αλλάζω φωτογραφία, τελεία, τα νεύρα μας, τελεία.  

Κανένα συναισθηματικό άνθος δεν μοσχοβολάει, καμία πλοκή δεν εξυφαίνεται. Όλα είναι προσχεδιασμένα και ακολουθούν τη λογική κάποιου μεγαλο-developer/ επαναστάτη της επικοινωνίας, που με την ενσωμάτωση ενός ακόμα κομβίου στο τσατ απομακρύνει, μια για πάντα, τη χρονοβόρα συζήτηση. Και η ζωή κυλά με παρατονισμένες λέξεις σε μηνύματα. 

Στο zoom αργότερα, την ώρα του pilates, η ινστρούχτορας θα την ρωτήσει «τι κάνει η αχτένιστη συντάκτρια;» και αυτή θα απαντήσει «φοράει ακόμα την ίδια περούκα».


Επιμύθιο: Ο Ευγένιος Ιονέσκο, ο οποίος είχε ξεκινήσει το έργο, Η Φαλακρή Τραγουδίστρια, εν είδη πειράματος, έμεινε έκπληκτος με το αποτέλεσμα. Το θεατρικό κοινό αποδέχτηκε το έργο του, βρίσκοντάς το ξεκαρδιστικό και γεμάτο νόημα. Η αρχική ιδέα του Ιονέσκο ήταν να παρουσιάσει μια «τραγωδία της γλώσσας», όπως αρχικά ήθελε να ονομάσει το έργο αυτό. Οι διάλογοι παρουσίαζαν την παντελή έλλειψη πνεύματος και ιδεών, μέσα σε ένα κλίμα ανίας. Οι χαρακτήρες του είναι θύματα της ίδιας τους της γλώσσας, αιχμάλωτοι της καθημερινότητας, δύτες σε μια θάλασσα της μοναξιάς, των επιφανειακών σχέσεων και των ανιαρών συνανθρώπων. Οι Σμιθ και οι Μαρτίν δεν είναι σε θέση να συνομιλήσουν, διότι έχουν καταναλώσει όλες τους τις ιδέες, και δεν είναι σε θέση να νοιώσουν κανένα συναίσθημα.

 

 

 

Φωτό: unsplash.com

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

 

TAGS