0
SHARES

Εκείνη παρέμεινε για πάντα στην ψυχή της «το κορίτσι από τα Βίλια Αττικής» που έφτασε από τις αίθουσες του Εθνικού στην κορυφή του ελληνικού θεάτρου. Οι εφημερίδες της εποχής αναφερόντουσαν συχνά στην Έλλη Λαμπέτη με αυτόν τον χαρακτηρισμό και αυτή δεν αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να απομακρυνθεί από την καταγωγή της ή την οικογένεια της με την οποία υπήρξε σε ολόκληρη τη ζωή της παραδειγματική δεμένη. Η Έλλη λάτρευε τον δίδυμο αδελφό της, τον οποίο έχασε στην εφηβεία από φυματίωση αλλά και την μητέρα της που σκοτώθηκε στην κατοχή. Η αγάπη της, όμως, για τις τρεις αδελφές της και η αλληλοεξάρτηση μεταξύ τους ήταν τελικά αυτή που της στοίχισε περισσότερο όταν έχασε σε νεαρή ηλκία τις δύο από αυτές από καρκίνο του μαστού. Μία ασθένεια που τελικά στοίχισε και την δικιά της ζωή.

Και από την άλλη ο Τάκης. Ο περιζήτητος γόης της καλλιτεχνικής Αθήνας, απόφοιτος του Εθνικού, γόνος ισχυρής και πλούσια αστικής οικογένειας, με σημαντικές διασυνδέσεις και μία περίεργη προσκόλληση στα θέλω και τη περσόνα της αυταρχικής μητέρας του. Αλλάζει τη μία γυναίκα μετά την άλλη, εκείνες πέφτουν στα πόδια του αποζητώντας την αγάπη και την προσοχή του, ανάμεσα τους μερικά από τα πιο γοηευτικά ονόματα τη εποχής. Ακόμα και η Εντίθ Πιάφ ένιωσε απεγνωσμένη απέναντι στον έρωτα του και ένιωσε την καρδιά της να ραγίζει στην άρνηση του να την ακολουθήσει στο Παρίσι. Όλη η Αθήνα είχε να λέει. Πως ο Δημήτρης Χορν ήταν υπερβολικά πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και είχε μεγάλη ιδέα για το ταλέντο και τις ικανότητες του, αλλά και ότι ήταν η ψυχή της παρέας. Θορυβώδης, πλακατζής, πάντα καλοντυμένος και πολύ σπάταλος. 

Το τεράστιο ταλέντο τους, το οποίο φαίνεται πως ήταν τελικά εκείνο που ενέπνευσε μεταξύ τους ένα βαθύ, αδιαπραγμάτευτο θαυμασμό. Δεν το παραδεχόντουσαν δημόσια αλλά εκτιμούσαν πραγματικά ο ένας το χάρισμα του άλλου να παίρνει έναν ρόλο και να τον κάνει να μοιάζει ολοζώντανο στη σκηνή.

Σε ποιο σημείο μπορούν αυτές οι δύο τόσο διαφορετικές προσωπικότητες να συναντηθούν; H απλή και ταπεινή Έλλη Λούκου (εμπνεύστηκε αργότερα το ψευδώνυμο Λαμπέτη από τους ήρωες του Αστραπόγιαννου στο ομώνυμο ποίημα του Βαλαωρίτη που αντιπάθησε από την πρώτη ματιά τον ελιτιστή, περήφανο και σνομπ Τάκη και ο μεγάλος Δημήτρης Χορν που δεν καταδέχθηκε να ρίξει ούτε ένα βλέμμα στο νεαρό κορίτσι που το φαινόταν πως έκανε τα πάντα κάπως άγαρμπα και αδέξια. Μόνο ένα πράγμα δεν μπορούσε να μην παραδεχθεί ο ένας για τον άλλον. Το τεράστιο ταλέντο τους, το οποίο φαίνεται πως ήταν τελικά εκείνο που ενέπνευσε μεταξύ τους ένα βαθύ, αδιαπραγμάτευτο θαυμασμό. Δεν το παραδεχόντουσαν δημόσια αλλά εκτιμούσαν πραγματικά ο ένας το χάρισμα του άλλου να παίρνει έναν ρόλο και να τον κάνει να μοιάζει ολοζώντανος στη σκηνή.

Οι καυγάδες τους ομηρικοί. Όταν ο τότε σύζυγος της Λαμπέτη Μάριος Πλωρίτης της ανακοίνωσε την επιθυμία του να δημιουργήσει ένα νέο θίασο με την ίδια, τον σπουδαίο Γιώργο Παππά και τον Δημήτρη Χορν εκείνη έγινε έξαλλη. «Εγώ σου λέω ότι δεν μπορώ να τον βλέπω και εσύ θέλεις να μου τον κουβαλήσεις και στο θέατρο». Μάλιστα ένας παλαιότερος καυγάς τους κατά την διάρκεια μίας πρόβας του θιάσου Ροντίρη όταν η Λαμπέτη είπε κατάμουτρα στον Χορν πως δίνει την εντύπωση ότι δεν θέλει να παίξει μαζί της στο θέατρο..

–  Αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο κύριος Χόρν δε θέλει να παίξει μαζί μου. Δεν έχω καμία αντίρρηση, αλλά τουλάχιστον να μου το πει.

– Δε θες, Τάκη, να παίξεις με την Έλλη, ρωτάει ο Ροντήρης.

Αν θέλω, και βέβαια θέλω;

– Τότε γιατί δεν με κοιτάει στα μάτια; Δεν μπορώ να παίζω με έναν άνθρωπο που κοιτάει πάνω από το κεφάλι μου; Τι κοιτάει; Τα περιστέρια;

– Με συγχωρείτε, δεν το κάνω επίτηδες. Όπως ξέρετε, δεν βλέπω καλά.

-Τότε αφού δεν βλέπετε καλά, πως σημαδεύετε πάντα επάνω από το κεφάλι μου; Δεν μπορείτε να σημαδεύετε δέκα πόντους πιο κάτω;

-Μπορώ.

Τελικά μετά από μεγάλη επιμονή του Πλωρίτη ο υπερθίασος για τα δεδομένα της εποχής Χορν-Λαμπέτη-Παππάς κατάφερε να δημιουργηθεί και η επιτυχία ήταν τόσο εκκωφαντική που γρήγορα οδήγησε και σε ένα χρυσό κινηματογραφικό συμβόλαιο για το πιο πετυχημένη θεατρικό δίδυμο της εποχής. Λέγεται βέβαια πως ο έρωτας είχε ήδη γεννηθεί ανάμεσα τους την εποχή που έπαιζαν μαζί στην παράσταση Αγαπούλα, για τις ανάγκες της οποίας ήταν σχεδόν συνέχεια αγκαλιασμένοι στη σκηνή.  Ο Χορν εξομολογείται κάποια χρόνια μετα: « Στο έργο φιλιόμασταν συνέχεια. Και εγώ δε χωνεύω τα ψεύτικα φιλιά πάνω στη σκηνη. Φιλιόμασταν κι από εκεί ξεκίνησε ο έρως.».

Ο Χορν δεν αντέχε λεπτό μακριά της, η Λαμπέτη αισθάνεται πως η σχέση αυτή την έχει παρασύρει πλήρως. Για χατίρι του κάνει πράγματα που δεν την αντιπροσωπεύουν. Κυκλοφορεί παντού με σωφέρ, περνάει τις νύχτες τις σε δεξιώσεις, σιγά-σιγά δε νιώθει πια ελεύθερη αλλά δεν τη νοιάζει τόσο πολύ.

Λίγο καιρό αργότερα ο Δημήτρης Χορν και η Έλλη Λαμπέτη αναχωρούν μαζί για την Αίγυπτο για τα εσωτερικά γυρίσματα της ταινίας του Μιχάλη Κακογιάννη «Κυριακάτικο Ξύπνημα». Η σχέση που αναπτύσσεται ξαφνικά ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς είναι αδύνατο να μείνει μυστική. Εκείνη μοιάζει ξαφνικά σκιά του εαυτού της και εκείνος εμφανίζεται στο γύρισμα πιο αναστατωμένος από κάθε άλλη φορά. Εκείνη την εποχή ο Κακογιάννης παρατηρεί και κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό. Η Έλλη έχει χάσει τόσα πολλά κιλά που δεν της κάνουν πια τα ρούχα της και το συνεργείο αναγκάζεται να γυρίσει από την αρχή κάποιες από τις σκηνές που είχαν τραβηχτεί στην Αθήνα γιατί η ηθοποιός φαίνεται διαφορετική στον φακό. Ο σκηνοθέτης αντιλαμβάνεται γρήγορα την σχέση τους και πασχίζει να τους κρατήσει χωριστά αλλά μάταια. Οι φήμες για τον παράνομο δεσμό τους φτάνουν και στην Αθήνα και ο Πλωρίτης φεύγει μόνος του από το σπίτι που έμεναν μαζί πριν εκείνη προλάβει να επιστρέψει από το Καϊρο.

Στα χρόνια που ακολούθησαν το ζευγάρι οργιάζει καλλιτεχνικά. Θέατρο, κινηματογράφος, κοσμικά πάρτι και μία κοινή ζωή βουτηγμένη στη λατρεία και την αλληλουποστήριξει, τον έρωτα που αγγίζει τα όρια του σπαραγμού. Ο Χορν δεν αντέχε λεπτό μακριά της, η Λαμπέτη αισθάνεται πως η σχέση αυτή την έχει παρασύρει πλήρως. Για χατίρι του κάνει πράγματα που δεν την αντιπροσωπεύουν. Κυκλοφορεί παντού με σωφέρ, περνάει τις νύχτες τις σε δεξιώσεις, σιγά-σιγά δε νιώθει πια ελεύθερη αλλά δεν τη νοιάζει τόσο πολύ. Παράλληλα χάνει τις δύο αγαπημένες αδελφές της,και τις δύο από την ίδια σκληρή αρρώστια. Ο Τάκης της είναι στο πλευρό της. Μόνο που σταδιακά αρχίζει να τρομάζει. Αυτός υπήρξε πάντα ένας φωτεινός άνθρωπος που αγαπούσε τα γέλια και τις πλάκες. Πώς να αντέξει τόσο σκοτάδι στην ψυχή του πιο αγαπημένου του ανθρώπου;

Για τους περισσότερους το τελειωτικό χτύπημα στη σχέση τους ήρθε με την εγκυμοσύνη της Λαμπέτη. Η Έλλη ήταν καταενθουσιασμένη. Επιτέλους θα γινόταν μαμά μόνο που ο Τάκης δεν ήθελε με τίποτα να κρατήσουν το παιδί. Δεν ήταν έτοιμος, αυτό το μωρό θα τους στερούσε χρόνο από το θέατρο, από τη σχέση τους, από την δημιουργία τους. Εκείνη δεν πείθεται ποτέ αλλά στο τέλος υποχωρεί. Κάνει έκτρωση χωρίς να του το πει επειδή δεν ήθελε να κρατήσει ένα παιδί που δεν ήταν επιθυμητό από τον πατέρα του. Στην επέμβαση παραλίγο να χάσει τη ζωή της. 

Από εκείνη τη στιγμή η σχέση τους δεν είναι ποτέ ξανά η ίδια γιατί δεν είναι πια ίδιος ο τρόπος με τον οποίο βλέπουν ο ένας τον άλλον. Η Λαμπέτη κρύβει τόσο θυμό μέσα της για το παιδί που έχασε και εκείνος αισθάνεται πως αδυνατεί πια να διαχειριστεί την ακατάσχετη μελαγχολία της, την θλίψη της ψυχής της, την ζωή της που μοιάζει να είναι ένα ατελείωτο γαϊτανάκι από μη διαχειρίσιμες απώλειες.Γύρω στο 1957 αρχίζουν να περνούν πραγματικά πολύ χρόνο χωριστά και σταδιακά οι καθημερινότητες τους απομακρύνονται όλο και περισσότερο. Γύρω καιρό μετά η Λαμπέτη φεύγει για Αμερική  για επαγγελματικούς λόγους και το ζευγάρι αποστασιοποιείται ακόμα πιο πολύ. Εκεί η Έλλη θα γνωρίσει τον δεύτερο σύζυγό της, έναν πολύ ευκατάστατο Αμερικανό συγγραφέα. Όταν το μαθαίνει ο Τάκης γίνεται έξαλλος και νιώθει τη ζήλεια να τον πνίγει αλλά η σχέση του με την γυναίκα που στάθηκε στο πλευρό του τόσα χρόνια είχε πια τελειώσει.

Για τους περισσότερους το τελειωτικό χτύπημα στη σχέση τους ήρθε με την εγκυμοσύνη της Λαμπέτη. Η Έλλη ήταν καταενθουσιασμένη. Επιτέλους θα γινόταν μαμά μόνο που ο Τάκης δεν ήθελε με τίποτα να κρατήσουν το παιδί.

Όταν η αυλαία του παθιασμένου έρωτα τους έπεσε και οι δύο αισθάνθηκαν ένα κομμάτι τους να έχει φύγει μακριά. Παράλληλα ένιωσαν ελεύθεροι και λυτρωμένοι. Η σχέση μεταξύ τους παρέμεινε ψυχρή όλα τα υπόλοιπα χρόνια με με τον Χορν να νιώθει την ανάγκη να τινάξει από πάνω του τα σημάδια της Έλλης, να δείξει σε όλους ότι η ζωή μετά από αυτή είναι καλύτερη. Λίγα χρόνια μετά θα δηλώσει σε συνέντευξη του, όντας πια παντρεμένος με την Άννα Γουλανδρή: «Όχι, η Έλλη δεν ήταν ο έρωτας της ζωής μου».

*Ο Δημήτρης Χορν πέθανε στις 16 Ιανουαρίου του 1998. Ήταν 77 χρονών.

TAGS