-Γιατί διάλεξες την Ομόνοια και πόσα χρόνια ζεις εκεί;

Αγαπώ την Αθήνα, με όλες τις παραδοξότητές της. Όταν ζω σε μια πόλη, και έχω ζήσει σε πολλές, θέλω να νιώθω κομμάτι της, κομμάτι των σπλάχνων της. Δεν είμαι άνθρωπος των προαστίων. Τα αρκετά χρόνια που έζησα στου Παπάγου, κυρίως τα φοιτητικά, υπέφερα. Έφευγα αξημέρωτα και επέστρεφα νύχτα βαθιά. Περιφερόμουν στους δρόμους πέριξ της Νομικής, από το Κολωνάκι μέχρι τα Εξάρχεια και από το Σύνταγμα μέχρι την Ομόνοια με παρέες από τη σχολή. Βοηθούσε και το ωράριο των μαθημάτων που σπαστά ξεκινούσε από τις 9.00 π.μ. και τέλειωνε στις 9.00 μ.μ. Βέβαια, τα χρόνια του δημοτικού μεγάλωσα στην πλατεία Βικτωρίας, με αγγλικά στον Στρατηγάκη και πιάνο στο Απολλώνειο της Αριστοτέλους, παιχνίδια στους δρόμους μέχρι τη Μιχαήλ Βόδα, οπότε μπορεί να φταίει κι αυτό, ποιος ξέρει;

Όταν αποφάσισα να αγοράσω δικό μου σπίτι το κέντρο ήταν μονόδρομος. Και μάλιστα το κέντρο με περιοριστικούς όρους, να είναι δίπλα στη Βαρβάκειο και το στομάχι της πόλης, να μπορώ να μετακινούμαι με τα πόδια σε αγαπημένες διαδρομές, να ζω όπως μεγάλωσα, ψωνίζοντας φέτα από τον Ζαφόλια, μπαχαρικά από την Ευριπίδου, ψάρια και κρέας από την Αγορά, ρούχα και παπούτσια από την Πατησίων και την Τρικούπη μέχρι το Κολωνάκι και την Ερμού χωρίς να σκέφτομαι αποστάσεις. Για να μη σου πω ότι και η σοβαρή νυχτερινή ζωή για μένα διαδραματιζόταν –και ακόμη συμβαίνει– αποκλειστικά στο κέντρο. Οπότε από το 2006 είμαι πλέον μόνιμη κάτοικος Ομονοίας, ή πλατείας Βάθης, ακριβώς στη μέση βρίσκομαι, ερίζουν οι πλατείες σε ποιαν ανήκω από τις δυο.

«Όταν αποφάσισα να αγοράσω δικό μου σπίτι το κέντρο ήταν μονόδρομος. Και μάλιστα το κέντρο με περιοριστικούς όρους, να είναι δίπλα στη Βαρβάκειο και το στομάχι της πόλης, να μπορώ να μετακινούμαι με τα πόδια σε αγαπημένες διαδρομές»

-Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που σε έκανε να νιώσεις έλξη για τη γειτονιά;

Ένιωσα σαν να έμπαινα σε μυθιστόρημα ή σε φιλμ νουάρ σε εξέλιξη, σε κείμενο αυτοσχεδιασμού. Όσο τα κτίρια γύρω πρόδιδαν το αστικό της παρελθόν σε αποδρομή τόσο κάτι νέο, άφατο, απροσδιόριστο πλανιόταν στον αέρα. Ήταν σαν να έμπαινα σε ένα ρέμα φουσκωμένο από τις βροχές, όλα ήταν διαφορετικά εδώ, και ανυπόκριτα. Μπορούσες να είσαι ό,τι ήθελες, δεν υπήρχαν στιλιστικές ή άλλες επιταγές, όλα ήταν στη θέση τους με ένα περίεργο τρόπο.

