Η απεραντοσύνη του αμερικανικού τοπίου. Η νομαδική παράδοσή του, που κάποιοι επίμονοι επιλέγουν -ή αναγκάζονται, λόγω εξωγενών συνθηκών- να ακολουθήσουν μέχρι σήμερα. Οι υποτιμημένες ευκαιρίες της τρίτης ηλικίας. Η λυτρωτική επαφή με τον άνθρωπο και τη φύση. Όλα αυτά και πολλά ακόμα βρίσκονται στη «Nomadland», την καινούρια ταινία της Κλόι Ζάο, που μετά τη θριαμβευτική επέλασή της από διάφορα κινηματογραφικά βραβεία, τώρα αναδεικνύεται, μαζί με τη σκηνοθέτιδά της, σε φαβορί για τα Όσκαρ. Αν κατακτήσει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, θα είναι η πρώτη γυναίκα ασιατικής καταγωγής και η δεύτερη γυναίκα γενικώς στην ιστορία της Ακαδημίας (μετά την Κάθριν Μπίγκελοου και το «The Hurt Locker») που το πετυχαίνει.

Στο παρασκήνιο των γυρισμάτων της ταινίας, υπάρχουν δύο τουλάχιστον εκπληκτικές πληροφορίες: Το πρώτο είναι το γεγονός ότι η Ζάο δεν συνεργάστηκε μόνο με κορυφαίους επαγγελματίες ηθοποιούς (Φράνσις ΜακΝτόρμαντ) αλλά και με αληθινούς Αμερικανούς νομάδες. Το δεύτερο είναι η ιστορία ζωής της ίδιας της δημιουργού της.

Η Ζάο γεννήθηκε στο Πεκίνο το 1982. Ο πατέρας της ήταν τότε υψηλόβαθμο στέλεχος σε μια από τις κορυφαίες κινεζικές χαλυβουργίες. Η μητέρα της, υπάλληλος σε νοσοκομείο. Η ίδια, μεγαλώνοντας εξελίχθηκε σε μια «αντιδραστική έφηβο, που τεμπέλιαζε στο σχολείο» σύμφωνα με δική της περιγραφή (Vogue), η οποία ωστόσο αγαπούσε τον κινηματογράφο. Στα 15 της οι γονείς της την έστειλαν σε ιδιωτικό σχολείο της Βρετανίας, παρόλο που δεν γνώριζε σχεδόν καθόλου αγγλικά. Αργότερα πήραν διαζύγιο και ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε μια σταρ της κινεζικής κωμωδίας.

Στα 15 της οι γονείς της την έστειλαν σε ιδιωτικό σχολείο της Βρετανίας, παρόλο που δεν γνώριζε σχεδόν καθόλου αγγλικά.

Πολλά από τα πιο καθοριστικά χρόνια της, λοιπόν, τα πέρασε σε επαφή με τη δυτική κουλτούρα. Συνέχισε τις σπουδές της στο Λος Άντζελες, όπου τελείωσε το λύκειο. Εκείνη την περίοδο ζούσε σε ένα διαμέρισμα στην Koreatown. «Είχα καλλιεργήσει μια ρομαντική εικόνα για την Αμερική» θυμάται σήμερα, αλλά ό,τι αντίκρισε μεταναστεύοντας «δεν ήταν ό,τι είχα δει στις ταινίες». 

Συνέχισε τις σπουδές της στη Νέα Υόρκη, όπου εστίασε στον κινηματογράφο. Ήθελε να αφηγείται ιστορίες αλλά, σύμφωνα με το Vulture, «δεν ήταν καλή ούτε στη ζωγραφική ούτε στη φωτογραφία ούτε στη μουσική ούτε σε κανένα από τα άλλα ενδιαφέροντά της». Επέλεξε λοιπόν τη σκηνοθεσία γιατί, όπως πιστεύει, αρκεί να «προσλαμβάνω ανθρώπους που είναι αληθινά καλοί στην τέχνη τους και μετά να τους βάζω μαζί».

Επέλεξε λοιπόν τη σκηνοθεσία γιατί, όπως πιστεύει, αρκεί να «προσλαμβάνω ανθρώπους που είναι αληθινά καλοί στην τέχνη τους και μετά να τους βάζω μαζί».

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο της, «Songs My Brothers Taught Me» (2015), ήταν επίσης μπολιασμένο με την αυθεντικότητα μιας επιτόπιας εμπειρίας με αληθινούς ήρωες: Με κεντρικούς χαρακτήρες έναν Σιου και τη μικρότερη αδερφή του, γυρίστηκε σε ινδιανικό καταυλισμό στην Ντακότα, όπου η Ζάο πέρασε συνολικά 17 μήνες. Αρκεί να περάσεις αρκετό χρόνο σε ένα μέρος, όπως διαπίστωσε, για να βγάλουν οι άνθρωποί του τον πραγματικό τους εαυτό. Το φιλμ τη σύστησε σε κοινό και κριτικούς ως μια νέα, πολλά υποσχόμενη δημιουργό, καθώς η νεαρή Κινέζα εξασφάλισε μια θέση στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σάντανς και στις Κάννες.

Based on true stories ήταν και η επόμενη κινηματογραφική δουλειά της, «The Rider» (2017), που περιέγραφε το ταξίδι ενός νεαρού καουμπόι μετά από ατύχημα που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή, καθώς είχε βασιστεί στην αληθινή ιστορία ενός άντρα που, πέφτοντας από το άλογό του σε αγώνες ροντέο, είχε τραυματιστεί σοβαρά στο κεφάλι (και που οι γιατροί του είχαν πει ότι αν επέστρεφε στην ιππασία ο εγκέφαλός του θα σημαδευόταν από ανεπανόρθωτες βλάβες, αλλά εκείνος επέστρεψε ούτως ή άλλως). Της εξασφάλισε το πρώτo της βραβείο (Bonnie Award) και ενθουσιώδεις κριτικές, σαν αυτή που δημοσιεύτηκε στην Boston Globe: «Το φιλμ καταφέρνει αυτά για τα οποία είναι ικανός ο κινηματογράφος στα καλύτερά του: Να αναπαραστήσει έναν κόσμο με τέτοια οξυδέρκεια, πιστότητα και ενσυναίσθηση, που υπερβαίνει το κοινότοπο και αγγίζει το παγκόσμιο».

Αρκεί να περάσεις αρκετό χρόνο σε ένα μέρος, όπως διαπίστωσε, για να βγάλουν οι άνθρωποί του τον πραγματικό τους εαυτό.

Το «Nomadland», η τρίτη ταινία της, που γυρίστηκε μόλις σε τέσσερις μήνες, ενώ η Ζάο ακολουθούσε με βαν αληθινούς νομάδες στις περιπλανήσεις τους στην αμερικανική δύση, της έφερε, μεταξύ άλλων, τη Χρυσή Σφαίρα Σκηνοθεσίας, αναδεικνύοντάς τη στην πρώτη γυναίκα ασιατικής καταγωγής και δεύτερη γυναίκα γενικώς (μετά την Μπάρμπαρα Στρέιζαντ το 1984) που κατακτούσε το συγκεκριμένο βραβείο.

«[Η Ζάο] είναι μια Κινέζα σκηνοθέτιδα που έκανε μια βαθιά αμερικανική ταινία για ένα δύσκολο θέμα» σχολίασε ο κριτικός των La Times, Τζάστιν Τσανγκ, προσθέτοντας: «Αυτό ίσως δεν μας εκπλήσσει, καθώς η Ακαδημία στρέφει το βλέμμα της ολοένα και περισσότερο στο εξωτερικό και είναι πλέον ανοιχτή σε ταινίες μικρότερες και πιο χειροποίητες, όπως οι “Moonlight” και “Parasite”. Αλλά το βαθύτερο νόημα του “Nomadland” είναι ότι μοιάζει να είναι μια ταινία για την COVID-19. Για την απομόνωση και για το να μαθαίνεις να επαναπροσδιορίζεις τη ζωή σου. Όλοι μπορούμε να βρούμε μια θέση σε αυτή την ιστορία, γιατί μας αφορά όλους. Όλοι πρέπει να βρούμε νέες κοινότητες και νέους τρόπους ζωής».

«Το βαθύτερο νόημα του “Nomadland” είναι ότι μοιάζει να είναι μια ταινία για την COVID-19. Για την απομόνωση και για το να μαθαίνεις να επαναπροσδιορίζεις τη ζωή σου».

Τα κινεζικά media ήταν ανάμεσα στα πρώτα που τη συνεχάρησαν μετά τη βράβευσή της στις Χρυσές Σφαίρες, αποκαλώντας την «περηφάνεια της Κίνας». Όμως σύντομα το κλίμα επρόκειτο να αλλάξει, όταν ανακαλύφθηκε μια συνέντευξη που η ίδια είχε δώσει το 2013, όπου περιέγραφε την πατρίδα της ως «ένα μέρος όπου κυριαρχούν τα ψέματα». Τα πράγματα επρόκειτο να γίνουν χειρότερα από μια παραφθορά της φράσης της «America is not my country» («Πατρίδα μου δεν είναι η Αμερική») σε «America is now my country» («Πατρίδα μου είναι τώρα η Αμερική»). Οι αφίσες και τα εισιτήρια της ταινίας της αποσύρθηκαν από το κινεζικό διαδίκτυο. Η πρεμιέρα της στις κινεζικές αίθουσες αναβλήθηκε μέχρι νεοτέρας.

Το αίσθημα προδοσίας, όπως σχολιάζει ο Guardian, ίσως ενισχύεται από την προνομιούχο καταγωγή της, καθώς ο πατέρας της φημολογείται πως έχει εξελιχθεί σε δισεκατομμυριούχο. Η ίδια σχολιάζει ωστόσο πως «από πάντα ήμουν outsider και με προσέλκυαν οι outsiders».

«Από πάντα ήμουν outsider και με προσέλκυαν οι outsiders».

Για το επόμενο κινηματογραφικό πρότζεκτ της, ωστόσο, δοκιμάζεται σε έναν κόντρα ρόλο: Μόλις ολοκλήρωσε τη σκηνοθεσία του νέου μπλοκμπάστερ της Marvel, «Eternal», έναν αθάνατο αγώνα ανάμεσα σε υπερήρωες, όπου πρωταγωνιστούν οι Σάλμα Χάγιεκ και Αντζελίνα Τζολί. Μοιάζει παράταιρο, αλλά βγάζει νόημα αν σκεφτεί κανείς ότι μέχρι σήμερα η Ζόε δεν έχει διστάσει να ταξιδέψει σε αχαρτογράφητα εδάφη. «Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να αναζητώ κάτι μεγαλύτερο. Το μυστήριο του αγνώστου, είτε είναι Θεός είτε πνεύματα είτε εξωγήινοι είτε οτιδήποτε. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι ό,τι υπάρχει πέρα από τον ορίζοντα».

Μπορεί, επαγγελματικά, να λατρεύει τις εξερευνήσεις, αλλά στην προσωπική ζωή της δηλώνει «σπιτόγατα». Ζει στα Όρη Τοπατόπα, έξω από το Λος Άντζελες, σε ένα σπίτι με θέα τους πορτοκαλεώνες, μαζί με τον σύντροφό της, τον κινηματογραφιστή Τζόσουα Τζέιμς Ρίτσαρντς, δύο σκύλους και ένα κοτέτσι. Πιστεύει όμως ότι η ανάγκη για ένα σταθερό σπιτικό δεν υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους: «Κάποιοι γεννήθηκαν για να περιπλανιούνται. Άλλοι απολαμβάνουν να παραμένουν σε ένα μέρος. Προσωπικά, είμαι σπιτόγατα. Προέρχομαι από καλλιεργητές ρυζιού. Αλλά κάποιες φορές, θέλω να αποδράσω». 

Δείτε το τρέιλερ του «Nomadland»:

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

Φωτό: EPA/ETIENNE LAURENT POLAND OUT


 

TAGS