«Δύο στιβαρές Πολωνέζες ακινητοποίησαν το αριστερό μου μπράτσο. […] Εξήντα δύο φορές η βελόνα τρύπησε το μπράτσο μου, κεντώντας αυτό, που θα γινόταν το όνομά μου, από κείνη τη στιγμή. Ένας αριθμός… Δεν είχα πια το όνομα που είχα. Μ’ έναν αριθμό θα με φώναζαν στο άπελ [προσκλητήριο], μ’ έναν αριθμό θα γραφόμουν στα καθημερινά χαρτιά για αρμπάιτ, μ’ αυτόν θα με τιμωρούσαν κι αυτό θα τοιχοκολλούσαν για καμία αγγαρεία. Κι αν πέθαινα, θα πέθαινε ένας αριθμός, όχι εγώ. Εξήντα δύο βελονιές, εξήντα δύο γκριμάτσες πόνου, εξήντα δύο σταγόνες δάκρυα, για να μεταμορφωθώ σε νούμερο 82224. Εκείνη τη στιγμή, οι δύο Πολωνέζες που κρατούσαν το χέρι μου, η Γερμανίδα που το κεντούσε, ο χερ οφιτσίαλ που έγραφε, ήξεραν το καινούργιο μου όνομα. Εγώ δεν το ήξερα. […] Με διάφορα υγρά μπαμπάκια, που μύριζαν περίεργα, σκούπιζαν τα αίματα και τα μελάνια. Τα πετούσαν κάτω, το ένα πίσω από το άλλο, ώσπου να σταματήσουν το αίμα».

Η παραπάνω μαρτυρία μιας Ελληνίδας κρατούμενης στο Άουσβιτς, της Βάσως Σταματίου, είναι ανάμεσα στις πολυάριθμες που έχει συγκεντρώσει η Αννίτα Π. Πανναρέτου. Το νέο βιβλίο της «Συμπληρώνω τη μνήμη του κόσμου…» (εκδ. Παπαδόπουλος), για το οποίο η συγγραφέας βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, φωτίζει την άγνωστη ιστορία των Ελλήνων μη Εβραίων ομήρων και αιχμαλώτων σε ναζιστικά και φασιστικά στρατόπεδα και φυλακές την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (1941-1945). 

Η αφήγηση της Βάσως Σταματίου αποτυπώνεται ανεξίτηλα στη μνήμη σαν το μελάνι της δερματοστιξίας που είχε χαράξει το νούμερό της. Όχι τόσο για τον σωματικό πόνο, όσο για την εκμηδένιση του εγώ που συμβόλιζε, έναν θάνατο πριν από τον φυσικό θάνατο στον οποίο οδηγούντο πολλοί από αυτούς τους κρατουμένους. Μια αίσθηση ενδεχομένως ακόμα πιο φρικτή και από το διαπεραστικό κρύο, τη σκληρή εργασία, την αϋπνία, τις ασθένειες, την απειλή της εκτέλεσης, την πείνα που σε κάποιες περιπτώσεις έσπρωχνε ακόμα και στον κανιβαλισμό, τα οποία περιγράφονται σε άλλες μαρτυρίες του βιβλίου.

Η συγγραφέας ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το θέμα όταν, στις αρχές του 2013, σε έναν πάγκο μεταχειρισμένων βιβλίων τράβηξε το βλέμμα της ένας τίτλος: «Η ομηρία των πέντε αντιστράτηγων. Η ζωή των. Στρατόπεδα συγκέντρωσης». 

Η συγγραφέας ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το θέμα όταν, στις αρχές του 2013, σε έναν πάγκο μεταχειρισμένων βιβλίων, τράβηξε το βλέμμα της ένας τίτλος

Όπως ανακάλυψε στην προσωπική έρευνα των επόμενων επτά χρόνων, κυριολεκτικά αμέτρητοι Έλληνες μη Εβραίοι βρέθηκαν σε ναζιστικά και φασιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, με πολλούς από αυτούς να καταγράφουν την εμπειρία τους στις μαρτυρίες που αποθησαύρισε το βιβλίο. Και μπορεί η πλειονότητά τους να μην κατέληξε σε στρατόπεδα εξόντωσης όπως οι Εβραίοι, αλλά σε στρατόπεδα εργασίας, όμως δεν ήταν λίγοι όσοι δεν κατάφεραν να επιβιώσουν από τη σκληρή δουλειά και τις άλλες συνθήκες διαβίωσης που δοκίμαζαν καθημερινά τα σωματικά και ψυχικά όριά τους. 

«Απέναντί τους εκκρεμεί μια ανεξόφλητη οφειλή, την οποία επιχειρεί να περιορίσει η πρώτη συστηματική προσέγγιση σε αυτό τον τόμο» επισημαίνει η κ. Πανναρέτου στην εισαγωγή. Το αποτέλεσμα του πονήματός της είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί σαν μυθιστόρημα, ενώ ταυτόχρονα μέσα από την πολυφωνία του περνάει ομόφωνα το μήνυμα: «Ποτέ ξανά». Μιλήσαμε με τη συγγραφέα για την άγνωστη ιστορία που αφηγείται, αλλά και για τα συναισθήματα που της προκάλεσε η πρόσφατη καταδίκη της Χρυσής Αυγής.

Ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί σαν μυθιστόρημα, ενώ ταυτόχρονα μέσα από την πολυφωνία του περνάει ομόφωνα το μήνυμα: «Ποτέ ξανά»

Για ποιους λόγους ένας Έλληνας μη Εβραίος μπορούσε συνήθως να βρεθεί αιχμάλωτος ή όμηρος σε ναζιστικό στρατόπεδο; 

«Ο βίαιος εκτοπισμός σε ναζιστικά στρατόπεδα, έξω από τα ελληνικά σύνορα, των μη Εβραίων Ελλήνων (η διάκριση γίνεται διότι οι Έλληνες Εβραίοι ήταν εξαρχής προορισμένοι για εξόντωση, πράγμα που δεν ίσχυε για τους μη Εβραίους συμπατριώτες τους) εξυπηρετούσε δυο σκοπούς ταυτόχρονα: την απαλλαγή από ανεπιθύμητα πρόσωπα που είχαν κατηγορηθεί για αντιστασιακή δράση ή για αριστερά φρονήματα· και, ιδίως από το καλοκαίρι του 1944, την τροφοδοσία πολλών τομέων της γερμανικής πολεμικής οικονομίας -εξοπλιστικό, βιομηχανικό, κατασκευαστικό, αγροτικό- με εργατικά χέρια που θα εξασφάλιζαν για το ναζιστικό καθεστώς τη συνέχιση των επιχειρήσεων στα διάφορα μέτωπα (πολλά εκατομμύρια Ευρωπαίων πολιτών είχαν την ίδια τύχη με τις λίγες δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων)».

Ποια αξία μπορεί να έχει η προσωπική μαρτυρία ενός «ανώνυμου» πολίτη στο χτίσιμο της παγκόσμιας ιστορίας;

«Ακόμη και η μαρτυρία ενός μεμονωμένου “ανώνυμου” ανθρώπου μπορεί, όταν είναι αξιόπιστη, να αποβεί καθοριστική για την προσέγγιση συμβάντων ή ζητημάτων κρίσιμης σημασίας. Στην περίπτωση των ομήρων και αιχμαλώτων (και όχι μόνο των Ελλήνων) στα ναζιστικά και φασιστικά στρατόπεδα και φυλακές, πλήθος μαρτυριών αθροίζονται και αναδεικνύουν ένα σπουδαίο κεφάλαιο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συμβάλλοντας αποφασιστικά στο έργο της ιστοριογραφίας». 

«Ο βίαιος εκτοπισμός εξυπηρετούσε δυο σκοπούς ταυτόχρονα: την απαλλαγή από ανεπιθύμητα πρόσωπα και, ιδίως από το καλοκαίρι του 1944, την τροφοδοσία πολλών τομέων της γερμανικής πολεμικής οικονομίας με εργατικά χέρια»

Ποιο ήταν το πιο γοητευτικό κομμάτι και ποια η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσατε στη διάρκεια της έρευνάς σας για το βιβλίο;

«Ο εντοπισμός των μαρτυριών αποτέλεσε -χωρίς υπερβολή- ένα κυνήγι θησαυρού, δηλαδή ένα συγκερασμό απερίγραπτης γοητείας και πολλών δυσκολιών. Η έρευνά μου επικεντρώθηκε σε γραπτές αφηγήσεις και κατά κύριο λόγο σε αυτοτελείς εκδόσεις, επειδή είναι συνήθως πολυσέλιδες και κατά συνέπεια προσφέρουν μεγαλύτερο όγκο πληροφοριών

«Ο εντοπισμός των μαρτυριών αποτέλεσε ένα κυνήγι θησαυρού, δηλαδή ένα συγκερασμό απερίγραπτης γοητείας και πολλών δυσκολιών» λέει η συγγραφέας Αννίτα Π. Πανναρέτου.

»Πολλές από αυτές λάνθαναν διάσπαρτες σε ένα χρονικό διάστημα 75 ετών. Άλλες πάλι κυκλοφόρησαν ιδιωτικά, σε μικρό αριθμό αντιτύπων, προορισμένες για το συγγενικό και φιλικό περιβάλλον των συγγραφέων τους, χωρίς να διανεμηθούν σε  βιβλιοπωλεία και χωρίς να φτάσουν ως την Αθήνα. Ενώ κάποιες έφεραν τίτλους εντελώς παραπλανητικούς και καθόλου ενδεικτικούς του περιεχομένου τους. Η αναζήτηση σε παλαιοβιβλιοπωλεία, σε δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες, ακόμη και σε σελίδες και ιστολόγια ιστορικού ενδιαφέροντος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, απέφερε πλούσια συγκομιδή. Η αναμονή μέχρι να πάρω τα βιβλία στα χέρια μου, η ανυπομονησία της φυλλομέτρησης και της πρώτης βιαστικής διαγώνιας ανάγνωσης και η ανταμοιβή όταν διαπίστωνα ότι μια ακόμη μαρτυρία ερχόταν να προστεθεί σε έναν κατάλογο που λίγο λίγο μεγάλωνε, κράτησαν τον ενθουσιασμό μου αμείωτο σε όλη τη διάρκεια των επτά ετών που χρειάστηκε αυτή η εργασία μέχρι να ολοκληρωθεί.  

»(Η μεγαλύτερη δυσκολία πάντως ήταν αυτή που ακολούθησε την έρευνα, δηλαδή η επεξεργασία και σύνθεση των στοιχείων, η διάρθρωση των κεφαλαίων και η επιλογή των αποσπασμάτων: ήμουν αναγκασμένη να συμπτύξω περισσότερες από 9.500 σελίδες μαρτυριών στις 500 σελίδες του βιβλίου, “καταδικάζοντας” έτσι ένα πολύ μεγάλο μέρος του υλικού να παραμείνει αναξιοποίητο και ακοινοποίητο.)»

«Ήμουν αναγκασμένη να συμπτύξω περισσότερες από 9.500 σελίδες μαρτυριών στις 500 σελίδες του βιβλίου»

Συναντήσατε κάποια πρόσωπα εν ζωή πίσω από τις μαρτυρίες; Αν ναι, ποια συναισθήματα σας προκάλεσε μια τέτοια γνωριμία;

«Ελάχιστοι από τους Έλληνες που είχαν την εμπειρία των στρατοπέδων συγκέντρωσης βρίσκονται ακόμα στη ζωή. Δεν μπόρεσα να συναντήσω κανέναν, είχα όμως τη δυνατότητα να συνομιλήσω τηλεφωνικά με μία κυρία και έναν κύριο. Πριν τις σύντομες συνομιλίες ένιωθα το δέος που νιώθει κανείς όταν πρόκειται να επικοινωνήσει με κάποιους από τους τελευταίους αυτόπτες μάρτυρες μιας κοσμοϊστορικής συγκυρίας, οι οποίοι εκ των πραγμάτων θα απέλθουν οριστικά κάποια στιγμή στο εγγύς μέλλον.  Άκουσα δύο ανθρώπους που είχαν την τύχη και τη δύναμη να φτάσουν σε μια μεγάλη ηλικία, και στους οποίους η παρεμβολή πολλών δεκαετιών κανονικής ζωής διατήρησε μεν άσβεστη την ανάμνηση, άμβλυνε όμως την ένταση των ψυχολογικών επιπτώσεων της οδυνηρής στρατοπεδικής  δοκιμασίας. Μετά τη μικρή μας συζήτηση είχα μια αίσθηση απομυθοποίησης και ανακούφισης μαζί. Σταθερός και αναλλοίωτος παρέμεινε -και θα παραμείνει- ο απέραντος σεβασμός που τους οφείλεται».

«Αχ, πώς ξεχαρβαλώνει τα νεύρα, αυτή η φοβερή εναλλαγή απ’ την ελπίδα στην απελπισία» λέει μια χαρακτηριστική φράση του βιβλίου. Γνωρίζετε να έχουν γίνει έρευνες σε Έλληνες για τις ψυχικές επιπτώσεις από την εμπειρία αιχμαλωσίας ή ομηρίας τους σε στρατόπεδο;

«Ήδη το 1947 οι νευρολόγοι-ψυχίατροι Φ. Σκούρας, Α. Χατζηδήμος, Α. Καλούτσης και Γ. Παπαδημητρίου εξέδωσαν το βιβλίο “Η ψυχοπαθολογία της πείνας, του φόβου και του άγχους: Ψυχώσεις και ψυχονευρώσεις” (επανεκδόθηκε το 1991) που ασχολείται με την περίοδο της Κατοχής, περιλαμβάνοντας και στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ελλάδα -το Χαϊδάρι- και στο Ράιχ. Το συγκεκριμένο έργο εξακολουθεί να έχει εξαιρετική σημασία, αφενός για την όλη συγκρότηση και αυτονομία του, αφετέρου διότι οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά του βασίζονται σε πρωτογενείς μαρτυρίες παθόντων και σε μικρή χρονική απόσταση από τις περιστάσεις που εξετάζουν».

«Πριν τις σύντομες συνομιλίες ένιωθα το δέος που νιώθει κανείς όταν πρόκειται να επικοινωνήσει με κάποιους από τους τελευταίους αυτόπτες μάρτυρες μιας κοσμοϊστορικής συγκυρίας»

Στην εισαγωγή γράφετε ότι τα τελευταία χρόνια έχει ενταθεί το ενδιαφέρον για τους Έλληνες εκτοπισμένους σε φασιστικά και ναζιστικά στρατόπεδα. Για ποιον λόγο;

«Έχουν ωριμάσει οι συνθήκες, καθώς πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις που παρέχουν το κίνητρο για αυτό το ενδιαφέρον: είναι ευρέως προσιτή -και διαδικτυακά- μια τεράστια διεθνής βιβλιογραφία σχετική με κύριες και επιμέρους όψεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ παράλληλα, οπτικοακουστικό υλικό, συχνότατα σπάνιο και δύσκολα προσβάσιμο, φτάνει πια στις οθόνες και στους δέκτες δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Η Δημόσια Ιστορία, εξάλλου, συντηρεί τη μνήμη (ενίοτε γεγονότων και καταστάσεων ησσόνων ή υποφωτισμένων) με τρόπους που συνήθως δεν χρησιμοποιούνται από την ακαδημαϊκή ιστοριογραφία και βρίσκουν μεγάλη ανταπόκριση σε ένα μη ειδικό αναγνωστικό κοινό. Μέσα σ’ αυτό το ευνοϊκό κλίμα, δεν είναι λίγοι οι απόγονοι Ελλήνων ομήρων και αιχμαλώτων που ανέσυραν και δημοσιοποίησαν τεκμήρια (χειρόγραφα, έγγραφα, φωτογραφίες) των ανθρώπων τους και δεν είναι τυχαία η έκδοση αρκετών μαρτυριών τα τελευταία λίγα χρόνια».  

«Ως όρος, η λέξη “Νεοναζί” αποτελεί κοινωνικό όνειδος, που τείνει να εξελιχθεί σε απειλή, όταν κάποιοι τον ταυτίζουν με μια επικίνδυνα στρεβλή αντίληψη περί φιλοπατρίας»

Δεδομένης της εκτεταμένης έρευνας που κάνατε για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την άνοδο των Ναζί κ.λπ., ποια συναισθήματα και ποιες σκέψεις σάς προκάλεσε η πρόσφατη καταδίκη της Χρυσής Αυγής;

«Δεν θα σταθώ στην καταδίκη, αλλά στην ύπαρξη της “Χρυσής Αυγής”: μου είναι αδιανόητο το γεγονός ότι ο Αδόλφος Χίτλερ και το τερατώδες δημιούργημά του κατόρθωσαν να αποτελέσουν πρότυπο νοοτροπίας και συμπεριφοράς για οποιονδήποτε Έλληνα, ακόμη περισσότερο αν αναλογιστεί κανείς το τραγικό τίμημα που κατέβαλε η χώρα μας στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής: το μεγαλύτερο πανευρωπαϊκά ποσοστό εξόντωσης πολιτών εβραϊκής καταγωγής, τα Καλάβρυτα, το Δίστομο, το Κομμένο, τους Λυγκιάδες και τα εκατοντάδες πυρπολημένα χωριά, τις χιλιάδες εκτελεσμένους, λιμοκτονήσαντες και απορφανισμένους, τις εκατοντάδες χιλιάδες άστεγους και πάμπτωχους, τη λεηλασία και καταστροφή του εθνικού πλούτου και των υποδομών. Θεωρώ ότι, ως όρος, η λέξη “Νεοναζί” αποτελεί κοινωνικό όνειδος, που τείνει να εξελιχθεί σε απειλή, όταν κάποιοι τον ταυτίζουν με μια επικίνδυνα στρεβλή αντίληψη περί φιλοπατρίας. Είναι παρήγορο το γεγονός ότι η “Χρυσή Αυγή” έχει πλέον πολύ λιγότερους υποστηρικτές, και το ιδανικό θα ήταν η εξάλειψη των ιδεών που εκφράζει. Αλλά για να επιτευχθεί αυτό χρειάζονται και οι ανάλογες ορθές στρατηγικές των εκάστοτε ελληνικών κυβερνήσεων».

Το βιβλίο «Συμπληρώνω τη μνήμη του κόσμου… Έλληνες όμηροι και αιχμάλωτοι σε ναζιστικά και φασιστικά στρατόπεδα και φυλακές, 1941-1945» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

 
 

TAGS