Φυσικά και είχα ακούσει στο παρελθόν γι' αυτή την ιστορία. «Έπαιζε» στα κανάλια, στο ίντερνετ και στις εφημερίδες για καιρό, φανερώνοντας το πιο αληθινό κομμάτι ενός τρομακτικού φαινομένου για το οποίο οι περισσότεροι γνωρίζαμε, αλλά, ίσως, να μην μπορούσαμε να διανοηθούμε πόσο μακριά ήταν δυνατόν να φτάσει. 

Ένα μεσημέρι του 2007 η Μαίρη Μαυρή Βαβαγιάννη, καθηγήτρια στο Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών αντικρίζει έξω από το κτίριο του Φυσικού ένα αποτρόπαιο περιστατικό βίας. Πέντε άντρες είχαν μόλις κατέβει από ένα αυτοκίνητο και χτυπούσαν στο κεφάλι με γκλομπ κάποιον που ήταν πεσμένος στο έδαφος. Αμέσως έτρεξε κοντά να δει τι συμβαίνει, αλλά μέχρι να φτάσει στο σημείο τόσο οι θύτες όσο και το θύμα είχαν εξαφανιστεί. Πρόλαβε, ωστόσο, να κρατήσει τον αριθμό των πινακίδων και όταν τελικά κατέθεσε τα όσα είδε στην αστυνομία πληροφορήθηκε πως το αυτοκίνητο άνηκε σε κάποιον - παντελώς άγνωστο τότε- Ηλία Κασιδιάρη. 

Από εκείνη τη στιγμή άρχισε η δική της περιπέτεια με το χειρότερο, το πιο σκληρό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, το κομμάτι που αντιμετωπίζει τους ανθρώπους σαν σκουπίδια, τη διαφορετικότητα σαν αρρώστια και ξέρει μόνο να βρίζει, να χτυπάει, να σκοτώνει και να απειλεί.

Η δίκη για την υπεράσπιση του θύματος, του μεταπτυχιακού φοιτητή Κώστα Διαλυνά, γνωστού και διακεκριμένου, σήμερα, επιστήμονα, πήρε αναβολή 5 χρόνια και έγινε τελικά το 2013 όταν πια η Χρυσή Αυγή βρισκόταν στη Βουλή με ένα απερίγραπτο 6,97% και ο Ηλίας Κασιδιάρης ήταν βουλευτής. 

Όταν την ρώτησα στο τηλέφωνο αν υπήρξε κάποια στιγμή που φοβήθηκε και που σκέφτηκε να κάνει πίσω μου έδωσε την εντύπωση ότι αυτό που της έλεγα ήταν κάτι τελείως ξένο για εκείνη, κάτι που ενδεχομένως να σκέφτεται ένας εξωτερικός παρατηρητής αλλά που δεν πέρασε ποτέ από το δικό της μυαλό. Μου μιλάει, ωστόσο, για το άλλοθι που παρουσίασε ο Κασιδιάρης στο δικαστήριο και για τους τρομοκρατημένους δικαστές που του μιλούσαν με έντρομο ύφος και περισσή ευγένεια καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία τελικά κατέληξε στο πιο παράλογο αποτέλεσμα: σε μία μήνυση σε βάρος της για συκοφαντική δυσφήμιση. Στο μεταξύ, εκείνη είχε γίνει αντικείμενο χλευασμού, ειρωνείας και απαράδεκτων σχολίων απο πλευράς των μελών της Χρυσής Αυγής που είχαν καταλάβει σχεδόν ολόκληρη τη δικαστική αίθουσα. 

«Έχω φτάσει στο σημείο να σκέφτομαι ότι η αθώωσή του τότε ήταν πάρα πολύ κομβική. Ότι αν δεν είχε αθωωθεί μπορεί να μην είχε πεθάνει ο Φύσσας», μου λέει κάποια στιγμή και καταλαβαίνω έναν αληθινό πόνο και μία βαθιά απογοήτευση στη φωνή της. Και σκέφτομαι ότι αυτό ακριβώς εννοούσε ο Καζαντζάκης όταν έγραφε: «Να αγαπάς την ευθυνή. Να λες "Εγώ μόνος μου μπορώ να σώσω τον κόσμο. Αν δεν σωθεί εγώ φταίω"».

- Αν και φαντάζομαι θα έχετε αφηγηθεί αυτή την ιστορία αρκετές φορές στο παρελθόν, θα θέλατε να μας πείτε τι είδατε με τα μάτια σας να συμβαίνει εκείνη τη ημέρα του 2007;

Όταν συνέβη το συγκεκριμένο περιστατικό ήμουν καθηγήτρια στο Τμήμα Χημείας, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είμαι πια συνταξιούχος. Ο σύζυγός μου, ο οποίος δεν ζει πια, δίδασκε στο Τμήμα Φαρμακευτικής και κάθε μεσημέρι περνούσε και με έπαιρνε με το αυτοκίνητο για να επιστρέψουμε μαζί στο σπίτι. Εκείνη την ημέρα πέρασε, ως συνήθως, να με πάρει και ενώ φεύγαμε από την Πανεπιστημιούπολη περάσαμε μπροστά από το Τμήμα Φυσικής. Εκεί αντικρίσαμε ένα παράξενο θέαμα. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά από το κτίριο, και από μέσα κατέβηκαν 5 άτομα με αναγνωρίσιμη, ακόμα και τότε, εμφάνιση. Ανέβηκαν τρέχοντας τα σκαλιά και από τα μπουφάν τους έβγαλαν γκλοπς, έριξαν κάποιον κάτω και τον χτυπούσαν. Από μακριά δεν μπόρεσα να δω ούτε ποιον κτυπούσαν, αλλά ούτε τα πρόσωπα των δραστών. Προλάβαμε όμως να κρατήσουμε τον αριθμό του αυτοκινήτου. Αμέσως σταματήσαμε, κατέβηκα και κατευθύνθηκα προς τα σκαλιά. Στο μεταξύ αυτοί είχαν μπει στο αυτοκίνητο και έφυγαν. Φτάνω στα σκαλιά και δεν βλέπω κανέναν, ούτε τους θύτες ούτε το θύμα. Τότε ρώτησα κάποιες φοιτήτριες που ήταν εκείνη την ώρα εκεί, αλλά μου απάντησαν ταραγμένες ότι δεν είχαν δει τίποτε.

Γυρίζοντας στο σπίτι, τρομερά αναστατωμένη, πήρα αμέσως τηλέφωνο τον Πρόεδρο του Τμήματος Φυσικής κ. Γ. Τριμπέρη, ο οποίος μου επιβεβαίωσε πως νωρίτερα είχαν χτυπήσει έναν μεταπτυχιακό φοιτητή έξω από το Φυσικό, ο οποίος μετά την επίθεση μπήκε στο κτίριο ζητώντας βοήθεια. Την επόμενη ημέρα φέραμε το θέμα στη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου όπου δήλωσα ότι έχω κρατήσει τον αριθμό του αυτοκινήτου. Η Σύγκλητος εκείνη την ημέρα έβγαλε ένα ομόφωνο καταδικαστικό ψήφισμα.

- Και στη συνέχεια;

Μετά από κάποιες μέρες μου τηλεφώνησε ένα άλλος συνάδελφος από το Τμήμα Φυσικής, ο κ. Ξ. Μουσσάς, εκ μέρους του μεταπτυχιακού του φοιτητή Κώστα Διαλυνά που ήταν το θύμα της επίθεσης και με ρώτησε αν θα ήθελα να καταθέσω τα όσα είδα. Εννοείται ότι είπα αμέσως ναι και την επομένη συναντήθηκα πρώτη φορά με τον Κώστα και πήγαμε μαζί στο αστυνομικό τμήμα όπου έδωσα κατάθεση. Εκεί οι αστυνομικοί ήταν αρκετά κουμπωμένοι και με ρώτησαν αν ήμουν σίγουρη γι’αυτό που κάνω και «που πάω να μπλέξω». Μετά από αρκετές μέρες μου τηλεφώνησαν από το αστυνομικό τμήμα για να μου πουν ότι σύμφωνα με τις έρευνές τους το αυτοκίνητο ήταν leasing και το χρησιμοποιούσε κάποιος Ηλίας Κασιδιάρης. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που άκουγα το όνομά του στη ζωή μου.

