Πόσο δύσκολο είναι στ’ αλήθεια για μια γυναίκα να κατακτήσει την αυτογνωσία; Γιατί θα πρέπει από τα γεννοφάσκια της να μυηθεί στο «αποδεκτό» και στο «πρέπον», που άλλοι αποφασίζουν γι’ αυτήν; Ψιλά γράμματα θα πει κανείς για τις γυναίκες των αρχών του 20ού αιώνα, που από γεννησιμιού τους διδάσκονταν να στριμώχνονται μες στα κουτάκια των συμβάσεων και των στερεοτύπων και να μη βγάζουν άχνα αγανάκτησης ή δυσφορίας. Εκτός από ελάχιστες. Eκείνες που, είτε λόγω ευφυΐας είτε λόγω συγκυριών και οικογενειακών καταβολών, ήταν πιο ανοιχτόμυαλες και κατόρθωναν να διακρίνουν την αλήθεια. Γυναίκες που, ενώ η κοινωνία τις ήθελε «κάμπιες», φυλακισμένες ισόβια στο κουκούλι της άγνοιας, της υποταγής και της κατ’ ουσίαν ανυπαρξίας, ψυχανεμίζονταν πως διέθεταν φτερά και αγωνίζονταν όχι μονάχα για να τα ανοίξουν αλλά και για να πετάξουν μακριά απ’ τη μικρόνοια και τις κλειστές κοινωνίες τους, πληρώνοντας οποιοδήποτε τίμημα. Γιατί πάντα η κοινωνική ποινή είναι αμείλικτη για όποια παρεκκλίνει από τα στερεότυπα. Πάντα ελλοχεύουν η κατακραυγή, η περιθωριοποίηση, ο στιγματισμός και η απομόνωση. 

Μία από αυτές τις φωτεινές και αδάμαστες παρουσίες ήταν και η Γαβριέλλα Ουσάκοβα, γνωστή ως «πόρνη των Αθηνών». Ο Καλδάρας το ’88 της έγραψε τραγούδι, ο Κώστας Φέρρης έκανε τη ζωή της έργο στο θέατρο, η πολιτεία την τίμησε για την προσφορά της στην Αντίσταση και ο κόσμος όλος τη βάφτισε «αγία» για τις φιλανθρωπίες της και τη θρήνησε όταν βρέθηκε στραγγαλισμένη στο «παλατάκι» της, στην οδό Μάρκου Ευγενικού, το φτιαγμένο απ’ τον ιδρώτα της, από δουλειά κοπιαστική και τίμια – με όλη τη σημασία της λέξης. 

Ο Καλδάρας το ’88 της έγραψε τραγούδι, ο Κώστας Φέρρης έκανε τη ζωή της έργο στο θέατρο, η πολιτεία την τίμησε για την προσφορά της στην Αντίσταση και ο κόσμος όλος τη βάφτισε «αγία» για τις φιλανθρωπίες της

Παλιότερα κάποιοι τη συναντούσαν στον φημισμένο δρόμο των Εξαρχείων ή στα ακριβά της στέκια, μα οι τωρινοί τη βρίσκουμε στα σοκάκια του διαδικτύου, σε ιστοσελίδες που υμνούν τον χαρακτήρα και την υπέροχη ιστορία της και κοντοστέκονται αναμφίβολα στη φράση που συνήθιζε να λέει και που συμπεριέλαβε αργότερα στην αυτοβιογραφία της: «Έγινα ιερόδουλος διότι εγεννήθην έτσι…». Κάποιοι τη χαρακτήρισαν προκλητική, κάποιοι άλλοι θρασύτατη ή κυνική απέναντι στην κοινωνία που την ανάθρεψε. Δεν είναι «πρέπων» ένας τέτοιος λόγος για ένα επάγγελμα συνδεδεμένο με την ανάγκη και την περιφρόνηση. Ποια γυναίκα θέλει στ’ αλήθεια να είναι δακτυλοδεικτούμενη και απόκληρη κοινωνικά, όπως δυστυχώς εξακολουθούν να είναι οι πόρνες; 

Όμως ετούτη η φράση, αν τη σκεφτεί βαθύτερα κανείς, φέρνει στο φως σπουδαία νοήματα. Θα λέγαμε πως η Γαβριέλλα, γεννημένη από ευκατάστατη οικογένεια της Ρωσίας, με άπταιστη γνώση πέντε γλωσσών, απόφοιτη αυστηρού θρησκευτικού σχολείου όπου δίδασκαν και επόπτευαν καλογριές τις μαθήτριες, είχε όλα τα φόντα για ένα ευοίωνο μέλλον, συμπεριλαμβανομένου ενός πλούσιου γάμου και μιας οικονομικής άνεσης, απομυζώντας το πορτοφόλι του συζύγου της. 

Γεννημένη από ευκατάστατη οικογένεια της Ρωσίας, με άπταιστη γνώση πέντε γλωσσών, απόφοιτη αυστηρού θρησκευτικού σχολείου όπου δίδασκαν και επόπτευαν καλογριές τις μαθήτριες, είχε όλα τα φόντα για ένα ευοίωνο μέλλον

Όμως εκείνη είχε άλλα σχέδια για τη ζωή της. Δεν τη φαντάστηκε ποτέ συνδεδεμένη με φασκιές, σκουπίσματα και μαγειρέματα. Σαν αλλοτινή Στέλλα, έτρεχε και έφευγε μακριά από τέτοια ενδεχόμενα. Ήξερε από τι ήταν φτιαγμένη και ετούτη η αυτογνωσία την έκανε να ομολογεί ανερυθρίαστα όσα τραύματα και όσες αλήθειες είχε εντοπίσει μέσα της. Ήταν μια γυναίκα-αερικό, που δεν χωρούσε σε καλούπια και δεν συμμορφωνόταν σάπιους κανόνες, που το άγγιγμα το αντρικό το συνέδεσε από την παιδική της ηλικία με ανταλλάγματα υλικά και βροντοφώναζε με θάρρος: «Αυτή είμαι και δεν θα αλλάξω για τους άλλους», μιας και κανείς δεν πρέπει να ζορίζει την ψυχή του και να γίνεται κάτι αλλιώτικο απ’ αυτό που γεννήθηκε. Ήταν μια γυναίκα που τον έρωτα τον αγαπούσε και τον έκανε επάγγελμα όπως ο συγγραφέας λατρεύει τις λέξεις του και είναι ευτυχής όταν μπορεί να ζήσει απ’ την πένα του. Δίχως τα άλλοθι της άγνοιας, του ξεστρατίσματος, της οικονομικής ανέχειας ή της οικογενειακής απόρριψης, στεκόταν θαρραλέα μπροστά στον καθρέφτη της και κοιτούσε το είδωλό της κατάματα. Χωρίς πώς και γιατί. Γιατί έτσι ήταν η Γαβριέλλα. Δεν απολογήθηκε ποτέ και με δυο κουβέντες έβαζε τα πράγματα στη θέση τους, υπερασπιζόμενη την πάστα και την κάστα της. 

Ήταν μια γυναίκα που τον έρωτα τον αγαπούσε και τον έκανε επάγγελμα όπως ο συγγραφέας λατρεύει τις λέξεις του και είναι ευτυχής όταν μπορεί να ζήσει απ’ την πένα του.

Η Ουσάκοβα λοιπόν δεν πρέπει να μείνει στη μνήμη μας μόνο για το φιλανθρωπικό της έργο και την προσφορά της στην Αντίσταση· δεν πρέπει να μείνει στη μνήμη μας ούτε μόνο ως μια γυναίκα που ασκούσε το αρχαιότερο επάγγελμα μέχρι τα εβδομήντα πέντε της, όταν κάποιος άγνωστος τη σκότωσε. Δικαιούται μια θέση στον νου και στις ψυχές μας και για τρεις επιπλέον λόγους: Πρώτα απ’ όλα, επειδή ύψωσε τη γυναικεία παντιέρα με τη στιβαρή της φράση, πηγαίνοντας κόντρα σε όλα εκείνα τα στερεότυπα που μπαίνουν ανάχωμα στον σεβασμό για τις γυναίκες του αγοραίου έρωτα, προβάλλοντας το δικαίωμά τους στην αυτοδιάθεση και στη διεκδίκηση των κοινωνικών και επαγγελματικών προνομίων που οι υπόλοιποι εργαζόμενοι απολαμβάνουν. Έπειτα, επειδή με το παράδειγμά της μετατόπισε την ηθική του ανθρώπου από τον τρόπο που διαθέτει το κορμί του στον τρόπο που εκδηλώνει την ανθρωπιά του. Δεν είναι τυχαίο που προσάρμοζε ακόμη και τις τιμές της ανάλογα με το βαλάντιο της πελατείας της. Και, τρίτον, επειδή με τη στάση και τα λόγια της περιγελούσε το δόγμα του ανούσιου καθωσπρεπισμού

Με το παράδειγμά της μετατόπισε την ηθική του ανθρώπου από τον τρόπο που διαθέτει το κορμί του στον τρόπο που εκδηλώνει την ανθρωπιά του.

Η σκαλέτα των αρχών της περιλαμβάνει πάνω απ’ όλα μια αδιαπραγμάτευτη ελευθερία, άφθονη καλοσύνη, την έγνοια της για τον συνάνθρωπο, τον σεβασμό προς τους άλλους, τη γενναιοδωρία. Μέσα στην τόσο σταράτη και «αντρίκεια» φράση της η Γαβριέλα κρύβει όλο το μεγαλείο της αυτογνωσίας της εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή δίχως τη μιζέρια, τη σιωπή, την αυτοκαταπίεση, την υποκρισία και τον φόβο που ταλαιπωρούσαν τις γυναίκες για αιώνες. 

Η πόρνη των Αθηνών λοιπόν καταφέρνει να απενοχοποιήσει την Ζαχαρώ μου στο «Σαντέ και λικέρ τριαντάφυλλο» χαρίζοντάς της έναν νέο ορίζοντα ζωής, καθώς τη διδάσκει πως εκείνο που εντέλει μετράει δεν είναι το τι νομίζουν για σένα οι άλλοι αλλά το πώς κατορθώνεις η ίδια να αυτοπραγματωθείς. Αυτό είναι το μόνο αντίδοτο στο φαρμάκι της μοναξιάς και των τύψεων. Σε αυτή τη μεγαλόψυχη, γενναία και σοφή γυναίκα που τόλμησε να τα βάλει με τις ορδές του Χίτλερ και τα τσιράκια της Χούντας χρωστάω τον αυτοσεβασμό και την αυτογνωσία της ηρωίδας μου. Γαβριέλλα, σ’ ευχαριστώ που μου έκανες την τιμή να σε γνωρίσω. 

Σε αυτή τη μεγαλόψυχη, γενναία και σοφή γυναίκα που τόλμησε να τα βάλει με τις ορδές του Χίτλερ και τα τσιράκια της Χούντας χρωστάω τον αυτοσεβασμό και την αυτογνωσία της ηρωίδας μου.

Το μυθιστόρημα

«Σαντέ ήταν το πρώτο τσιγάρο μου και λικέρ τριαντάφυλλο το πρώτο πιοτί μου. Και όνομα και φίλους και άντρες και τόπους και μυαλά και γνώμη τα άλλαξα και τα παράλλαξα. Τσιγάρο και λικέρ ποτές», μου ’πε η Ζαχαρώ, σφίγγοντας το κόκκινο φουστάνι της νιότης της στα γέρικα μπράτσα της και ύστερα άρχισε να μου εξηγεί τι σήμαινε να είσαι το ’33 κορίτσι στο Γκουλέμα Ρέκα, στα ριζά του Βερμίου.

Κι έτσι γνώρισα τους χίλιους εαυτούς της. Τη Ζαχαρώ με τα κόκκινα, που βγήκε αφύλαχτη στη ζωή και την κατασπαράξανε λύκοι και κυνηγοί. Την Τρελοζαχαρώ, που τίναξε στον αέρα τη ζωή της σαν τη στάχτη του Σαντέ της για έναν έρωτα. Τη Ζαχαρώ την κόρη, που πικραινόταν όταν ξέχασε η μητέρα της το όνομά της. Τη Ζαχαρώ τη μάνα, που μύριζε το ζιπουνάκι της κόρης της για να μπορεί να αντέχει την απουσία της. Τη Ζαχαρώ τη δανεική σ’ όποιον άντρα τής έδινε το αντίτιμο του κορμιού της. Τη Ζαχαρώ την τρομαγμένη κάθε φορά που κατέβαινε η πετούγια της κάμαράς της στο μισοσκόταδο.

Τη Ζαχαρώ τη γυναίκα, εντέλει, που έκανε όνειρα αιρετικά για το φύλο της και κατάφερε να γίνει πεταλούδα, έστω και με φτερούγες τσακισμένες, σε έναν κόσμο που οι γυναίκες ήτανε καταδικασμένες να μείνουν για πάντα κάμπιες...

Το νέο μυθιστόρημα της Πασχαλίας Τραυλού κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Η συγγραφέας

*Η Πασχαλία Τραυλού γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας και από νωρίς εκδήλωσε την αγάπη της για τη ζωγραφική, τη μουσική και τον γραπτό λόγο. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών ελληνική κλασική φιλολογία και παρακολούθησε μεταπτυχιακό πρόγραμμα για τη λατινική ποίηση Ορατίου και Βιργιλίου, ενώ την ίδια περίοδο δημοσίευσε τα πρώτα της διη­γήματα σε τοπική εφημερίδα της Βέροιας. Ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη σε ζητήματα φύλου, ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου με τίτλο «Φύλο και νέα εργασιακά και εκπαιδευτικά περιβάλλοντα στην κοινωνία της πληροφορίας», καθώς και στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας με τίτλο «Στρατηγική και πολιτική εθνικής ασφάλειας». Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Ασχολείται με παρουσίαση και κριτική βιβλίων στο diavasame.gr. Έργα της είναι: «Με Μπαλαντέρ τη Μοναξιά», «Ήθελα μόνο ένα Αντίο», «Η Ματζίκα της Αγάπης», «Κλειδωμένο Συρτάρι», «Φτερά από Μετάξι», «Έστω μία Φορά», «Η Γυναίκα του Φάρου», «Οι Εραστές της Γραφής», «Γυάλινος Χρόνος», εκδ. Ψυχογιός, «Η Μήδεια δεν Χόρεψε Ποτέ», εκδ. Μεταίχμιο, το οποίο θα επανακυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Διόπτρα. Έχει βραβευτεί για τη λογοτεχνική της παρουσία από τον σύλλογο γυναικών «Εξάλειπτρον» το 2016, ενώ το βιβλίο της «Φτερά από Μετάξι» ήταν υποψήφιο για βραβείο αναγνωστών το 2008. Από τις εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφορούν το «Φιλί στα Μάτια», «Το Άγαλμα στη Σοφίτα», μια πλήρως αναθεω­ρημένη έκδοση του βιβλίου «Τα Ρόδα της Σιωπής», η τριλογία της Στάχτης, «Θεοί από Στάχτη», «Άνθρωποι από Στάχτη» και «Άγγελοι από Στάχτη» και «H Γιατρίνα».

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS