Επειδή το Squid Game του  Hwang Dong-hyuk, η πιο εμπορική σειρά που παίχτηκε ποτέ στο ηλεκτρονικό κανάλι του Netflix, «σάρωσε» τα πάντα στο πέρασμα του είναι απαραίτητο ο κόσμος να αναζητήσει τις αναφορές. Δεν είναι μονάχα «ιστορικό» το ζήτημα.  Είναι περισσότερο μία ανθρώπινη ανάγκη να συσχετίσουμε σωστά, ανακαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο περισσότερα πράγματα να συνδεθούμε, να ενθουσιαστούμε, περισσότερα πράγματα να αγαπήσουμε.  Πολλοί σχολίασαν ότι το Squid Game, που ήρθε απο τη Νότια Κορέα για να συνεπάρει ολόκληρο τον πλανήτη, είναι ξεκάθαρα επηρεασμένο από την αριστουργηματική ταινία του  Bong Joon-ho «Παράσιτα», το φιλμ που έφυγε με όλα τα Όσκαρ από το Dolby Theatre του Λος Άντζελες το 2020, κάνοντας τον - τότε- πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να δηλώσει εκνευρισμένος: «Δεν φτάνει που οι Κορεάτες μας κάνουν όλα αυτά, πάτε και τους δίνετε και το Όσκαρ». Άλλοι πάλι υποστηρίζουν κάτι αρκετά πιο προφανές, ότι δηλαδή το Squid Game θυμίζει πολύ την επιτυχημένη σειρά ταινιών Hunger Games με πρωταγωνίστρια την Τζένιφερ Λόρενς, αλλά στην κορεάτικη, αρκετά πιο ποπ εκδοχή τους. Οι πιο ενημερωμένοι πάλι δε γινόταν να μην παρατηρήσουν πως το κοροέατικο θρίλερ του Netflix αντλεί σοβαρές αναφορές από το σκοτεινό, cult φιλμ «Battle Royale», τη γιαπωνέζικη ταινία που παίχτηκε για πρώτη φορά το 2000, σοκάροντας τους θεατές με τη βιαιότητα και την ώμη αγριάδα της.

Το Squid Game, που ήρθε απο τη Νότια Κορέα για να συνεπάρει ολόκληρο τον πλανήτη, είναι ξεκάθαρα επηρεασμένο από την αριστουργηματική ταινία του  Bong Joon-ho «Παράσιτα», το φιλμ που έφυγε με όλα τα Όσκαρ από το Dolby Theatre του Λος Άντζελες το 2020.

Πολλά περισσότερα από άλλη μία άνευ λόγου και αιτίας splatter ταινία, το «Battle Royal» είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ιάπωνα Koushun Takami το οποίο είχε κυκλοφορήσει έναν μόλις χρόνο νωρίτερα. Σε μία Ιαπωνία του μέλλοντος οι νέοι, στον απόηχο μίας τεράστιας οικονομικής κρίσης, εξεγείρωνται απέναντι στο εκπαιδευτικό και το πολιτικό σύστημα, αναγεννώντας έναν φουτουριστικό και απόλυτα χαοτικό Μάη του '68. Μία επανάσταση που χαρακτηρίζεται, ωστόσο, από πολύ μεγαλύτερη παραβατικότητα και πολύ λιγότερα ουσιαστικά αιτήματα. Τότε, η κυβέρνηση υιοθετεί έναν ακραίο νόμο προκειμένου να βάλει όρια στην ατιμωρησία και στις ανεξέλιγκτες συμπεριφορές. Κάθε έτος, μία τάξη επιλέγεται τυχαία προκειμένου να μεταφερθεί σε ερημική, άγνωστη τοποθεσία. Εκεί οι μαθητές καλούνται να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον σε μία απομακρυσμένη, τρομακτική, φυσική αρένα προκειμένου να αναδειχθεί μόνον ένας τυχερός και ισχυρός νικητής που θα φύγει από το έρημο νησί ζωντανός.

Οι κανόνες του παιχνιδιού:

Kαθώς οι μαθητές οδηγούνται σε μία σχολική αίθουσα βρίσκονται αναπάντεχα αντιμέτωποι με τον Kitano, έναν παλιό καθηγητή τους ο οποίος εξαφανίστηκε από το σχολείο μετά από μία επίθεση με σουγιά εναντίον του. Εκεί ανακαλύπτουν ότι στον λαιμό τους υπάρχει ήδη περασμένη μία συσκευή εντοπισμού που λειτουργεί παράλληλα και σαν εκρηκτικός μηχανισμός. Το παιχνίδι στην αρένα του νησιού θα διαρκέσει τρεις ημέρες κι αν στο πέρας αυτών των ημερών δεν υπάρξει νικητής τότε τα περιλαίμια θα ανατιναχτούν αυτόματα, σκοτώνοντας όλους τους μαθητές που έχουν απομείνει στη ζωή. Τα πράγματα είναι απλά. Αν δεν σκοτώσεις και τον τελευταίο συμμαθητή σου θα πεθάνεις κι εσύ μαζί του στο έρημο αυτό νησί. Αν ο συγγραφέας του Lord of the Flies, William Golding, ζούσε για να δει αυτό το δυστοπικό, εξαγριωμένο, εφηβικό, αιματοβαμμένο θρίλερ το μόνο σίγουρο θα ήταν ότι θα έτριβε τα χέρια του με ικανοποιήση, αντικρύζοντας την πιο βαθιά του πεποίθηση για τη βρώμικη και ποταπή υπόσταση του ανθρώπου να επιβεβαιώνεται. 

Ένα αλληγορικό ποίημα για το ακατανίκητο χάσμα γενεών που δεν θα πάψει ποτέ να υφίσταται, για τις ομορφότερες μέρες της ζωής μας που, δυστυχώς, είναι πίσω μας και για τη δύναμη της αληθινής φιλίας που μία μέρα θα σώσει τον κόσμο.

Ή μήπως το «Battle Roayle» είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από την παραπάνω «εύκολη» επιβεβαίωση; Aδιανόητα πιο στιβαρό από τις περισσότερες splatter ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ, πολύ πιο ουσιαστικό από ένα συνηθισμένο θρίλερ με κοινωνικές προεκτάσεις, το cult φιλμ για το οποίο οι σινεφίλ γνωρίζουν καλά πως είναι ένα από τα μικρά, εναλλακτικά «διαμαντάκια» του ιαπωνικού σινεμά, είναι ένα αλληγορικό ποίημα για το ακατανίκητο χάσμα γενεών που δεν θα πάψει ποτέ να υφίσταται, για τις ομορφότερες μέρες της ζωής μας που, δυστυχώς, είναι πίσω μας και για τη δύναμη της αληθινής φιλίας που μία μέρα θα σώσει τον κόσμο. Η αγριότητα της ύπαρξης μαζί με το ζωώδες ένστικτο της επιβίωσης θα υπάρχουν πάντοτε, μα, όταν έρθει η ώρα, θα στέκουν ηττημένα να κοιτούν τον θρίαμβο της καλοσύνης των ξένων, την ομορφιά του ατελείωτου έρωτα, τις απαράβατες υποσχέσεις ανάμεσα σε δύο κολλητούς, τους πανηγυρισμούς μετά από έναν νικηφόρο αγώνα μπάσκετ.

 

Η ταινία δονείται ολόκληρη από μηνύματα και συμβολισμούς. Σε μία από τις πρώτες σκηνές τα παιδιά παίρνουν τυχαία (αλλά, ίσως, όχι και τόσο τυχαία) σάκους με εξοπλισμό επιβίωσης, ο οποίος περιέχει ένα διαφορετικό όπλο για τον καθένα τους. Οι πιο τυχεροί θα λάβουν ένα μπαζούκα ή ένα τσεκούρι. Ο κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας, ο Shuya Nanahara, ένας πληγωμένος έφηβος που προσπαθεί να διαχειριστεί την αυτοκτονία του πατέρα του, θα πάρει ένα καπάκι από κατσαρόλα. Ωστόσο, ακόμα και κανόνι να έπεφτε στα χέρια του, ο ίδιος θα ήταν απελπιστικά ανίκανος να το χρησιμοποιήσει. Τα όπλα εμφανίζονται στην οθόνη αντικατοπρίζοντας κάτι από την προσωπικότητα του κάθε μαθητή, ένα δείγμα των δεινών που είναι ικανός να προκαλέσει στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου. 