-Τι σε χαλάει στην Ομόνοια;

Η απόλυτη απαξίωση από το κράτος, όποιον ορισμό και αν του δώσεις. Η βρωμιά σε όλα τα επίπεδα, η έλλειψη πρόληψης. Έχουμε μετατραπεί στο αφοδευτήριο της πρωτεύουσας. Ανοίγουν συνέχεια μικρά ξενοδοχεία, πανέμορφα κάποια από αυτά. Οι επισκέπτες βγαίνουν από τις πόρτες και έρχονται αντιμέτωποι με τη χειρότερη εικόνα εγκατάλειψης. Με ενοχλούν δηλώσεις του τύπου «δεν μένει και κανείς στην περιοχή, γιατί να νοιαστούμε, γιατί γκρινιάζετε». Τι θα πει δεν μένει κανείς; Και ποιος κατοικεί, ποιος επιχειρεί σε αυτή την περιοχή, στην καρδιά του ιστορικού κέντρου; Ακόμη κι αν οι Έλληνες είμαστε λίγοι, που δεν ισχύει, οι υπόλοιποι κάτοικοι μετρούνται ως κανένας; Ποιος αποφασίζει, ποιος ορίζει τη σημαντικότητα των ανθρώπων; Θα ήθελα, ειλικρινά, να έρθει κάποιος απ’ όλους όσοι μιλάνε να ζήσει μια εβδομάδα μαζί μας, δεν χρειάζεται περισσότερο. Και για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα, δεν νιώθω και δεν λειτουργώ ως περιθώριο. Δεν έχω αλλάξει ποτέ τους ρυθμούς της ζωής μου, δεν νιώθω φόβο, δεν έχω πρόθεση να φύγω. Δεν θα κάνω σε κανέναν τη χάρη να εγκαταλείψω τη ζωή μου εδώ, όπως μου πρότειναν πριν λίγα χρόνια στην Ασφάλεια Ομονοίας, για να νιώσω πιο ασφαλής.

Υπάρχει η Στάνη, το απόλυτο γαλακτοπωλείο.

-Τι θυμάσαι από την παλιά, θρυλική Ομόνοια και τι έχει μείνει από αυτά σήμερα;

Για κάποιους, δικαιολογημένα, η Ομόνοια είναι απαγορευμένη ζώνη, μια περιοχή που δεν υπάρχει στον χάρτη τους, που τη βλέπουν μόνο σε ασπρόμαυρες ταινίες με μουσική υπόκρουση τη Βλαχοπούλου να τραγουδάει «να η Ομόνοια πλας». Ωστόσο, παραμένει γειτονιά με την πραγματική έννοια της λέξης. Υπάρχει η Στάνη, το απόλυτο γαλακτοπωλείο, η κάβα του Γεωργούση με ξηρούς καρπούς και σακχαρώδη άφθαστης ποιότητας, τα σουβλάκια της Λειβαδιάς –εντάξει, σε ντεκαντάντσα–, ο Μπακάκος, τα παλιά καφενεία της πλατείας έχουν κλείσει όμως τα τελευταία χρόνια τραπεζάκια ξαναβγήκαν στα πεζοδρόμια. Δεν είμαι παρελθοντολάγνα. Θα μπορούσαν πιθανόν, όπως σε άλλες χώρες, κάποιες επιχειρήσεις να έχουν πριμοδοτηθεί για να διατηρήσουν το ύφος και τον χαρακτήρα αναλλοίωτο, ως τουριστική ατραξιόν ίσως. Δεν έγινε, πάμε παρακάτω. Μιλώντας για το σήμερα, η Ομόνοια θα μπορούσε να είναι σε μόνιμο διάλογο με το Σύνταγμα. Τρεις δρόμοι ενώνουν τις δύο πλατείες, υπέροχοι για περπάτημα, ιδανικοί για εμπορικές επιχειρήσεις και ξενοδοχεία: Σταδίου, Πανεπιστημίου και Ακαδημίας. Πλατεία Κάνιγγος. Τις έχεις περπατήσει πρόσφατα να νιώσεις την αποφορά της εγκατάλειψης; Η αίγλη της πρωτεύουσας ενός ευρωπαϊκού κράτους διατηρείται με σεβασμό και αγάπη. Με μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς, όχι με εγκατάλειψη και απαξίωση.

Η κάβα του Γεωργούση με ξηρούς καρπούς και σακχαρώδη άφθαστης ποιότητας.

-Η Ομόνοια έχει παίξει σαν φόντο πολλών ταινιών, από τον ασπρόμαυρο, ελληνικό κινηματογράφο μέχρι τον σύγχρονο. Πες μου μία που εσύ ίσως έχεις ως αναφορά.

Το αστυνομικό «Έγκλημα στην Ομόνοια» του 1962 με τον Μπάρκουλη και την Γκέλυ Μαυροπούλου. Ο «Νοτιάς» του Μπουλμέτη γιατί με τοποθέτησε παιδί να τρώω πιροσκί από το Ρωσικόν στην Πανεπιστημίου, να περιμένω ανυπόμονα τον πατέρα μου να τελειώσει την πρόβα του sur mesure κοστούμιού του στον ράφτη του στο τετράγωνο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (εκεί που είναι το Attica), στο Λαύριο, το ζαχαροπλαστείο της 3ης Σεπτεμβρίου για το πιο γκραντιόζο πασχαλινό αυγό από τον νουνό μου.

«Λευτέρης ο Πολίτης» στη Σατωβριάνδου, τα καλύτερα, πιο αυθεντικά σουβλάκια της Αθήνας εδώ κι εξήντα χρόνια. Πίτα, μπιφτέκι-κεμπάπ μοσχαρίσιο χειροποίητο, ντομάτα, κρεμμύδι, μαϊντανός και καυτερό (πάπρικα τσουχτερή). Μικρά ποιήματα.

-Βγαίνεις βράδυ για ποτό ή φαγητό στη γειτονιά σου;

Στην ευρύτερη γειτονιά, ναι. Δυστυχώς δεν έχει κινηθεί ακόμη το επιχειρηματικό πνεύμα προς τα εδώ. Τα πιο κοντινά σημεία είναι το Μεταξουργείο και ο Κεραμεικός όπου λειτουργούν πολύ νόστιμα στέκια αλλά και εστιατόρια είτε ήδη βραβευμένα ή που αξίζουν βραβεία. Πολύ κοντά, στη Θεμιστοκλέους, στα ουζερί που μετρούν δεκαετίες ζωής, στον Καπετάν Μιχάλη πίσω από το Τιτάνια, καλτ στέκι για μεζέδες, σε κάποιες φάσεις στην Κάνιγγος. Για ποτό όμως πρέπει να πας μέχρι την αρχή των Εξαρχείων ή να πιάσεις τα πέριξ του Συντάγματος. Περιμένω πότε θα ανοίξει ένα wine bar, ένα καλό μπαρ, ένα μέρος που θα μπορώ να πηγαίνω ακόμη και μόνη οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή να δίνω τα ραντεβού μου.

-Τι έχει αλλάξει στην Ομόνοια όσα χρόνια ζεις εκεί;

Τίποτε δεν μένει σταθερό εδώ. Στα δώδεκα αυτά χρόνια μας έχουν «προωθήσει» ό,τι και όσους θεωρητικά δεν χωρούν σε καμιά άλλη γειτονιά. Έχω δει Αφγανούς να σφάζονται έξω από την πόρτα μας. Αθίγγανους να μοιράζονται τη λεία της ημέρας. Αλγεριάνους να τραβάνε χρυσούς σταυρούς από τους λαιμούς ανύποπτων γυναικών. Άτυχους οικονομικούς μετανάστες να στοιβάζονται είκοσι και τριάντα σε μικροσκοπικά διαμερίσματα πληρώνοντας και δέκα ευρώ τη διανυκτέρευση, εκπροσώπους κάθε φυλής που αναζητούν μια καλύτερη μέρα να περιδιαβαίνουν στους δρόμους. Περάσαμε μια πολύ καλή περίοδο, όταν πεζά περίπολα και μηχανάκια της Δίας αστυνόμευαν την περιοχή, ήταν η περίοδος του Δένδια και δεν έχει να κάνει με κομματική προσέγγιση. Η πορνεία είχε ελαττωθεί, τα ναρκωτικά ήταν υπό κάποιον έλεγχο, η καθαριότητα για κάποιον μυστήριο λόγο ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Σήμερα μας έχουν «σπρώξει» τους ναρκομανείς που διώχνουν από όλες τις άλλες περιοχές του κέντρου. Δεν θέλεις να το ζήσεις αυτό, ειλικρινά. Παιδιά που λιώνουν από τον ένα μήνα στον άλλον. Αφοδεύουν μπροστά στις πόρτες μας, μένουν αναίσθητα, χρησιμοποιούν τα μάρμαρα των εισόδων για να «κόψουν» τη δόση τους, έχουν κάνει κατάληψη σε καφενεία. Δεν είναι δική τους ευθύνη, δεν το κάνουν ούτε για να μας ενοχλήσουν ούτε επέλεξαν να είναι εδώ. Αυτό όμως φέρνει και όλα τα συνεπακόλουθα. Δεν θα σου πω τις απαντήσεις της αστυνομίας, τις φαντάζεσαι.

Εκείνο που δεν έχει αλλάξει είναι η αίσθηση ότι ζεις σε γειτονιά. Δεν έχω πει τόσες καλημέρες καθημερινά σε καμιά άλλη περιοχή. Οι βιβλιοπώλες, η φαρμακοποιός, οι υπάλληλοι του αρτοποιείου, η Στάνη, ο Γεωργούσης, οι αγαπημένοι μου Μιζάν και Άχμαντ που έχουν το πολυκατάστημα μινιατούρα και το κρατάνε ανοιχτό μέχρι τις 2.00 τη νύχτα, οι άνθρωποι του γκαράζ-βενζινάδικου απέναντι, οι συγκάτοικοι της πολυκατοικίας και άλλοι πολλοί που ίσως ξεχνώ. Είναι αυτοί οι «κανένας» που μένουν στη γειτονιά, μάλλον αόρατοι, όπως κι εμείς, σε όσους ασκούν πολιτική.

«Δεν είμαι παρελθοντολάγνα. Θα μπορούσαν πιθανόν, όπως σε άλλες χώρες, κάποιες επιχειρήσεις να έχουν πριμοδοτηθεί για να διατηρήσουν το ύφος και τον χαρακτήρα αναλλοίωτο, ως τουριστική ατραξιόν ίσως. Δεν έγινε, πάμε παρακάτω».

-Πώς θα μιλούσες σε κάποιον ξένο για τη γειτονιά σου;

Το καλύτερο σημείο για να μείνεις αν θέλεις να γνωρίσεις την Αθήνα. Πλάι σε στάσεις μετρό και ηλεκτρικού, αφετηρίες λεωφορείων, το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Σύνταγμα, την Κεντρική Αγορά, το Κολωνάκι και τα Εξάρχεια, στα όρια του δακτυλίου, πολυπολιτισμική, πραγματική, ανθρώπινη, ζωντανή. Η ζωντανή ιστορία της μετάβασης από μια επαρχιώτικη πόλη σε πρωτεύουσα κράτους. Η περιοχή με κάποια από τα καλύτερα αρχιτεκτονικά δείγματα όλων των τάσεων που πέρασαν από τη χώρα. Βρώμικη, απαξιωμένη, στενόχωρη, εγκατελελειμμένη, ελαφρώς επικίνδυνη αν δεν προσέχεις, τραγική εικόνα μιας πόλης ολόκληρης που δεν έμαθε να αγκαλιάζει τα προβλήματά της, να σέβεται και να προστατεύει τους κατοίκους της.

 

TAGS