Την είχα φανταστεί σαν νύμφη ή ξωτικό – σαν μια αιθέρια φιγούρα ταιριαστή με το παγανιστικό πνεύμα του χορού της. Ομως η Ισιδώρα Ντάνκαν που συνάντησα το 1927 στο νοικιασμένο διαμέρισμά της στη γαλλική Νίκαια ήταν μια γυναίκα παραμορφωμένη, πλέον, από τα χτυπήματα της μοίρας και τα σημάδια του αλκοολισμού: το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο και σακουλιασμένο· τα μαλλιά της άτσαλα βαμμένα με χένα· το σώμα της βαρύ και ολοστρόγγυλο, φασκιωμένο μέσα σε τσαλακωμένα ρούχα. 

Αιφνής συνειδητοποίησα ότι είχε δεχτεί να γράψει την αυτοβιογραφία της για να βελτιώσει την οικονομική της κατάσταση αλλά και να ξαναζήσει, τρόπον τινά, ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος. Όταν, ωστόσο, άρχισε να μιλά, θυμήθηκα ότι πίσω από κάθε μεγαλούργημα της τέχνης κρύβεται ένα πρωτοποριακό μυαλό. 

Δεν ήταν η πρώτη φορά που γνώριζε τη φτώχεια. Για την ακρίβεια η ανέχεια ήταν η μόνιμη κατάστασή της στην παιδική και εφηβική ηλικία της, εξαιτίας του διαζυγίου των γονιών της που είχε αναγκάσει τη μητέρα της να μεγαλώσει ολομόναχη την Ισιδώρα και τα τρία αδέρφια της. Αλλά στη συνέντευξή μας δεν αναφέρθηκε με πίκρα σε εκείνη την περίοδο: «Είμαι ευγνώμων που η μητέρα μου ήταν φτωχή όταν ήμασταν μικρά. Στο γεγονός ότι δεν μπορούσε να συντηρεί υπηρέτες και γκουβερνάντες για τα παιδιά της οφείλω τον αυθορμητισμό που είχα την ευκαιρία να εκφράσω ως παιδί και που δεν έχασα ποτέ. Στην άγρια, ανεξέλεγκτη παιδική ηλικία μου οφείλω την έμπνευση του χορού που δημιούργησα, ο οποίος δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια έκφραση ελευθερίας». 

«Στο γεγονός ότι η μητέρα μου δεν μπορούσε να συντηρεί υπηρέτες και γκουβερνάντες για τα παιδιά της οφείλω τον αυθορμητισμό που είχα την ευκαιρία να εκφράσω ως παιδί και που δεν έχασα ποτέ»

Τέτοια, δε, είναι η ελευθερία που διέπει τον χορό της, ώστε δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να τον περιγράψει, παρά ως μια ιστορική μετατόπιση από το στιλιζάρισμα του μπαλέτου προς τη φυσική κίνηση του σώματος, κίνηση ωστόσο που αντικατοπτρίζει συναισθήματα και σκέψεις.

«Πέρασα ατελείωτες μέρες και νύχτες αναζητώντας τον χορό που θα γινόταν η θεία έκφραση του ανθρώπινου πνεύματος. Η μητέρα μου συχνά ανησυχούσε που με έβλεπε να στέκομαι για ώρες ακίνητη». Αν θα έπρεπε πάντως να συνδέσει την τέχνη της με μια συγκεκριμένη ιδεολογία, αυτή θα πρέσβευε την απελευθέρωση της γυναίκας από τις κοινωνικές συμβάσεις. Γιατί η Ισιδώρα απέρριπτε τον γάμο και υπερασπιζόταν το δικαίωμα της τεκνοποίησης εκτός του θεσμού. «Πολλές γυναίκες στις οποίες έχω κηρύξει αυτό το δόγμα μού απαντούν δειλά: “Αλλά ποιος θα στηρίζει τα παιδιά;”. Πιστεύω ότι αν απαιτείται η τελετή του γάμου ως μέσο για να επιβάλουμε στον άντρα τη στήριξη των παιδιών μας, τότε παντρευόμαστε έναν άντρα που υποψιαζόμαστε ότι κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα αρνείτο να στηρίξει τα παιδιά μας. Τότε παντρευόμαστε έναν άντρα που υποψιαζόμαστε ότι είναι φαύλος».

«Πιστεύω ότι αν απαιτείται η τελετή του γάμου ως μέσο για να επιβάλουμε στον άντρα τη στήριξη των παιδιών μας, τότε παντρευόμαστε έναν άντρα που υποψιαζόμαστε ότι κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα αρνείτο να στηρίξει τα παιδιά μας»

Αν θα έπρεπε πάντως να συνδέσει την τέχνη της με μια συγκεκριμένη ιδεολογία, αυτή θα πρέσβευε την απελευθέρωση της γυναίκας από τις κοινωνικές συμβάσεις. Γιατί η Ισιδώρα απέρριπτε τον γάμο και υπερασπιζόταν το δικαίωμα της τεκνοποίησης εκτός του θεσμού.