Οι μάχες συνεχίζονται μέσα σε μία απειλητική, αφιλόξενη ζούγκα ή στις άκρες απότομων γκρεμών, ενώ μία σειρά από μυστικά αποκαλύπτονται μαζί με μικρές, προσωπικές ιστορίες των ηρώων, οι οποίες παρουσιάζονται έξυπνα σκηνοθετικά μέσα από σύντομα flash backs τα οποία δεν μακρυγορούν και σου δίνουν με συνοπτικές διαδικασίες να καταλάβεις όλη την αλήθεια για τους χαρακτήρες. Κομβικό ρόλο στην ιστορία παίζουν και τα όνειρα κάποιων ηρώων, σύντομα, έντονα, ποιητικά, σε παρασύρουν στην ακαταμάχητη ομορφιά τους. 

Τα όπλα εμφανίζονται στην οθόνη αντικατοπρίζοντας κάτι από την προσωπικότητα του κάθε μαθητή, ένα δείγμα των δεινών που είναι ικανός να προκαλέσει στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου.

Στο «Battle Royale», όμως, η πιο μεγάλη μάχη δεν είναι αυτή του κάθε μαθητή απέναντι σε κάθε πιθανό πρώην φίλο και συμμαθητή του που θα σκεφτεί να τον σκοτώσει προκειμένου να επιβιώσει ο ίδιος αντί να διαλέξει τον δύσκολο δρόμο διαφυγής, αναζητώντας έναν τρόπο για να δραπετεύσουν όλοι τους. Δεν είναι η μάχη ανάμεσα στην αγάπη και την προδοσία, ούτε καν η μάχη ανάμεσα στον έρωτα που είναι το μέλλον μας και τον θάνατο που είναι το τέλος της ζωής. Είναι η αβάσταχτη ασυμφωνία ανάμεσα σε κάθετι νέο και κάθετι παλιό, ανάμεσα σε γονείς που απογοητεύουν διαρκώς τα παιδιά τους και παιδιά που μισούν ανελέητα του γονείς τους. Ανάμεσα σε γονείς που αυτοκτονούν γιατί δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά και γονείς που κάνουν ακραία πράγματα και στο τέλος πεθαίνουν γιατί δεν ξέρουν πώς αλλιώς να εκδικηθούν τα παιδιά τους. Ανάμεσα σε παιδιά που τιμωρούν δίκαια τους γονείς τους και γονείς που κακοποιούν τα παιδιά τους. Τελικά αυτά τα παιδιά γίνονται «τέρατα», ικανά για το οτιδήποτε.

Στο «Battle Royale» το αίμα χύνεται ασταμάτητα και αντιαισθητικά, αλλά δεν χύνεται μάταια. Γίνεται το ίδιο  αντικατοπτρισμός μίας πάλης, αλλά αυτή δεν είναι μία πάλη ταξική όπως συμβαίνει στο Squid Game ή στο Hunger Games. Είναι ένας αγώνας στο τέλος του οποίου (αν βγεις ζωντανός) πρέπει να τρέξεις όσο πιο γρήγορα μπορείς γιατί είσαι εσύ αυτός που μία μέρα θα κληθείς να αλλάξεις τον κόσμο. Όσοι προσπάθησαν πριν από εσένα απέτυχαν.

«Και τώρα τι μπορεί να πει ένας ενήλικας σε ένα παιδί;», καταλήγει στο κλείσιμο της ταινίας ο δημιουργός της Kinji Fukasaku. Συχνά δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Αρκεί μόνο να ακούσεις.

Aκολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS