«Αποδέξου με όπως είμαι. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε ο ένας τον άλλον» είχε πει ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι ως Γκουίντο στη θρυλική ταινία του Φελίνι «8 ½». Έναν ρόλο που ενσάρκωσε τόσο ιδανικά σαν παρακολουθούσαμε τη δική του ζωή. Οι γυναίκες δε με κομμένη την ανάσα. Γιατί ο Μαρτσέλο ήταν αναμφίβολα από τους γοητευτικότερους άνδρες που έχουν πρωταγωνιστήσει στον κινηματογράφο.

Με 120 ταινίες στο ενεργητικό του ο Μαστρογιάνι υποδύθηκε συχνά το σύγχρονο αρσενικό που παρά τις επιτυχίες και τις κατακτήσεις έρχεται αντιμέτωπος με το υπαρξιακό του κενό. Τόσο στο «8 ½» και στη «Γλυκιά Ζωή» (Dolce Vita) με την διάσημη σκηνή στη Φοντάνα Ντι Τρέβι στο πλευρό της Ανίτα Έκμπεργκ,  αλλά και στο «La Notte » οι ήρωες του έψαχναν το κλειδί της ζωής τους.

Μετράμε λοιπόν 25 χρόνια χωρίς τον Μαρτσέλο, ο οποίος απεβίωσε τον Δεκέμβριο του 1996. Μάλιστα, την ημέρα του θανάτου του χαμήλωσαν τα φώτα και σταμάτησε η ροή νερού στο σιντριβάνι της Φοντάνα Ντι Τρέβι προς τιμή του σπουδαίου ηθοποιού που ταξίδεψε το όνομα της χώρας του σε κάθε σημείο του πλανήτη.

Ο Μαρτσέλο γεννήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1924. Γονείς του ήταν η Ίντα και ο Οτόνε Μαστρογιάνι, ένας ξυλουργός στο επάγγελμα που μάλιστα μπάλωνε τους πάτους των παπουτσιών του Μαρτσέλο με κομματάκια αλουμίνιου, αφού η οικογένεια ήταν φτωχή. Ο πατέρας του αργότερα έχασε την όρασή του λόγω διαβήτη και έτσι δεν μπόρεσε να καμαρώσει ποτέ το παιδί του στη μεγάλη οθόνη.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Οι εποχές είναι πολύ δύσκολες, ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ξεκινήσει και ο Μαρτσέλο θα συλληφθεί από τους Ναζί και θα σταλεί ως κρατούμενος σε ένα γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, όταν η Ιταλία προσχώρησε στις συμμαχικές δυνάμεις. Εκείνος όμως θα καταφέρει να δραπετεύσει και να κρυφτεί στη Βενετία. Μετά τον Πόλεμο, γύρισε στη Ρώμη, άρχισε να εργάζεται ως λογιστής για μία κινηματογραφική εταιρία και μπήκε σε έναν θεατρικό θίασο. Εκεί γνώρισε τον Φελίνι και τη σύζυγό του Τζουλιέτα Μασίνα, στο πλευρό της οποίας έκανε το ντεμπούτο του. Η ερμηνεία του έκανε αίσθηση.

Εκείνος όμως θα καταφέρει να δραπετεύσει και να κρυφτεί στη Βενετία. Μετά τον Πόλεμο, γύρισε στη Ρώμη, άρχισε να εργάζεται ως λογιστής για μία κινηματογραφική εταιρία και μπήκε σε έναν θεατρικό θίασο. Εκεί γνώρισε τον Φελίνι και τη σύζυγό του Τζουλιέτα Μασίνα, στο πλευρό της οποίας έκανε το ντεμπούτο του. Η ερμηνεία του έκανε αίσθηση.

Με τον καιρό ο Φελίνι βρήκε στον Μαρτσέλο το alter ego του. Μάλιστα ο Maestro είχε πει για εκείνον: «Είχα ανάγκη από έναν Ιταλό, από έναν φίλο που να δέχεται σεμνά και ταπεινά να είναι η σκιά μου, που να μη φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν. Έτσι πήρα τον Μαστρογιάνι, τον ήξερα ήδη, ήταν καταπληκτικός: αφαιρετικός, διακριτικός, συμπαθής, αντιπαθής, τρυφερός, αλαζόνας. Έτσι κι αλλιώς, ήταν τέλειος».

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Στην πορεία πρωταγωνίστησε σε ταινίες- σταθμούς όπως την κωμωδία «Ο Κλέψας, του Κλέψαντος», στη «Γλυκιά Ζωή» που τον καθιέρωσε με τον ρόλο του κοσμικογράφου που ψάχνει όμως το βαθύτερο νόημα της ζωής. Και βέβαια στο «8 ½» στο οποίο υποδύεται τον σκηνοθέτη που έχει χάσει την έμπνευσή του ενώ τον καταδιώκει ο κόσμος του κινηματογράφου, αλλά και οι γυναίκες της ζωής του.

Ο Μαστρογιάνι θα γνωρίσει παγκόσμια επιτυχία- μιλούσε εξάλλου αγγλικά και γαλλικά. Ο Φελίνι απαντώντας στις φήμες πως ο πρωταγωνιστής του είναι οκνηρός είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο The New York Times Magazine «Ο θρύλος πως είναι αδιάφορος και τεμπέλης είναι αστειότητες. Περνάει ώρες μιλώντας για τον ρόλο του, μέχρι να τον κατανοήσει πλήρως. Όταν πια νιώσει ότι τον έχει μέσα του και όταν εμπιστευτεί τον σκηνοθέτη του μπορούμε να πετύχουμε αυτό που πραγματικά επιδιώκουμε: μια ματιά στην εσωτερική μας ζωή». Ο Μαρτσέλο δούλεψε με σπουδαίους σκηνοθέτες, όπως οι Βιτόριο ντε Σίκα, Λουκίνο Βισκόντι, Μάριο Μονιτσέλι, Ντίνο Ρίζι, Μάουρο Μπολονίνι, Ετόρε Σκόλα, Μικελάντζελο Αντονιόνι, Μάρκο Φερέρι, Πιέτρο Τζέρμι, αδελφούς Ταβιάνι και πολλούς άλλους. Με τους Γάλλους Λουί Μαλ, Ζακ Ντεμί, Ανιές Βαρντά και ακόμη τους Ρομάν Πολάνσκι, Ζιλ Ντασέν, Τζον Μπούρμαν, Νικίτα Μιχάλκοφ, Ρόμπερτ Άλτμαν, Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Μιλώντας κανείς για εκείνον δεν μπορεί παρά να αναφερθεί και στη γοητεία που ασκούσε στον γυναικείο πληθυσμό. Ο Μαστρογιάνι παντρεύτηκε τη συμφοιτήτρια του Φλόρα Καράμπελα το 1948 και απέκτησαν μία κόρη, την Μπάρμπαρα, το 1950. Μολονότι στην πορεία, ο γάμος δεν πήγαινε καλά εξαιτίας των εξωσυζυγικών του σχέσεων. Μία από αυτές ήταν ο δεσμός του με τη Φέι Ντάναγουεϊ, για την οποία είχε δηλώσει πως ήταν η γυναίκα που αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλη. Η Ντάναγουεϊ ήθελε να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια, όμως εκείνος δεν τολμούσε να πάρει διαζύγιο, σε μία εποχή που αποτελούσε μεγάλο ταμπού. Έπειτα από δυο χρόνια σχέσης εκείνη τον χώρισε.

Μία από αυτές ήταν ο δεσμός του με τη Φέι Ντάναγουεϊ, για την οποία είχε δηλώσει πως ήταν η γυναίκα που αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλη. Η Ντάναγουεϊ ήθελε να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια, όμως εκείνος δεν τολμούσε να πάρει διαζύγιο, σε μία εποχή που αποτελούσε μεγάλο ταμπού. Έπειτα από δυο χρόνια σχέσης εκείνη τον χώρισε.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

Το ίδιο συνέβη και με την καλλονή Κατρίν Ντενέβ, με την οποία απέκτησαν την κόρη τους Κιάρα Μαστρογιάνι. Η Κιάρα του μοιάζει εκπληκτικά και όπως οι γονείς της έγινε και εκείνη ηθοποιός, ενώ είχε την ευκαιρία να παίξει σε ταινίες στο πλευρό και της μητέρας της και του πατέρα της. Εφήμερες σχέσεις λέγεται ότι είχε επίσης με τις Κλάουντια Καρντινάλε, Ανούκ Εμέ, Ούρσουλα Άντρες, Λόρεν Χάτον. Στα μέσα της δεκαετίας του '70 συνδέθηκε με την βρετανίδα σκηνοθέτιδα Άννα Μαρία Τατό, με την οποία έζησε μαζί της μέχρι το τέλος της ζωής του, στο Παρίσι.

TAGS