Πόσο θάρρος όμως χρειάζεται μια γυναίκα για να υποστηρίξει την ιδεολογία της όχι μόνο με λόγια αλλά και με πράξεις; Η Ισιδώρα φαίνεται πως διέθετε άφθονο, καθώς όλα της τα παιδιά ήταν εκτός γάμου: και η Ντίρντρι (1906), που απέκτησε με τον σκηνοθέτη και σκηνογράφο Γκόρντον Κρεγκ, και ο Πάτρικ (1910), καρπός του έρωτά της με τον Πάρις Σίγκερ, κληρονόμο της ομώνυμης αυτοκρατορίας ραπτομηχανών, και το υστερότοκο αβάπτιστο παιδί της (1914), η πατρότητα του οποίου έχει αποδοθεί σε έναν Ιταλό γλύπτη που η Ιζαντόρα συνέκρινε σε ταλέντο με τον Μικελάντζελο

Μόλις αναφέρθηκα στα παιδιά της, το πρόσωπό της σκοτείνιασε. Θυμήθηκε τον θάνατο του υστερότοκου λίγες ώρες μετά τη γέννησή του. Τον πνιγμό της Ντίρντρι και του Πάτρικ όταν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν με την γκουβερνάντα τους ξέφυγε από την πορεία του και βυθίστηκε στον Σηκουάνα. «Όταν έπιασα τα παγωμένα χεράκια τους και συνειδητοποίησα ότι δεν θα πίεζαν ποτέ ξανά τα δικά μου, βγήκε από μέσα μου μια κραυγή που ένιωσα σαν να μην ήταν δική μου. Δύο φορές στη ζωή βγαίνει αυτή η κραυγή της μάνας – στη γέννα και στον θάνατο. Σκόπευα να τερματίσω τη ζωή μου, αλλά οι κουβέντες των μαθητριών μου ήταν αυτές που με έκαναν να αλλάξω γνώμη: “Ισιδώρα, ζήσε για εμάς”, μου έλεγαν. “Κι εμείς δεν είμαστε παιδιά σου;”». Αργότερα, έξι από αυτές τις μαθήτριες υιοθετήθηκαν από την Ισιδώρα και πήραν το επώνυμό της.

«Όταν έπιασα τα παγωμένα χεράκια των παιδιών μου και συνειδητοποίησα ότι δεν θα πίεζαν ποτέ ξανά τα δικά μου, βγήκε από μέσα μου μια κραυγή που ένιωσα σαν να μην ήταν δική μου»

Για να ελαφρύνω το κλίμα, έστρεψα τη συζήτηση σε ανέμελες εποχές: Στα ξέφρενα πάρτι που οργάνωνε στο Παρίσι, διαβόητα για τις σπατάλες που μόνο ένας ζάμπλουτος ή μια μποέμ προσωπικότητα όπως εκείνη θα τολμούσε. Στο φλερτ της με διασημότητες όπως ο γλύπτης Ογκίστ Ροντέν ή ο ποιητής Ανρί Μπατάιγ. Και φυσικά στην τέχνη της, που μετά κάθε ερωτική απογοήτευση ορκιζόταν να κάνει αποκλειστική ερωμένη της. Στις παραστάσεις που έδινε φορούσε μόνο μια λευκή τουνίκ που έφτανε μέχρι τη μέση της γάμπας – ούτε κάλτσες ούτε παπούτσια και μάλλον ούτε σουτιέν. Στην ανάμνηση της εμφάνισής της στην όπερα «Τανχόιζερ», όταν η χήρα του συνθέτη Ρίχαρντ Βάγκνερ έστειλε στο καμαρίνι της ένα μακρύ φόρεμα και την έκκληση να καλύψει τη «γύμνια» της, η Ισιδώρα χαμογέλασε. «Αλλά εγώ ήμουν αμετάπειστη. Είτε θα ντυνόμουν και θα χόρευα με τον δικό μου τρόπο είτε δεν θα χόρευα καθόλου». 

Πόσο απολάμβανε να σκανδαλίζει τον περίγυρό της! Με αυτό τον τρόπο όμως φιλοδοξούσε ταυτόχρονα να αναδείξει την ομορφιά του γυμνού σώματος. Άλλωστε γυμνές δεν ήταν οι φιγούρες στους αρχαιοελληνικούς αμφορείς, που έγιναν πηγή έμπνευσής της;

Όταν βρέθηκε στα τέλη του δέκατου αιώνα με την οικογένειά της στην Ευρώπη, να περιπλανιέται από χώρα σε χώρα, είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει από κοντά τα έργα της αρχαιοελληνικής τέχνης. Στο Παρίσι για παράδειγμα, το 1900, σχεδόν εγκαταστάθηκε στο Λούβρο μαζί με τον αδερφό της Ρέιμοντ. «Περνούσαμε τόσο χρόνο στην αίθουσα με τους αμφορείς, που ο φύλακας άρχισε να μας υποπτεύεται. Αλλά όταν του εξήγησα με κινήσεις παντομίμας ότι βρισκόμουν εκεί για να χορέψω, αποφάσισε ότι είχε να κάνει με ακίνδυνους τρελούς και μας άφησε στην ησυχία μας. Καθημερινά επισκεπτόμασταν το Λούβρο και κάθε φορά αναγκάζονταν να μας διώξουν την ώρα που το μουσείο έκλεινε. Δεν είχαμε ούτε χρήματα ούτε φίλους στο Παρίσι, αλλά δεν χρειαζόμασταν τίποτα – το Λούβρο ήταν ο παράδεισός μας».

«Δεν είχαμε ούτε χρήματα ούτε φίλους στο Παρίσι, αλλά δεν χρειαζόμασταν τίποτα – το Λούβρο ήταν ο παράδεισός μας»

Πόσο απολάμβανε να σκανδαλίζει τον περίγυρό της! Με αυτό τον τρόπο όμως φιλοδοξούσε ταυτόχρονα να αναδείξει την ομορφιά του γυμνού σώματος.

Στην περιοδεία της στην Ευρώπη, η Ισιδώρα, η μητέρα και τα αδέρφια της διέπλευσαν την Αδριατική με μια μικρή βάρκα. Πάτησαν το πόδι τους στην Αθήνα το 1903 όπου, μετά την περιήγησή τους στην Ακρόπολη, αποφάσισαν να χτίσουν έναν αρχαιοελληνικό ναό και γι' αυτόν το σκοπό αγόρασαν τον λόφο Κοπανά στον Βύρωνα. «Θα υποδεχόμασταν την ανατολή του ηλίου με χαρούμενα τραγούδια και χορούς. Μετά θα δροσιζόμασταν με μια ταπεινή κούπα με κατσικίσιο γάλα. Τα πρωινά θα τα αφιερώναμε στη διδασκαλία χορού και τραγουδιού στους ντόπιους. Θα έπρεπε να τους πείσουμε να τιμούν τους Έλληνες θεούς και να εγκαταλείψουν τα φρικτά μοντέρνα ρούχα τους. Κατόπιν, μετά ένα ελαφρύ γεύμα με πράσινα λαχανικά, γιατί είχαμε αποφασίσει να κόψουμε το κρέας και να γίνουμε χορτοφάγοι, θα περνούσαμε τα απογεύματά μας με διαλογισμό και τα βράδια μας με παγανιστικές τελετές».

Καθώς περιέγραφε το όραμά της για την Ελλάδα, δεν απέφυγα τη σκέψη ότι ο φιλελληνισμός της συνοδευόταν από παντελή άγνοια πάνω σε πρακτικά ζητήματα. Γιατί αφού αγόρασαν τον λόφο, διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε σταγόνα νερού σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων και πως το κόστος κατασκευής του ναού ήταν απαγορευτικό. Τελικά αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν εκείνο το όνειρο και να πάνε στο Βερολίνο. Εκεί, στην περιοχή του Γκρίνεβαλντ, ίδρυσε το 1904 την πρώτη σχολή χορού της.

«Θα δροσιζόμασταν με μια ταπεινή κούπα με κατσικίσιο γάλα. Τα πρωινά θα τα αφιερώναμε στη διδασκαλία χορού και τραγουδιού στους ντόπιους. Θα έπρεπε να τους πείσουμε να τιμούν τους Έλληνες θεούς και να εγκαταλείψουν τα φρικτά μοντέρνα ρούχα τους»

Πέθανε λίγο καιρό μετά τη συνέντευξή μας, όταν το μακρύ, μεταξωτό φουλάρι που φορούσε τυλίχτηκε στον τροχό του ανοιχτού αμαξιού της εν ώρα οδήγησης. Ήταν μόλις πενήντα ετών. Από τον χορό της δεν διασώθηκαν οπτικοακουστικά ντοκουμέντα, γιατί θεωρούσε τον κινηματογράφο αφύσικο μέσο. Αλλά δεν είχαν χαθεί τα πάντα, γιατί μια νέα γενιά χορευτών, με πρωτεργάτριες τις μαθήτριές της, ανέλαβαν να διασώσουν και διαδώσουν την κληρονομιά της. Έτσι επαληθεύτηκε, κατά μία έννοια, η φράση με την οποία με είχε αποχαιρετίσει: «Κάθε λέξη μας, κάθε χειρονομία μας, συνεχίζει την πορεία της στον αιθέρα σε ένα αθάνατο ταξίδι. Σε αυτή την επιβίωση πιστεύω μόνο, και αυτή είναι αρκετή».

Info
Το παραπάνω ανάγνωσμα βασίστηκε στην πλήρως αποκατεστημένη έκδοση της αυτοβιογραφίας της Ισιδώρας Ντάνκαν «Isadora Duncan. My life» (εκδόσεις Liveright Publishing Corporation).


Ακολουθήστε το WomanToc στo Instagram
 

φωτογραφίες: Wikipedia/Public Domain

TAGS