21 Αυγούστου 1967 – Μπουμπουλίνας – Φυλακές Αβέρωφ: «Στις 21 Αυγούστου πιάστηκα στο Χαϊδάρι. Στο τέταρτο πάτωμα στην οδό Μπουμπουλίνας, στο κελί αριθμός 4 περίμενα το μαρτύριο και τον θάνατο. Στις 4 Σεπτεμβρίου μου έφεραν χαρτί και μολύβι. Τότε έγραψα 32 ποιήματα. Τις προηγούμενες μέρες τις πέρασα με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο περιμένοντας να με πάρουν για το μαρτύριο ή για την εκτέλεση. Όλη μου η ύπαρξη σημαδεύτηκε από την αναμονή του βέβαιου θανάτου»: γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης στο προσωπικό του ημερολόγιο την χρονική περίοδο ανάμεσα στο 1967 και το 1977, αποσπάσματα του οποίου εκδόθηκαν για πρώτη φορά στο βιβλίο «Το Χρέος», μία πραγματικά συγκλονιστική κατάθεση από τα όσα στα αλήθεια διαδραματίζονταν μέσα στις φυλάκες όπου αιχμάλωτοι της Χούντας εκβιάστηκαν, βασανίστηκαν, πέθαναν μαρτυρικά. Αλλά και αργότερα, την εποχή της εξορίας και την περιόδο της πτώσης της δικτοτορίας και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. 

Τα κείμενα του αποτέλεσαν και εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις περιγραφικότερες και πιο ανατριχιαστικές μαρτυρίες από τη ζωή στις φυλακές Αβέρωφ στο Χαϊδάρι. Εκεί όπου ο μεγάλος Έλληνας συνθέτης, ο άνθρωπος που κατάφερε να αποτυπώσει στη μουσική του ολόκληρη την Μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας, κρατήθηκε, βασανίστηκε φρικτά και έγραψε τελικά μερικές από τις σπουδαιότερες συνθέσεις του, αλλά και πολλά ποιήματα. 

«Καθώς ο χρόνος κυλούσε επίμονα και βασανιστικά έβλεπα με το νου μου, καθαρά, την εικόνα της τελευταίας στιγμής. Ο πρωινός ουρανός είχε ένα χρώμα βαθύ γαλάζιο. Η ατμόσφαιρα διάφανη, με κρυσταλλένια καθαρότητα. Τι θα φώναζα σ’ αυτήν την στιγμή του τέλους; Αυτή η σκέψη μου έγινε τυραννική. Ένας φρουρός έμενε πάντα μέσα στο κελί μαζί μου. Άν είχε κάποια κατανόηση μπορούσα τότε να κουβεντιάζω λίγο μαζί του. Ζήτω η ζωή! Ζήτω η ζωή! Ζήτω η ζωή! Να φωνάξω άραγες "Ζήτω η ομορφιά", "Ζήτω η αγάπη";» γράφει παρακάτω ο κορυφαίος συνθέτης που «έφυγε» από τη ζωή σήμερα σε ηλικία 96 ετών. 

Ποιο ήταν, όμως, το Χρέος για το οποίο αγωνίστηκε ο Μίκης Θεοδωράκης, το Χρέος για το οποίο κάποτε τιμωρήθηκε, πόνεσε, μαρτύρησε; Το Χρέος για το οποίο δεν έπαψε ποτέ να μιλάει; Το Χρέος είναι η Ελευθερία, χωρίς αυτή κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει, να ανθίσει, να υπάρξει. Η Ελευθερία συνώνυμη με την ομορφιά και την αγάπη, η Ελευθερία που δεν ανήκει σε συγκεκριμένο πολιτικό δόγμα, που δεν γίνεται να είναι κανενός, που αφορά κάθε οντότητα στον κόσμο ξεχωριστά και συνολικά την ίδια ακριβώς στιγμή.

«Τίποτα δεν είναι πιο αναγκαίο και πολύτιμο για τον Άνθρωπο παρά η Ελευθερία. Αν δεν έχεις τροφή, αν δεν έχεις γνώσεις, αν δεν έχεις ανέσεις υποφέρεις. Αν δεν έχεις Ελευθερία, τότε δεν υπάρχεις. Γιατί τότε δεν μπορείς να λογαριάζεσαι για Άνθρωπος. Τι είναι η Ελευθερία; Ελευθερία είναι η Ευθύνη. Είναι να είσαι υπεύθυνος. Να κρατάς σε κάθε στιγμή, σε κάθε περίπτωση, το μερίδιο της Ευθύνης που σου αναλογεί μέσα στον καταμερισμό της ομάδας και της κοινότητας. Ελευθερία είναι να σκέφτομαι, να σχεδιάζω και να αποφασίζω κάθε στιγμή και σε κάθε περίπτωση μαζί με τους άλλους για λογαριασμό μου και λογαριασμό των άλλων. Όταν ένας άλλος το κάνει για λογαριασμό μου, είτε άτομο είναι αυτός, είτε κόμμα, τότε εγώ δεν είμαι ελεύθερος. Γιατί Ελευθερία είναι το δικαίωμα να είμαι υπεύθυνος κάθε στιγμή, σε κάθε περίπτωση. Ελευθερία είναι ΤΟ ΧΡΕΟΣ».

«Τότε σκεφτόμουν πως έμεινα ένας αδιόρθωτος ρομαντικός. Υπάρχει ζωή! Υπάρχει ζωή! Υπάρχει ζωή! Όλα υπάρχουν. Η Ελλάδα, το Μέτωπο, το Κόμμα! Κάποτε ο φρουρός συμφωνούσε. Πιο συχνά έχει άλλη γνώμη. Η συζήτηση εξακολουθούσε δίχως τέλος. Τα μεσημέρια η ζέστη ήταν φρικιαστική. Υπέφερα τρομερά. Κοιμόμουν πάνω στο τσιμέντο γυμνός, όπως τη στιγμή που με πιάσανε. Για προσκεφάλι είχα τα παπούτσια μου. Τα γένια μου είχαν μακρύνει και με τρώγανε. Έτρωγα λίγο, δίχως πιρούνι ή κουτάλι, με τα χέρια. Ήμουν βρώμικος. Κάποτε καθόμουν στην καρέκλα. Το μοναδικό "έπιπλο".  Άλλοτε βάδιζα. Πεντακόσια βήματα καθέτως. Πεντακόσια κυκλικά. Μετρούσα τα κάγκελα. Παρακολουθούσα κρυφά τους μυς του φύλακα. Με μισούσε; Γιατί; Ασφαλώς θα είχε τραγουδήσει τα τραγούδια μου. Πότε λοιπόν θα έπεφτε πάνω μου; Πότε θα με πάρουν; Τα μάτια τους. Αν τους κοιτάξω κατευθείαν μέσα στα μάτια τότε θα ντραπούν; Οφείλουν να ντραπούν! Αυτή την αγωνία ακολουθούσε μια ανεξήγητα παθιασμένη ευφορία. Ήμουν ευτυχής. Στο τέλος – τέλος ο θάνατος δεν είναι τόσο τρομερός. ίσως να είναι όμορφος λέω στον φρουρό μου. Όμως με τον ερχομό της καινούργιας μέρας, μόλις χτυπούσε ο ήλιος, η ζωή έπαιρνε πάλι τα δικαιώματά της. Η ζωή με νικούσε, με κατασπάραζε. Τα πρόσωπα των παιδιών μου διαπερνούσαν τη σκέψη μου. Θα ήταν για πάντα ορφανά και ο πόνος θα κατοικούσε για πάντα στα όμορφα μάτια τους. Έδιωχνα με βια αυτή την εικόνα».

Κλεισμένος πίσω από τα γκρίζα κάγκελα του κελιού του ο Θεοδωράκης αναμερτήθηκε αμέρτητες φορές με την ιδέα του θανάτου, ρωτώντας εκατοντάδες φορές τον ίδιο τον εαυτό του ποιός να ήταν άραγε ο τρόπος που θα τον σκότωναν, ποια θα ήταν η τελευταία του στιγμή πάνω σε αυτόν τον κόσμο: «Ήμουν δυστυχής γιατί δεν με σκότωσαν αμέσως. Τι θα με έκαναν τώρα; Με ποιο τρόπο θα με σκότωναν; Το κεφάλι πονούσε. Το αίμα πονούσε. Ώρα 2,3,4,5,6 το απόγιομα. Μέσα στους παραδείσιους κήπους του κρανίου μου κίτρινος ήλιος ταξιδεύει στα φτερά του χρόνου. Κλαίω, φωνάζω! Η καρδιά μου ξαλαφρώνει. Ίσως με σκέπτονται».

Και τότε ανατέλλει ο ήλιος της δημιουργίας, ο μόνος τρόπος που έχει ανακαλύψει ο άνθρωπος ώστε να νικήσει την ασχήμια, τον πόνο, τη θνητότητα της ζωής. Από αυτό το πρήσμα ο Μίκης Θεοδωράκης τον είχε ήδη νικήσει το θάνατο από τότε. Από εκείνον τον Αύγουστο του 1967 όταν κοιτούσε τις ώρες να λιώνουν στους σκοτεινούς τοίχους μίας φυλακής: «Κανένας δεν ξέρει πως βρίσκομαι εδώ. "934 303 – 934 303",  φωνάζω. Ίσως κάποιος ακούσει και τηλεφωνήσει. "Ο Μίκης ζει". Δεν είμαι ποιητής, όμως όταν οι στίχοι άρχισαν να σφυροκοπούν το μυαλό μου ένιωσα πόσο οι λέξεις μπορεί να ντυθούν στο αίμα. Πόσο μπορεί να με λυτρώσουν. Είμαι δημιουργός. Νικώ το χρόνο και τον θάνατο. Είμαι ο χρόνος. Να γιατί ο ΉΛΙΟΣ και ο ΧΡΟΝΟΣ έγιναν ο κύκλος της ζωής και του θανάτου. Τελικά έγιναν ο νικητήριος κύκλος. Νίκη πικρή γιατί η ψυχή του ποιητή πονά για όλους τους ανθρώπους. Ακόμα και γι΄αυτούς που τον μισούν και τον βασανίζουν».

Αν έχεις κερδίσει μία φορά στην αναμέρτηση με τον «χρόνο» και τον «θάνατο», αν έχεις μπορέσεις μία φορά να συγχωρέσεις «το μίσος» και τη «φρίκη» τότε έχεις νικήσει όλες τις μάχες. Όταν θα έρθει στα αλήθεια το τέλος ο ήχος από τα ποιήματα κα τα όργανα σου θα καλύψει τις πόλεις και τους δρόμους, θα σκεπάσει αυτούς που ξέρουν να αγαπούν, αλλά και εκείνους που μπορούν μόνο να μισούν. Θα μας υπενθυμίσει κάπως ανακουφιστικά μία φράση σου: «Αν δεν είχα βιώσει αυτά που βίωσα, δεν θα είχα γράψει αυτήν την μουσική». 

 

Kεντρική φωτογραφία: ΥοuTube

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

 

TAGS