O ζεστός αέρας κουνούσε απαλά τα φυλλώματα των δέντρων που ξεπρόβαλαν πάνω από τις σκεπές των σπιτιών. Δεν ακουγόταν σχεδόν τίποτα, μία παράξενη σιωπή που έφερνε στο νου την ησυχία των Γουέστερν λίγο πριν αρχίσει το μακελειό. Μόνο το μπιζζζζζ μίας ζωηρής μέλισσας που μας περικύκλωνε, πότε πλησίαζε απειλητικά και πότε απομακρυνόταν, πραγματοποιώντας ακαθόριστους κύκλους στον ορίζοντα. Έπειτα ένας ήχος από παπούτσια πάνω στο έδαφος τρύπησε την ηρεμία, αντρικά βήματα σύρθηκαν για λίγο πάνω στα χαλίκια. Ο Γιάννης Στάνκογλου πλησιάζει αργά προς το σχολείο του χωριού, το βλέμμα του καρφωμένο ευθεία μπροστά, το χέρι χωμένο στη τσέπη του παντελονιού του, πριν συναντήσει τον Δημήτρη Γκοτζόπουλο να βαδίζει κι εκείνος προς το μέρος του. Το ετερόκλητο δίδυμο έρχεται κοντά και αρχίζει να διαφωνεί σε χαμηλούς τόνους για τα μάτια της Μαρίας Κίτσου, τελικά ο Στάνκογλου αποχωρεί εκνευρισμένος από το σκηνικό. Είναι Οκτώβρης, το θερμόμετρο δείχνει ακόμα περίπου 30 βαθμούς, αλλά οι ηθοποιοί φορούν σακάκια και μάλλινα γιλέκα κάτω από τον καυτό ήλιο, και εμείς βρισκόμαστε στα γυρίσματα των «Άγριων Μελισσών», της πιο επιτυχημένης σειράς της ελληνικής τηλεόρασης εδώ και πολλά χρόνια. Να παρακολουθούμε με προσοχή τα τεκταινόμενα, προσπαθώντας να μαντέψουμε κάτι από τις εξελίξεις.

Το κουρείο του χωριού.

«Ξεκίνησα από τον Φεβρουάριο την προετοιμασία της σειράς,» μας εξηγεί ο σκηνοθέτης Λευτέρης Χαρίτος, μιλώντας για την μεγάλη περίοδο που προηγήθηκε του ξεκινήματος της παραγωγής. «Το κάστινγκ κράτησε πολλούς μήνες. Για κάποιους ρόλους είδα πάρα πολλούς ηθοποιούς, ούτε που ξέρω πόσους, για άλλους πάλι γνώριζες από την αρχή ποιος ήταν ο σωστός άνθρωπος. Το θέμα είναι να βρεις την ισορροπία και να αναγνωρίσεις τις δυνατότητες αλλά και τα όρια καθενός από τους ρόλους,» θα πει πριν συμπληρώσει: «Όλο αυτό το διάστημα έχω ακούσει πολλά σχόλια για τα σκηνικά. Κάποια από αυτά ευσταθούν, κάποια άλλα όχι. Το ζήτημα είναι ότι εμείς εδώ δεν κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή στην ελληνική ύπαιθρο την δεκαετία του ’50. Επίσης, εάν αποφασίζαμε να κάνουμε μία ακριβή και απόλυτα ρεαλιστική αναπαράσταση των ανθρώπων και των συνθηκών εκείνης της εποχής τότε το αποτέλεσμα σίγουρα δεν θα ήταν καθόλου τηλεοπτικό. Όμως εμείς εδώ γυρίζουμε μία καθημερινή σειρά μυθοπλασίας,» εξηγεί.

Η εταιρία του Γιώργου Καραγιάννη ξόδεψε περίπου 6 εκατομμύρια ευρώ για να στήσει από το μηδέν ένα ολόκληρο χωριό στα Σπάτα.

Η καθολική επιτυχία που έχουν οι «Άγριες Μέλισσες» στη φετινή τηλεοπτική σεζόν είναι τόσο εντυπωσιακή που πλέον ακόμα και εκείνοι οι λίγοι που δεν έχουν δει ποτέ τη σειρά γνωρίζουν ότι το θεσσαλικό Διαφάνι, το χωριό στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα της ιστορίας, δεν γεννήθηκε παρά μόνο στη φαντασία της σεναριογράφου. Πλέον ζει και στη δική μας φαντασία. 1958: Σε ένα φτωχικό ελληνικό χωριό της Θεσσαλίας τρεις αδελφές, η Λενιώ, η Ασημίνα και η Δρόσω, χάνουν αιφνίδια τον πατέρα τους και καλούνται να πολεμήσουν μόνες τους για την επιβίωση τους. Μοναδικό τους όπλo μερικά χωράφια που εκείνος τους άφησε κληρονομιά. Η Λενιώ δεν θέλει με τίποτα να αποχωριστεί τη γη της, την οποία, όμως, επιθυμεί να αποκτήσει διακαώς ο μεγαλογεοκτήμονας της περιοχής, ο Δούκας Σεβαστός.

Το γραφείο της Κοινότητας.

Η εταιρία παραγωγής του Γιώργου Καραγιάννη ξόδεψε περίπου 6 εκατομμύρια ευρώ προκειμένου να χτίσει από το μηδέν ένα ολόκληρο χωριό στα Σπάτα, ακριβώς δίπλα στις εγκαταστάσεις του στούντιο ΚΑΠΑ του ΑΝΤ1. Η νοητή γραμμή που χωρίζει τον σύγχρονο χώρο πάρκινγκ με την είσοδο του χωριού θυμίζει μία αληθινή χρονοκάψουλα. Μόλις πατήσεις το πόδι σου μέσα της εισέρχεσαι σε έναν άλλο χρονότοπο. Από την μία το κουρείο και τα είδη προικός και από την άλλη η χωροφυλακή και το γραφείο της Κοινότητας. Στη μία γωνιά το καφενείο της Βιολέτας, με τα ωραία κεφτεδάκια, και οι αποθήκες του χωριού και μερικά στενά πιο πίσω το αρχοντικό του Σεβαστού. Το σπίτι του Μιλτιάδη με τα κόκκινα πατζούρια. Το ατελιέ της Ουρανίας, το σπίτι του Μπρούσαλη. Ένα λευκό άλογο διασχίζει το χωμάτινο δρομάκι πλάι μας, μία παλιά μηχανή σουλατσάρει πάνω - κάτω, ένα αυτοκίνητο αντίκα περιμένει κι εκείνο τη σειρά του για να μπει στο πλάνο. Μερικές μέλισσες συνεχίζουν να πετάνε κοντά στα πρόσωπα μας, λες και είναι κι αυτές μέρος του σκηνικού, σα να είναι κομμάτι της ιστορίας. Στο τέλος μία με τσιμπάει στο μπράτσο, όταν νιώθω το κάψιμο στο δέρμα μου δυσκολεύομαι ακόμα και να το πιστέψω. Μετά όμως θυμάμαι τα λόγια του πατέρα της Λενιώς στο πρώτο επεισόδιο, όταν της έλεγε πως οι άγριες μέλισσες φέρνουν καλή τύχη. Αργότερα, ο Γιώργος Γεροντιδάκης, ο οποίος υποδύεται τόσο πειστικά τον Μελέτη, το δεξί χέρι του Δούκα, θα επιβεβαιώσει τις σκέψεις μου: «Πάντως αν σε τσίμπησε μέλισσα είναι γούρι,» λέει. Είναι συμπαθέστατος και σε πείθει με ευκολία πως ο ρόλος του «κακού» έχει πολύ βάθος και λογική. «Ο Μελέτης δεν έχει καμία συναίσθηση πως όσα κάνει είναι λάθος. Είναι ο άνθρωπος του Δούκα και κάνει αυτό που θεωρεί καθήκον του και σωστό,» μας εξηγεί.

Μία γωνιά στο καφενείο της Βιολέτας.

Mετά από ένα σύντομο break το γύρισμα συνεχίζεται. Μία σύντομη, μυστηριώδης σκηνή έξω από το δημοτικό σχολείο με πρωταγωνιστές τη Μαρία Κίτσου και τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο και μετά το «cut» του σκηνοθέτη και μεταβολή για τα εσωτερικά πλάνα. Ο ίδιος ο Γιώργος Καραγιάννης μας έκανε την πιο διασκεδαστική αναπαράσταση για το πώς οι ηθοποιοί κοντοστέκονται στις εισόδους των σπιτιών και των καταστημάτων, η κάμερα ζουμάρει πάνω τους και έπειτα η δράση μεταφέρεται στα πλατό του στούντιο ΚΑΠΑ όπου γίνονται τα εσωτερικά γυρίσματα της σειράς. Το πιο εντυπωσιακό μέσα σε όλο αυτό είναι το πόσο φωτογενή φαντάζουν στα αλήθεια όσα βρίσκονται τριγύρω μας. Την στιγμή που περπατάς δίπλα στα ψεύτικα σπιτάκια και τα μαγαζιά καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από ένα κομμάτι ενός καλοφτιαγμένου σκηνικού. Τότε πώς γίνεται ακόμα κι αν τραβήξεις μία φωτογραφία με το κινητό σου, όλα να μοιάζουν αυτομάτως μαγικά αληθινά; Σαν το πιο φωτογενές κάδρο μίας ιστορίας που έχεις απόλυτη ανάγκη να πιστέψεις, με το ίδιο πάθος, τον ίδιο ενθουσιασμό με τον οποίο παρακολουθείς, από Δεύτερη μέχρι Πέμπτη, το στόρι της Ελένης Σταμίρη, η οποία, όπως λέει η Μαρία Κίτσου «δεν εμπιστεύεται κανέναν άνθρωπο που έχει το επώνυμο Σεβαστός».

Η πρόσοψη του αρχοντικού των Σεβαστών.

Κατεβαίνοντας τα στενά σκαλιά προς τα υπόγεια στούντιο της σειράς αισθάνεσαι ότι μπαίνεις σε έναν νέο κόσμο. Ξαφνικά εμφανίζονται μπροστά σου, ένα-ένα, τα δωμάτια των «Άγριων Μελισσών», η τραπεζαρία της Μυρσίνης Σεβαστού, η κρεβατοκάμαρα της, η είσοδος στο σπίτι του Δούκα, το γραφείο του Μπρούσαλη, το σπίτι του Ταξίαρχου, το γραφείο των Σεβαστών, εκεί που οργανώνονται όλα τα σκοτεινά σχέδια τους. Είναι αξιοθαύμαστο πώς μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα όλα αυτά απέκτησαν σχεδόν την αίγλη κάτι διαχρονικού. Η δερμάτινη πολυθρόνα του Δούκα αντιμετωπίζεται σαν μουσειακό έκθεμα. Όλοι θέλουν να φωτογραφηθούν σε αυτή. Ή μπροστά από τον μπουφέ της εισόδου. Ή στο μαρμάρινο τζάκι. Ή στο δρύινο τραπέζι της τραπεζαρίας. Ή στο διπλό κρεβάτι του υπνοδωματίου.

Το σπίτι του Μιλτιάδη.

Τόσο πολύ που φτάνεις στο σημείο να αναρωτιέσαι: Tι έρχεται πρώτο; H πραγματικότητα που γεννά μία δυνατή ιστορία ή μία απίθανη ιστορία που είναι από μόνη της αρκετή για να δημιουργήσει μία ολόκληρη, πειστική πραγματικότητα; Περνώντας πάνω από μαύρα καλώδια που σέρνονται παντού στο πάτωμα, κάτω από τα φώτα των τεχνικών που είναι κίτρινα και καυτά, χαζεύοντας την Κατερίνα Διδασκάλου να στέκεται, ντυμένη στα μαύρα, δίπλα σου, ανάμεσα στην αφοπλιστική ευγένεια των Λεωνίδα Κακούρη και Παύλου Ορκόπουλου, στην απίστευτη ομορφιά της Δανάης Μιχαλάκη, στο αστείρευτο χιούμορ της Θεοφανίας Παπαθωμά και στα φουντωτά μαλλιά της Έλλης Τρίγγου, η οποία χορεύει έξω από τα καμαρίνια, φορώντας φαρδύ τζιν και κόκκινα μποτάκια, ξέρεις. Μην αφήνεις ποτέ την αλήθεια να καταστρέψει μία ωραία ιστορία.

Η τραπεζαρία των Σεβαστών.

 

 

Το τζάκι της τραπεζαρίας με τον επιβλητικό καθρέφτη.
Μπουφεδάκι δίπλα στην είσοδο.
Το γραφείο του Δούκα Σεβαστού.

 Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram