0
SHARES

«Ήταν πάρα πολύ έξυπο αγόρι. Είχε υποσχεθεί ότι πάντα θα ήταν εκεί για μένα, ότι θα με φρόνιζε, ότι θα έκανε τα πάντα για να έχουμε μία καλύτερη ζωή. Ήταν πάρα πολύ καλός γι'αυτόν τον κόσμο». Μιλώντας για τον γιο της που έχασε τη ζωή της μαζί με τον πατέρα της και τρία από τα αδέλφια του στη γενοκτονία της Ρουάντα τα μάτια της Anne Marie γεμίζουν δάκρυα.

«Την ημέρα που πέθανε μου είχε πει ότι είχε ένα πολύ παράξενο προαίσθημα, ότι κάποιος θα του έκοβε τον λαιμό. Κάθε φορά που θυμάμαι αυτή την κουβέντα ραγίζει η καρδιά μου,» συνεχίζει η Anne Marie στην κάμερα του BBC, αναφερόμενη στον μεγαλύτερο γιο της που δολοφονήθηκε όταν ήταν 11 χρονών. «Όρμηξαν μέσα στο σπίτι μας με ρόπαλα και μανσέτες. Αυτός ο άντρας, Celestin τον έλεγαν, μπήκε μέσα μαζί τους και σκότωσε δύο από τα παιδιά μου, τον είδα να τους κόβει τον λαιμό. Εκείνη την ώρα πρόλαβα και ξεφύγω, έτρεξα μακριά».

Ο Celestin Habinshuti έχει παραδεχθεί ότι σκότωσε δύο από τα παιδιά της Anne Marie και συγκλονίζει με τα όσα ομολόγησε στο ρεπορτάζ του BBC Africa. «Κάθε παιδί είναι ένας άγγελος χωρίς καμία αμαρτία. Αυτές οι δολοφονίες ήταν σκληρές αδικίες που έγιναν εξαιτίας της κακής ιδεολογίας και της κακής διακυβέρνησης εκείνης την εποχής. Τα παιδιά αυτά υπέφεραν άδικα και αισθάνομαι αηδία για τον εαυτό μου για όσα έκανα».

Πάνω από 800.000 άνθρωποι (κυρίως μέλη της φυλής Τούτσι) έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας της Ρουάντα που έγινε το 1994, σε έναν από τους πολύπλοκους εμφυλίους πολέμους όλων των εποχών. Πολύ συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η δολοφονία του προέδρου της Ρουάντα, Ζουβενάλ Χαμπιαριμανά, και του προέδρου του Μπορούντι, Σιπριέν Νταριαμιρά, στις 6 Απριλίου 1994, υπήρξε η αφορμή για τη γενοκτονία, γνωστή και ως γενοκτονία εναντίον των Τούτσι. Ακολούθησε μαζική σφαγή των Τούτσι στη Ρουάντα από τα μέλη της κυβερνητικής πλειοψηφίας των Χούτου. Υπολογίζεται ότι 500.000-1.000.000 Ρουαντέζοι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου των 100 ημερών, από τις 7 Απριλίου έως τα μέσα Ιουλίου 1994, που αποτελούν το 70% των Τούτσι και το 20% του συνολικού πληθυσμού της Ρουάντα. Μετά την ανάκτηση του ελέγχου της χώρας από το Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα (RPF) η γενοκτονία τελείωσε για να ακολουθήσει η προσφυγική κρίση του Γκρέιτ Λέικς.

Στη φτωχή αφρικανική χώρα το 85% του πληθυσμού ανήκει στη φυλή Χούτου, ενώ η Τούτσι υπήρξαν πάντα μειονότητα έχοντας μόλις το 14% του συνολικού πληθυσμού. Οι Χούτου έχοντας μάθει να κάνουν πάντα κουμάντο στη Ρουάντα τους εκδίωξαν απ' όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και από τα κοινά του τόπου μετά το πραξικόπημα του 1974, με το πρόσχημα ότι υπερεκπροσωπούνται. Ο πραξικοπηματίας στρατηγός Χαμπυαριμάνα προσπάθησε να πείσει τους πάντες ότι η χώρα έχει δημοκρατία, κάνοντας εκλογές αργότερα, αλλά πάντα φρόντιζε να τις κερδίζει εκείνος. Στο διάστημα αυτό, πολλοί Τούτσι έφυγαν εξόριστοι ή πρόσφυγες και πήγαν στην Ουγκάντα, όπου βοήθησαν τον Γιουερί Μουσεβένι να κερδίσει τον εμφύλιο και να γίνει πρόεδρος το 1986. Το 1990 σε συνεργασία μαζί του έκαναν εισβολή στο βόρειο τμήμα της Ρουάντα, φωνάζοντας ότι η χώρα δεν είναι δημοκρατία και δεν έχει λύσει τα προβλήματα με την Τούτσι μειονότητα. Μετά από τρία χρόνια αιματηρών συγκρούσεων, ο Χαμπυαρυμάνα υπέγραψε τελικά ανακωχή τον Αύγουστο 1993 με τη συμφωνία να δημιουργηθεί μία νέα, κοινή κυβέρνηση. Ωστόσο τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, οι Τούτσι που έλεγχαν τον στρατό στο Μπουρούντι, σκότωσαν τον εκλεγμένο Χούτου πρόεδρο Νταντάγιε.  Τον Απρίλιο του 1994, ο Χαμπυαρυμάνα δολοφονήθηκε: κάποιοι έριξαν το αεροπλάνο του ενώ προσγειωνόταν στο Κιγκάλι. Παρότι σε αυτό ήταν επιβάτης και ο νέος Τούτσι πρόεδρος του Μπουρούντι, Σιπριέν Νταριαμιρά, μέλη των Χούτου στην πρωτεύουσα Κιγκάλι άρχισαν να σφάζουν Τούτσι κατηγορώντας τους για τη δολοφονία, επεκτάθηκε σιγά-σιγά η σφαγή και στα χωριά, άρχισε ο εμφύλιος ποιος σκότωσε τον Χαμπυαρυμάνα και γιατί, κανείς δεν ξέρει. Το 2006 το BBC χαρακτήρισε την συγκεκριμένη υπόθεση «one of the great mysteries of the late 20th Century». 

Κατ' εκτίμηση 2.000.000 Ρουαντέζοι εκτοπίστηκαν και έγιναν πρόσφυγες (το μεγαλύτερο μέρος του Χούτου πληθυσμού). Η γενοκτονία προγραμματίστηκε από τα μέλη του πυρήνα των πολιτικών ελίτ, πολλοί από τους οποίους είχαν καταλάβει θέσεις σε ανώτερα επίπεδα της εθνικής κυβέρνησης. Οι δράστες προέρχονταν από τις τάξεις του στρατού της Ρουάντα, της αστυνομίας και της κυβέρνησης υποστηριζόμενοι από παραστρατιωτικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένης της Ιντεραχάμουε και της Ιμπουζαμουγκάμπι, καθώς και με τη συμμετοχή απλών πολιτών.

Μετά τη γενοκτονία ο Celestin επέστρεψε στο χωριό της Anne Marie: «Όταν τον είδα μπροστά μου άρχισα να τρέμω. Νόμιζα ότι είχε έρθει για να με σκοτώσει. Όμως όταν με είδε έκρυψε το πρόσωπό του και πήγε από την αντίθετη κατεύθυνση. Και οι δύο αποφύγαμε να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλον αλλά η καρδιά μου έτρεμε». Λίγο καιρό αργότερα ένας Καθολικός ιερέας πλησίασε την Anne Marie και της είπε ότι εκείνη κρατά στο χέρι της το κλειδί για να ελευθερωθεί η ψυχή του Celestin και ότι έπρεπε αν βρει μέσα της την δύναμη να τον συγχωρέσει. «Και ότι εκείνος κρατά το κλειδί που θα ελευθερώσει την δική μου ψυχή. Ότι αν το πιστεύω αυτό, με τη βοήθεια του θεού, ο πόνος μου θα γιατρευτεί,» λέει η Anne Marie.

«Ζητήσαμε συγχώρεση από άλλους τους επιζήσαντες, τους βρήκαμε έναν-έναν,» λέει ο Celestin. «Κατάφεραν να επιζήσουν παρά τις φρικτές μου πράξεις γιατί ήμουν στα αλήθεια ένας άγριος δολοφόνος. Ήταν ο θεός που την προστάτεψε από μένα και έμεινε ζωντανή».

Δείτε το βίντεο μίας τραγικής ιστορίας σε μία πολύ βασανι

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS