Η συνάντηση είχε κανονιστεί για απογευματάκι Δευτέρας στον κήπο του Νομισματικού μουσείου. Η Ευγενία Δημητροπούλου, ή αλλιώς... «Άννα Πετράκη» από το τηλεοπτικό «Νησί», είναι από κοντά εξίσου όμορφη, ακόμα και άβαφη, και, μάλιστα, εξαιρετικά ευγενική και συμπαθής. Η συζήτηση σύντομα ξεκίνησε και το μαγνητοφωνάκι άρχισε να γράφει:

Αυτό τον καιρό, συμμετέχεις στην παράσταση «Άννα Καρένινα» του Εθνικού Θεάτρου με τη Μαρία Ναυπλιώτου στον ομώνυμο ρόλο. Τι σε κέρδισε σε αυτό το έργο και πώς βλέπεις, με τη ματιά μιας νέας ηθοποιού, την κεντρική ηρωίδα του;

Η Άννα Καρένινα είναι μια προσωπικότητα γεμάτη πάθος και διεκδίκηση. Μια γυναίκα με ισχυρά «θέλω», που δεν διστάζει να παραβλέψει τα κοινωνικά στερεότυπα και τη θέση της ως σύζυγος υπουργού, προκειμένου να ακολουθήσει το ένστικτο και την καρδιά της, να υποταχθεί στον έρωτα και να τον ζήσει σε τόσο ακραίο βαθμό που, τελικά, να μην μπορεί να τον διαχειριστεί. Πρόκειται για μια μοιραία ηρωίδα και, προσωπικά, μου αρέσουν πολύ αυτές. Έτσι, όταν ο σκηνοθέτης Πέτρος Ζούλιας, κατά τη διάρκεια της περσινής συνεργασίας μας στο έργο για τη ζωή της Εντίθ Πιαφ, μου πρότεινε να συμμετάσχω και στην Άννα Καρένινα φέτος, δέχτηκα με χαρά.

Από την παράσταση «Άννα Καρένινα» στο Εθνικό Θέατρο μαζί με τον Μάξιμο Μουμούρη.

Την παράσταση έρχονται να παρακολουθήσουν και αρκετοί νέοι θεατές. Πώς η πλοκή αγγίζει και τις δικές τους ηλικίες, παραμένοντας πάντα σύγχρονη;

Νομίζω ότι η προσέλευσή τους σχετίζεται με την ανάγκη τους να επικοινωνήσουν με μια κλασική ιστορία, η οποία είναι δοσμένη κατανοητά, αλλά και πολύ παραμυθένια. Π.χ., όταν εγώ είδα για πρώτη φορά την κυκλική κίνηση του τρένου στη σκηνή, μου έδωσε την αίσθηση ενός καρουζέλ που θέλεις να ανέβεις επάνω και να μπεις σε αυτό το παραμύθι. Έτσι, κι εκείνοι έρχονται για να το παρακολουθήσουν, να γίνουν μέρος του και να ταυτιστούν, να διαφωνήσουν, να θυμώσουν ή και να ερωτευτούν μαζί με τους ήρωες.

Εσύ υποδύεσαι την πριγκίπισσα Κίττυ, που ερωτεύεται με νεανικό ενθουσιασμό τον Βρόνσκι, αλλά εκείνος την εγκαταλείπει για την Άννα Καρένινα.

Πρόκειται για μια γυναίκα ευγενικής καταγωγής, η οποία έχει σαγηνευτεί από τον Βρόνσκι και θεωρούνται κοινωνικά ταιριαστό ζευγάρι για γάμο. Όμως, αυτός ερωτεύεται παράφορα την Άννα Καρένινα και αρχίζει να αδιαφορεί για την ίδια. Τότε, η Κίττυ αρρωσταίνει, κλείνεται σε σανατόριο κι εκεί ιεραρχεί αλλιώς τα πράγματα. Όταν επιστρέφει, πιο ώριμη και κατασταλαγμένη πια, ανταποκρίνεται στον έρωτα και, κυρίως, στην αγάπη του Λέβιν, ενός πιο πρακτικού και σταθερού άνδρα, που της είχε κάνει πρόταση γάμου, αλλά εκείνη την είχε απορρίψει για χάρη του Βρόνσκι. Ουσιαστικά, η Κίττυ ακολουθεί την αντίθετη πορεία από την Άννα Καρένινα. Η μία ηρωίδα τα ζει όλα στο κόκκινο και φλερτάρει τόσο πολύ με τον κίνδυνο που, τελικά, αυτοκαταστρέφεται - σαν τις πεταλούδες που πετούν γύρω από το φως και, κάποια στιγμή, καίγονται - , ενώ η άλλη στην αρχή λειτουργεί με το συναίσθημα, μετά με τη λογική κι έτσι συνεχίζει τη ζωή της με όλες, βέβαια, τις δυσκολίες και τα προβλήματα που προκύπτουν στην καθημερινότητα.

Από την παράσταση «Άννα Καρένινα» στο Εθνικό Θέατρο μαζί με τον Μάξιμο Μουμούρη.

Από τις θεατρικές παραστάσεις στις οποίες έχεις συμμετάσχει ως τώρα («Άμλετ», «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», «Ο Αγαπητικός της βοσκοπούλας», «Φιλουμένα» «Υπάρχει και φιλότιμο», «Πρόβα Νυφικού» κ.ά.) φαίνεται πως έχεις μια προτίμηση σε κλασικά έργα ή, γενικότερα, ρόλους εποχής. Ισχύει;

Πράγματι, οι διαφορετικές εποχές μού δημιουργούν ένα μυστήριο και μού ασκούν πολύ έντονη γοητεία. Μου αρέσει, λοιπόν, να τις «ψάχνω» και να μπαίνω στη διαδικασία να σκέφτομαι πώς ζούσαν οι άνθρωποι τότε. Για παράδειγμα, όταν η επικοινωνία ήταν εντελώς διαφορετική και, φυσικά, δεν υπήρχαν κινητά, αν ήσουν ερωτευμένη με κάποιον και δεν είχες τη δυνατότητα να μιλήσεις μαζί του, τα συναισθήματα μεγεθύνονταν και αναζητούσαν άλλες διεξόδους για να εκφραστούν. Επίσης, μου αρέσει και η γλώσσα στην οποία έχουν γραφτεί αρκετά από αυτά τα έργα. Γενικά, ως ηθοποιός νιώθω ότι μπαίνω σε ένα χρονοντούλαπο μέσα από τέτοιους ρόλους κι έχει μεγάλο ενδιαφέρον.

Με τον Πάνο Βλάχο, στην παράσταση «Ο Αγαπητικός της βοσκοπούλας» στο θέατρο «Παλλάς».
Από την παράσταση «Πρόβα Νυφικού» στο Εθνικό Θέατρο μαζί με την Θέμιδα Μπαζάκα.

«Οι διαφορετικές γενιές καλλιτεχνών πρέπει να βρίσκονται σε ανοιχτό διάλογο»

Στις 21 Απριλίου, βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες η πρώτη ταινία δράσης ελληνικής παραγωγής με τίτλο «Short Fuse», στην οποία συμμετέχεις μαζί με πολλούς ακόμα γνωστούς ηθοποιούς (Αποστόλη Τότσικα, Τάσο Νούσια, Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, Θοδωρή Αθερίδη, Γιώργο Καραμίχο). Ποια είναι η πλοκή;

Ο βασικός χαρακτήρας, τον οποίο υποδύεται ο Αποστόλης Τότσικας, είναι ένας απόφοιτος Νομικής λίγο πριν από τα 30, ο οποίος ψάχνει την κατάλληλη δουλειά σε δικηγορικό γραφείο, αλλά, προς το παρόν, αναγκάζεται να εργαστεί ως υπάλληλος σε εταιρεία κούριερ. Μια μέρα, κατά τη μεταφορά ενός δέματος, δέχεται επίθεση από έναν άγνωστο και μένει αναίσθητος. Όταν συνέρχεται, διαπιστώνει ότι είναι ζωσμένος με εκρηκτικό μηχανισμό και ένα ακουστικό μέσω του οποίου ένας άνδρας τού δίνει οδηγίες για το τι πρέπει να κάνει. Έτσι, μπλέκεται σε πολλές περιπέτειες. Η κοπέλα που υποδύομαι εγώ, τον συναντάει στο αμφιβόλου ποιότητας μπαρ στο οποίο εργάζεται και, πάνω σε μια συμπλοκή, εκείνος την κρατά όμηρο. Η συνέχεια στην οθόνη…

Αφίσα του «Short Fuse», της πρώτης ταινίας δράσης με ελληνική υπογραφή.

Οι δημιουργοί της ταινίας, Ανδρέας Λαμπρόπουλος και Κώστας Σκύφτας, είναι πολύ νέοι σε ηλικία, 27 και 28 ετών αντίστοιχα. Αυτό επηρέασε με κάποιο τρόπο την απόφασή σου να συμμετάσχεις;

Ουσιαστικά, η συμμετοχή στη συγκεκριμένη ταινία ήταν μια «όμορφη τρέλα» που κάναμε μαζί με τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Όταν τα παιδιά μάς έστειλαν το σενάριο και μας περιέγραψαν πώς σκέφτονταν να το υλοποιήσουν, εξηγώντας μας από την αρχή ότι το μπάτζετ ήταν εξαιρετικά χαμηλό, διαπιστώσαμε ότι είχαν τόσο επαγγελματισμό που αποφασίσαμε να ανέβουμε στο «όχημά» τους, να τους ακολουθήσουμε στην περιπέτεια και να προσπαθήσουμε όλοι για το καλύτερο αποτέλεσμα. Εγώ, ούτως ή άλλως, λατρεύω τον κινηματογράφο, απολαμβάνω να συνεργάζομαι με ανθρώπους που νιώθω κοντά στην ηλικία μου και χαίρομαι πολύ όταν βλέπω νέους δημιουργούς να έχουν μια λάμψη στο βλέμμα και ένα πολύ ισχυρό «θέλω» για να πραγματοποιήσουν τις ιδέες τους παρά τις δυσκολίες. Εξάλλου, κι εμένα όταν ξεκίνησα να εργάζομαι, με εμπιστεύτηκαν κάποιοι, που, μάλιστα, ήταν πολύ σπουδαίοι. Θεωρώ, λοιπόν, ότι οι διαφορετικές γενιές πρέπει βρίσκονται σε ανοιχτό διάλογο. Και αν υπάρχει ο απαραίτητος επαγγελματισμός από όλες τις πλευρές, γιατί όχι;

Η ταινία θα προβληθεί, επίσης, στην Αμερική, την Ιαπωνία και την Κορέα. Τα εμπόδια και οι περιορισμοί που υπήρχαν εξαρχής λόγω του χαμηλού μπάτζετ πώς αντισταθμίστηκαν, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να πληροί τις προδιαγραφές και άλλων χωρών;

Με πολλή δουλειά εκ μέρους των δημιουργών, οι οποίοι, σε αρκετές περιπτώσεις, έκαναν πολύ περισσότερα από όσα θα έκαναν άλλοι σκηνοθέτες. Για παράδειγμα, μπορεί να μην είχαν την οικονομική δυνατότητα να προκαλέσουν και να βιντεοσκοπήσουν μια έκρηξη που θα γκρέμιζε ένα κτίριο ή θα ανατίναζε ένα ακριβό αυτοκίνητο, αλλά αυτά τα πρόσθεσαν με τα κατάλληλα εφέ στο μοντάζ. Κι έτσι, πέτυχαν το αποτέλεσμα που ήθελαν, τηρώντας στο ακέραιο ό,τι είχαν πει σε όσους συνεργαστήκαμε μαζί τους, αποσπώντας θετικές κριτικές στις Νύχτες Πρεμιέρας και προωθώντας την ταινία και στο εξωτερικό.

Στα γυρίσματα μαζί με τους δημιουργούς της ταινίας.

«Βλέποντας την επανάληψη από το "Νησί", συγκινούμαι πολύ»

Το ξεκίνημά σου ως ηθοποιός έγινε παράλληλα με τις σπουδές σου στη Νομική, εφόσον συμμετείχες στη θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου, όταν ο Παντελής Βούλγαρης σε επέλεξε για την ταινία «Νύφες», λέγοντάς σου ότι «εσύ ανήκεις στην υποκριτική». Τι σε κέρδισε τελικά στην τέχνη έναντι της επιστήμης;

Το πρώτο μικρόβιο για την υποκριτική μού είχε μπει στο σχολείο. Δεν ήμουν ιδιαίτερα εκδηλωτικό παιδί, αλλά, ξαφνικά, ένιωθα ελεύθερη μέσα σε αυτήν. Θυμάμαι, μάλιστα, ότι στη Β΄ Λυκείου είχα γραφτεί σε μια θεατρική ομάδα και, επειδή εμείς δίναμε και εκείνη τη χρονιά πανελλήνιες, είχα κάνει ένα είδος «συμφωνίας» με τους γονείς μου ότι δεν θα έβγαινα με τους φίλους μου προκειμένου να κάνω θέατρο. Το ήθελα πολύ κι έτσι δεν μου στοίχιζε που δεν θα πήγαινα π.χ. για καφέ. Από την άλλη πλευρά, όμως, το φοβόμουν κιόλας, γιατί έχοντας μεγαλώσει στην επαρχία και, συγκεκριμένα, στη Λαμία, δεν γνώριζα κανέναν από αυτό το επάγγελμα στην Αθήνα, ούτε ήξερα πώς θα ήταν στην πράξη. Οπότε, πέρασα στη Νομική, η οποία μου άρεσε ως επιστήμη, και, μέσω της θεατρικής ομάδας του Πανεπιστημίου, άρχισα σιγά-σιγά να εργάζομαι στο θέατρο και το σινεμά. Πάντως, ακόμα και τώρα, όταν χρειάζεται να συμπληρώσω κάπου το επάγγελμά μου, νιώθω αμήχανα να γράφω «ηθοποιός». Θαυμάζω τόσο πολύ κάποιους, που σκέφτομαι: «Δεν μπορεί να γράφουμε το ίδιο!».

Αυτή την εποχή, προβάλλεται σε επανάληψη «Το Νησί». Ποια είναι η πρώτη αίσθηση που έχεις όταν πετυχαίνεις ένα τρέιλερ ή ένα επεισόδιο;

Κατ’ αρχάς, όταν μπορώ, το ξαναβλέπω και συγκινούμαι πολύ. Συνήθως, μου έρχεται στο μυαλό πώς κάναμε το γύρισμα κάθε σκηνής και, κυρίως, κάτι που υπήρχε σε αυτή τη δουλειά και είναι ευτύχημα όταν το συναντάς: Η ομοψυχία. Για παράδειγμα, όταν βλέπαμε ότι έπεφτε το φως, τρέχαμε όλοι να γυρίσουμε το πλάνο μην τυχόν και δεν προλάβουμε και το χάσουμε. Κι αυτό, συνέβαινε σχεδόν ένα χρόνο πριν ξεκινήσει η προβολή της σειράς, δηλαδή δεν το κάναμε λόγω της επιτυχίας της. Ήμασταν, κατά κάποιο τρόπο, «ταγμένοι» σε αυτήν και τώρα μας λείπει πολύ.

Με τον Γιάννη Στάνκογλου, σε γυρίσματα από το «Νησί».

Επίσης, ήταν ευχάριστη έκπληξη πώς η συγκεκριμένη σειρά, παρότι είχε αρκετά «δύσκολο» θέμα, απέσπασε τόσο υψηλή τηλεθέαση. Πιστεύεις ότι κατάφερε να μας κάνει όλους, τηλεθεατές και παραγωγούς, να συνειδητοποιήσουμε σε κάποιο βαθμό ότι, πέρα από ό,τι επιφανειακό προβάλλεται στην τηλεόραση, μια πιο ποιοτική και προσεγμένη δουλειά έχει τελικά την απήχηση που της αναλογεί;

Νομίζω πως ναι. Ήταν πράγματι μια σειρά με συνολική αποδοχή. Πριν αρχίσει η επανάληψη, με ρωτούσαν πολλοί γιατί δεν επαναπροβάλλεται. Και τώρα, έρχονται στο θέατρο νέοι άνθρωποι που δεν την είχαν δει την πρώτη φορά και μου λένε ότι αυτή την περίοδο την παρακολουθούν. Επίσης, προβλήθηκε και στο εξωτερικό, όπως στη Φινλανδία, τη Νορβηγία, τη Σερβία, τη Βοσνία, την Κροατία και την Ουγγαρία. Από την άλλη πλευρά, όσο κι αν το θέλει ο κόσμος, ξέρουμε όλοι ότι δεν μπορεί πλέον, για οικονομικούς λόγους, να γυριστεί άλλη τέτοια σειρά ξανά.

Για τον δικό σου «πιπεράτο» ρόλο που αμφιταλαντευόσουν μεταξύ … διαφορετικών ανδρών, τι σχόλια έχεις ακούσει;

Τα περισσότερα ήταν πολύ αστεία. Για παράδειγμα, πολλές κυρίες με πλησίαζαν και μου έλεγαν: «Παιδί μου, έναν να διαλέξεις στη ζωή σου». Άλλες, πάλι, επικροτούσαν: «Κάν’ τα εσύ για μας!». Και καμιά φορά, όταν κάποιος με φλέρταρε, είχε την πεποίθηση ότι «αφού της αρέσουν όλοι, γιατί όχι;». Πάντως, με χιούμορ ή χωρίς, ήταν, στην πλειονότητά τους, πολύ θετικά.

«Κάθε νέος ηθοποιός πρέπει να είναι επαγγελματίας και να εργάζεται πολύ, αλλά χρειάζεται και τύχη» 

Πώς βιώνει τώρα την κρίση η δική σου γενιά ηθοποιών;

Κατ’ αρχάς, υπάρχουν εξαιρετικοί ηθοποιοί που αυτή τη στιγμή δεν εργάζονται. Αυτό το επάγγελμα έχει, ούτως ή άλλως, τρομερή αβεβαιότητα. Δεν είναι σίγουρο ότι, επειδή κάποιος έχει δουλειά φέτος, θα έχει και του χρόνου, χωρίς να σημαίνει κάτι για την καλλιτεχνική αξία ή το ταλέντο του, εφόσον αυτά δεν χάνονται μέσα σε λίγους μήνες. Επίσης, υπάρχει και η αγωνία για την οικονομική αμοιβή. Ορισμένοι παραγωγοί μάς λένε ότι θα μας πληρώσουν και δεν μας πληρώνουν ποτέ ή άλλοι, όταν τελειώνουν τα γυρίσματα, αρχίζουν να μας αποφεύγουν. Αυτά συνέβαιναν ανέκαθεν, αλλά, με την παρούσα κατάσταση, έχουν επιδεινωθεί. Όλοι, λοιπόν, βιώνουμε πολύ έντονη ανασφάλεια και δεν ξέρω πώς ένας νέος ηθοποιός μπορεί να την διαχειριστεί. Σίγουρα, πρέπει να είναι επαγγελματίας και να εργάζεται πολύ, αλλά χρειάζεται και τύχη.

Με ποιο τρόπο θεωρείς ότι η τέχνη μπορεί να μας βοηθήσει ως λαό να αντιμετωπίσουμε αυτή την κρίση;

Γενικά, σε περιόδους κρίσης, η ανάγκη του ανθρώπου να επικοινωνήσει με την τέχνη γίνεται πιο βαθιά. Ο κόσμος ζητά να ψυχαγωγηθεί κι όχι απαραίτητα να διασκεδάσει. Να προβληματιστεί επάνω σε ορισμένα θέματα, να παρακολουθήσει κάτι μέσω του οποίου θα κάνει προβολή του εαυτού του ή του προβλήματος που καλείται να διαχειριστεί και, με αυτόν τον τρόπο, να επαναπροσδιοριστεί και να γίνει καλύτερος. Έτσι, τα θέατρα, οι εκθέσεις σε μουσεία ή και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις εξακολουθούν να πηγαίνουν καλά – χωρίς να σημαίνει ότι κι αυτά δεν έχουν πληγεί - γιατί αρκετοί επιλέγουν να δώσουν τα χρήματά τους σε κάτι που θα κουβαλούν μαζί τους για μία, δύο μέρες, ίσως και πολύ περισσότερο.

Στιγμιότυπo από την ταινία «Αγάπα σα να μην υπάρχει αύριο».

«Όταν είμαι ερωτευμένη, νιώθω σα να έχω ... υπερφυσικές δυνάμεις!» 

Στο έργο «Άννα Καρένινα» ακούγεται η φράση «Ο έρωτας είναι όπως το αλάτι. Το λίγο είναι άνοστο και με το πολύ λυσσάς». Εσύ σε τι αναλογία τον εντάσσεις στη δική σου καθημερινότητα;

Συμφωνώ με αυτή τη φράση και, μάλιστα, έχει ενδιαφέρον ότι ειπώνεται από έναν χαρακτήρα που έχει ήδη ζήσει τη ζωή. Είναι σαν το φάρμακο και το φαρμάκι, εφόσον, αν το φάρμακο το πάρεις σε μεγάλη δόση, γίνεται φαρμάκι. Για μένα, πάντως, ο έρωτας είναι κινητήριος δύναμη και επιδρά επάνω μου πολύ θετικά. Με κάνει να νιώθω σα να έχω υπερφυσικές δυνάμεις. Μπορεί να έχω δουλέψει ατελείωτες ώρες και να έχω την ενέργεια να δουλέψω κι άλλο και να βγω και το βράδυ. Και, καμιά φορά, σκέφτομαι: «Εγώ; Που θα πήγαινα για ύπνο;!». Μ’ αρέσει, λοιπόν, να … μπουχτίζω από έρωτα και θεωρώ ευλογία να ερωτεύεσαι και να έχεις τη δύναμη και την όρεξη να το ζήσεις.

Θεωρείς, όμως, ότι η γενιά σου τον φοβάται και λίγο και, γι’ αυτό, τον αποφεύγει;

Ενδεχομένως, ως γενιά, να είμαστε περισσότερο «ατσαλωμένοι», οχυρωμένοι στο «εγώ» μας και λιγότερο πρόθυμοι να μετατοπιστούμε για έναν έρωτα. Κρίνοντας από το φιλικό μου περιβάλλον τουλάχιστον, νομίζω ότι ελάχιστοι θα άλλαζαν σε μεγάλο βαθμό ή θα τα παρατούσαν όλα γι’ αυτόν. Κι από τη μία πλευρά είναι σωστό, αλλά, από την άλλη, όταν π.χ. βλέπεις μια δυνατή ερωτική ιστορία σε μια ταινία, δεν σκέφτεσαι ότι κάτι ανάλογο θα ήθελες να ζήσεις κι εσύ; Πάντως, στην «Άννα Καρένινα», υπάρχει κι άλλη μια φράση που μου αρέσει πολύ: «Όσα τα κεφάλια των ανθρώπων, τόσα και τα μυαλά τους. Όσες οι καρδιές, τόσοι και οι έρωτες». Κι αυτό δείχνει ότι καθένας μας είναι τόσο μοναδικός και η γνωριμία του με κάποιο άλλο πρόσωπο τόσο ξεχωριστή, που αντιδρά διαφορετικά.

Από την παράσταση «Υπάρχει και φιλότιμο», όπου υποδυόταν την κόρη του Μαυρογιαλούρου.
Με την αδελφή της, Αμαλία.

«Ονειρεύομαι, κάποια στιγμή, να κάνω road trip με μηχανή» 

Στον ελεύθερο χρόνο σου, τι κάνεις;

Βγαίνω για ποτό στο κέντρο με συναδέλφους μου μετά την παράσταση, κάνω βόλτες στην πόλη μαζί με τον σκύλο μου τον Άμλετ, βλέπω τους φίλους μου, διαβάζω πολλά βιβλία - κυρίως μυθιστορήματα - γιατί αυτά αποτελούν τα δικά μου «ταξίδια», λύνω τον κύβο του Ρούμπικ… Κάποιες φορές, όμως, γράφω και δικές μου ιστορίες. Ενώ παλιότερα έκρινα πιο αυστηρά καταστάσεις και συμπεριφορές, τώρα μου αρέσει να παρατηρώ τη διαφορετικότητα των ανθρώπων - από την αντίδρασή τους σε συγκεκριμένες συνθήκες έως τον τρόπο που φορούν ένα ρούχο – κι έτσι φτιάχνω, μέσω των ιστοριών μου, έναν κόσμο όπου μπορώ να «παίζω» όπως θέλω. Ακόμα και το βράδυ, όταν πέφτω για ύπνο, μπορεί να σκέφτομαι τι κάνουν αυτοί οι χαρακτήρες.

Μια ταινία, ένα θεατρικό έργο και ένα βιβλίο που, πρόσφατα, σου άρεσαν πολύ;

Ταινία, το «Μπλε» του Κριστόφ Κισλόφκι. Θεατρικό έργο, «Ο θάνατος του Εμποράκου» με τον Πέτρο Φιλιππίδη στο Εθνικό Θέατρο. Και βιβλίο, η «Νίκη» του Χρήστου Χωμενίδη (εκδόσεις Πατάκη), αλλά και το «Ένας εκατοντάχρονος που πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε» του Γιούνας Γιούνασον (εκδόσεις Ψυχογιός), όσο παράξενος κι αν φαίνεται ο τίτλος…

Άλλα σχέδια ή όνειρα για το μέλλον;

Θα μου άρεσε να κάνω ένα road trip με μηχανή. Ίσως στην Ιταλία, που έχω μάθει ότι αξίζει για ένα τέτοιου είδους ταξίδι. Γενικά, απολαμβάνω πολύ να ταξιδεύω, να γνωρίζω πώς είναι κάθε τόπος, τις συνήθειες των κατοίκων του, αλλά και τις καλλιτεχνικές πτυχές του. Για παράδειγμα, δεν θα ξεχάσω όταν, πριν από δύο-τρία καλοκαίρια, γύρισα το Παρίσι σχεδόν μόνη μου, πήγα σε μια έκθεση του Τιμ Μπάρτον στο Μουσείο Κινηματογράφου και είδα το αυθεντικό κοστούμι του «Ψαλιδοχέρη» δίπλα μου. Ήταν καταπληκτικό.

 

* Η παράσταση «Άννα Καρένινα» παρουσιάζεται στη σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» του Εθνικού Θεάτρου έως τις 29/5.
 

TAGS