Κατά την διάρκεια των θρυλικών συνεντεύξεών του με τον Φρανσουά Τριφό, ο Άλφρεντ Τζόζεφ Χίτσκοκ είχε διάθεση να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. «Ξέρεις γιατί προτιμώ ηρωίδες με “υπόγεια” σεξουαλικότητα; Ραφιναρισμένες ξανθιές, πραγματικές κυρίες που μπορούν να μεταμορφωθούν σε πόρνες στην κρεβατοκάμαρα;» ρώτησε. «Σε εξιτάρει το παράδοξο της εσωτερικής φλόγας με το παγωμένο περίβλημα;» απάντησε με ερώτηση ο Τριφό. «Ακριβώς. Διότι το σεξ δεν χρειάζεται διαφήμιση. Χωρίς το στοιχείο της έκπληξης μία ερωτική σκηνή θα χάσει το νόημά της» καυχήθηκε ο Χιτς.

Αυτοί που τον γνώρισαν έκαναν λόγο για μια «κατασκευασμένη εμμονή» που θα συνόδευε την προώθηση του έργου του για μια ζωή. Με τον ίδιο τρόπο, αλλά αντεστραμμένο, σκεφτόταν για την κορύφωση της αγωνίας στις ταινίες του. Εμφάνιζε τον δολοφόνο από την αρχή και άφηνε τον θεατή να βράσει στο ζουμί του. «Αλλιώς είναι μία τρομακτική ανατροπή μερικών δευτερολέπτων και αλλιώς το καρδιοχτύπι ενενήντα λεπτών, όταν γνωρίζεις τον ένοχο και περιμένεις πότε επιτέλους θα δράσει» διαλαλούσε. Σίγουρα ο Χίτσκοκ κέντραρε έκκεντρα.

Σκηνή από την ταινία «Hitchcock/Truffaut».

Στο μυαλό ενός μικρόσωμου, στρογγυλού άντρα

Μισογύνης, διαστροφικός, παράλογος, εγωκεντρικός, βασανιστικός. Μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που συνόδευαν το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του Χίτσκοκ. Όταν η Τίπι Χέντρεν, πρωταγωνίστρια του στην ταινία The Birds και μητέρα της Μέλανι Γκρίφιθ, αποφασίζει στα 82 της να τον εκθέσει δημόσια, ένα κουβάρι συμπλεγμάτων ξετυλίγεται ξανά γύρω από τον σκηνοθέτη-μύθο, γυρνώντας τον χρόνο προς τα πίσω.

O Άλφρεντ Χίτσκοκ με την Τίπι Χέντρεν στα γυρίσματα της ταινίας "Birds", 1963.

«Οι ξανθές κάνουν τα πιο ωραία θύματα. Είναι όπως το απάτητο χιόνι, που αναδεικνύει τα ματωμένα ίχνη» –Άλφρεντ Χίτσκοκ

Είναι Ιανουάριος του 1964 στα πλατό της εταιρίας Universal Studios στο Χόλιγουντ. Πίσω από την κάμερα χοντροκομμένα αστεία με Cockney προφορά ακούγονται από τα χαρακτηριστικά εξογκωμένα χείλη του Βρετανού σκηνοθέτη. Μπροστά στην κάμερα ένα πανέμορφο 34χρονο μοντέλο με κοφτερή ματιά και «ευφυή γοητεία» υπακούει στις προσταγές του μέντορά της. Ο Χίτσκοκ έχει παθιαστεί με την κατά τριάντα χρόνια νεότερή του Τίπι, είναι προσκολλημένος στην εικόνα της, κάθε του κίνηση μαρτυρεί έναν εξιδανικευμένο, σχεδόν εφηβικό έρωτα στο πρόσωπό της. Η έκρηξη που ακολούθησε εκείνη την ημέρα είχε προαναγγελθεί από καιρό. Έχουν μόλις τελειώσει τα γυρίσματα και της δεύτερης ταινίας, του ψυχολογικού θρίλερ Marnie, στην οποία η Χέντρεν συμπρωταγωνιστεί με τον Σον Κόνερι και η ξανθιά πρωταγωνίστρια έχει προταθεί από τα βραβεία Photoplay ως η πιο πολλά υποσχόμενη ηθοποιός της χρονιάς. Όταν ζητάει άδεια από τον Χίτσκοκ ώστε να ταξιδέψει στην Νέα Υόρκη για να παρευρεθεί στο Tonight Show, το σόου της απονομής, ο σκηνοθέτης παγώνει. Δεν μπορεί να αντέξει στην ιδέα ότι θα μείνει μακριά του έστω για δύο μέρες και της απαγορεύει να φύγει. Τηλεφωνεί μάλιστα εκ μέρους της για να ακυρώσει την εμφάνισή της στο σόου και να αρνηθεί το βραβείο. Η μέχρι τότε ψύχραιμη με σιδερένια αυτοκυριαρχία Τίπι ξεσπάει. Μπορεί να χειρίστηκε με λεπτότητα τα σεξουαλικά υπονοούμενα και την φαλλοκρατική συμπεριφορά του σκηνοθέτη της αλλά αυτό την ξεπερνά. Τον αποκαλεί «χοντρό γουρούνι» ουρλιάζοντας, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του συνεργείου, ενώ αυτός παραμένει απαθής αλλά πολύ θυμωμένος. «Έκανε κάτι που κανείς δεν δικαιούται. Σχολίασε το βάρος μου» σαρκάζει. Από εκείνη την ημέρα δεν απευθύνθηκε ποτέ ξανά σε αυτήν κατά πρόσωπο αλλά πάντα μέσω τρίτων, μέχρι την λήξη του συμβολαίου της. Η ίδια στα 82 της έθεσε το περιστατικό αυτό ως την αρχή της επαγγελματικής της κατρακύλας αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο Χίτσκοκ είχε βάλει το χεράκι του σε αυτό.

Tίπι Χέντρεν και Σον Κόνερι στην ταινία "Marnie", 1964.

Ο πατέρας, η μητέρα, η σύζυγος. Το τρίπτυχο της αποτυχίας

Ο Άλφρεντ Τζόζεφ Χίτσκοκ γεννήθηκε το 1899 στο προάστιο του Ιστ Εντ του Λονδίνου. Ο πατέρας του Γουίλιαμ ήταν ένας καθολικός, πειθαρχημένος οπωροπώλης, ο οποίος είχε ο ίδιος παραδώσει τον γιο του στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς τους με την κατηγορία του «άτακτου», ζητώντας να τον κρατήσουν σε ένα κελί για δέκα λεπτά προς παραδειγματισμό. Από τότε η φυλακή, οι αστυνομικοί και η παρανομία γαργαλούσαν τους πιο μύχιους φόβους του σκηνοθέτη δίνοντάς του τροφή για σελιλόιντ σκέψη. Η μητέρα του Έμα, σκληρή και απαιτητική γυναίκα, φώναζε κάθε βράδυ τον γιο της να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού και να της περιγράψει με λεπτομέρειες την ημέρα του. Ο Χίτσκοκ αναφερόταν στην τυραννία της μητέρα τους ως η «νυχτερινή εξομολόγηση», ενώ οι στενοί του φίλοι υπέθεταν ότι πολλές από τις δολοφονίες των ηρωίδων του ήταν «αφιερωμένες» στη μητέρα του.

Ο γάμος του το 1926 με την σεναριογράφο Άλμα Ρεβίλ αποδείχθηκε ασεξουέλ. Με την εξαίρεση της μίας και μοναδικής συνεύρεσης, κατά την οποία συνελήφθη και η κόρη τους Πατρίσια και την οποία συνεύρεση ο Χίτσκοκ περιγράφει αργότερα ως «μηχανική και δυσάρεστη». Θα παραμείνει μονήρης και άγαμος με την ταμπέλα του «σεξουαλικά ανίκανου» αλλά με ζωηρή φαντασία και ερωτική μανία για κάθε ηρωίδα του. «Ζούσε στη χώρα της μονομανίας, η διαστροφή τον γοήτευε, κυρίως όμως ήταν ηδονοβλεψίας» δίνει την δική του περιγραφή ο σεναριογράφος Άρθουρ Λόρεντς.

O γάμος του με την Άλμα Ρεβίλ ήταν ασέξουαλ.

Τις αγαπούσε τόσο που τις μισούσε

Ο σκηνοθέτης που ζήτησε στον τάφο του να γράψουν «αυτά παθαίνουν τα μικρά αγόρια» έζησε όλο του τον βίο, μέχρι τα ογδόντα του χρόνια (πέθανε το 1980 στο Λος Άντζελες) σαν ένα μικρό αγόρι, μονίμως σεξουαλικά πεινασμένο και ανικανοποίητο. Η λιγούρα του ήταν πάντα οι πρωταγωνίστριες του. Οι ξανθές Παναγίες του. Τα θύματα του σαδισμού του. «Δεν παρέλειπε να μου θυμίζει ότι κανείς άλλος δεν με θεωρούσε καλή εκτός από αυτόν» λέει η Τζόαν Φοντέιν, η ηρωίδα του φιλμ Rebecca (1940). «Με μείωνε και με παραπλανούσε λέγοντάς μου ότι σκέφτεται να με αντικαταστήσει και ότι ο συμπρωταγωνιστής μου Λόρενς Ολίβιε με αντιπαθεί» συνεχίζει η κινηματογραφική, ντροπαλή Κυρία Ντε Γουίντερ. Η Σουηδή ξανθιά Ίνγκριντ Μπέργκμαν προσπάθησε ανεπιτυχώς να βγάλει τον Χίτσκοκ από την σεξουαλική του αδράνεια κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας Notorious (1946). Η λίμπιντος του σκηνοθέτη είχε φυλακιστεί κάπου πίσω στην παιδική του ηλικία, στο κελί του αστυνομικού τμήματος του Ιστ Εντ του Λονδίνου, όπου τον είχε σύρει ο ίδιος του ο πατέρας.

Κάρι Γκραντ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν στο "Notorious", 1946.

«Η γυναίκα πρέπει να είναι σαν μια καλή ταινία τρόμου: όσο περισσότερο χώρο αφήνει για τη φαντασία μας, τόσο καλύτερα» –Άλφρεντ Χίτσκοκ

Οι μετέπειτα φήμες, αντιφατικές από την φύση τους, θέλουν τον Χιτς να διατηρεί σχέση με την εκπάγλου καλλονή Γκρέις Κέλι, γνωστή και ως «ξανθιά του πάγου», πρωταγωνίστρια της ταινίας Dial M for Murder. Όταν όμως η Γκρέις παντρεύεται ξαφνικά τον Πρίγκιπα Ρενιέ του Μονακό και εγκαταλείπει τα κινηματογραφικά πλατό για τα παλάτια, η ζήλια του Χίτσκοκ φουντώνει τόσο που την αποκαλεί «πριγκίπισσα Disgrace» (λογοπαίγνιο με το grace και το disgrace, την χάρη και την ατίμωση). Παρά τα επίμονα παρακάλια του Άλφι να ξαναπαίξει σε ταινία του η πριγκίπισσα Γκρέις δεν ασχολήθηκε ξανά μαζί του. «Αυτή η γ******η η Γκρέις , τους γ****ι όλους» ακουγόταν ο σκηνοθέτης να ουρλιάζει μασώντας το πούρο του.

Την λατρεία του συνοδευομένη από την απαξίωσή του γνώρισε και η Βέρα Μάιλς η οποία έπεσε στα μάτια του Χίτσκοκ όταν έμεινε έγκυος και αντικαταστάθηκε από την Τζάνετ Λι στην επική ταινία Psycho. Η Κιμ Νόβακ, η ξανθιά χωρίς ψεγάδι, της ταινίας Vertigo καταδύθηκε με ευκολία στο βυθό της χειριστικής του συμπεριφοράς, αφού κατάφερε να την κάνει να αισθάνεται σαν ένα αβοήθητο κορίτσι με αυτόν στον ρόλο του συνετού φίλου και συμβούλου που θα της μάθαινε τα πάντα για τη ζωή, από το πως να υποδύεται τον ρόλο της μέχρι τι κρασί να διαλέξει στο εστιατόριο.   

Τελικά ποιο ήταν το αληθινό πρόσωπο του Βρετανού μάστερ της αγωνίας; Ο δόκτωρ Άλφρεντ ή ο μίστερ Χίτσκοκ; Ένας στιλάτος τραμπούκος ή ένας δημιουργός με βίτσια; Ή μήπως όπως συμβαίνει σε όλες τις μεγαλοφυΐες όλα τα παραπάνω μαζί;

Mε την Τζάνετ Λι στην επική ταινία "Psycho".
Mε την πρωταγωνίστρια του "Vertigo", Κιμ Νόβακ.

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

 

TAGS