- Τι θυμάστε περισσότερο από τις δικές σας συζητήσεις με το θύμα, τον Κώστα Διαλυνά;

Αρχικά θα ήθελα να πω ότι ο Κώστας, που τότε έκανε το διδακτορικό του στο Τμήμα Φυσικής, είναι σήμερα ένας σπουδαίος επιστήμονας, διεθνώς αναγνωρισμένος.

Θυμάμαι πως ούτε εκείνος είχε την παραμικρή ιδέα γιατί του επιτέθηκαν, αλλά μπορούσε να φανταστεί. Τότε ο Κώστας είχε μακριά μαλλιά και φορούσε σκουλαρίκι, εμφάνιση που κατά τους χρυσαυγίτες παρέπεμπε σε αναρχικό άτομο

Φυσικά και είχε τρομάξει. Εκτός από τα χτυπήματα στο κεφάλι με τα γκλοπς τον είχαν μαχαιρώσει και στο πόδι. Δεν είχε όμως φοβηθεί . Ήταν βέβαια διστακτικός ως προς τη δική μου εμπλοκή πιστεύοντας ότι ήταν υπεύθυνος που έμπαινα σε μια περιπέτεια. Μετά από συζητήσεις αποφασίσαμε και οι δύο ότι θέλουμε να το πάμε μέχρι το τέλος. Μετά από πολλές περιπέτειες και καθυστερήσεις, φθάνουμε στη δίκη τον Μάρτιο του 2013, στην οποία δίκη ο Κασιδιάρης αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών. Είχε προλάβει βέβαια να με μηνύσει για συκοφαντία και ψευδορκία και έτσι ξεκινούν οι νέες δικαστικές μου περιπέτειες, ως κατηγορούμενη αυτήν τη φορά. Μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν αναρωτήθηκα πολλές φορές πόσο καθοριστική ήταν τότε η αθώωση του Κασιδιάρη. Με βασανίζει σήμερα η σκέψη ότι αν δεν είχε αθωωθεί τότε, ίσως να μην είχε πεθάνει ο Παύλος Φύσσας.

Η Μαίρη Μαύρη Βαβαγιάννη.

- Τι σας είπαν οι δικοί σας άνθρωποι όταν αποφασίσατε να «κυνηγήσετε» την συγκεκριμένη υπόθεση;

Πολλοί φίλοι μου και κοντινοί μου άνθρωποι προσπάθησαν να με αποτρέψουν. Από την άλλη ο σύζυγός μου και τα παιδιά μου σεβάστηκαν από την αρχή την επιλογή μου

- Eσείς προσωπικά εκείνη την εποχή είχατε ξανακούσει ποτέ στη ζωή σας το όνομα του Ηλία Κασιδιάρη; Tι γνωρίζατε τότε για την Χρυσή Αυγή;

Όχι, όπως είπα και πριν αυτή ήταν η πρώτη φορά που άκουγα το όνομα του, δεν είχα ιδέα ποιος ήταν. Για την Χρυσή Αυγή φυσικά και γνώριζα αφού είχαν προηγηθεί και άλλες επιθέσεις και περιστατικά βίας.

- Τι είναι αυτό που θυμάστε πιο έντονα από τη δίκη; Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας κάποιο περιστατικό που σας αποθάρρυνε πραγματικά;

Την τρομερή, αδιανόητη τρομοκρατία που επικρατούσε μέσα στη δικαστική αίθουσα και έξω από αυτή. Θυμάμαι ότι όταν φτάσαμε στο δικαστήριο όλα τα καθίσματα ήταν κατειλημμένα από μέλη της Χρυσής Αυγής και μάλιστα είχαμε μία πληροφορία από έναν αστυνομικό ότι και εκείνοι απορούσαν πώς είναι δυνατόν να μπήκε η Χρυσή Αυγή τόσο νωρίς μέσα στην αίθουσα. Ο πρόεδρος ζήτησε από τον κατηγορούμενο Κασιδιάρη να σηκωθούν κάποια άτομα από την πλευρά της Χρυσής Αυγής για να καθίσουν οι μάρτυρες και εκείνος σε ρόλο πορτιέρη, όπως εύστοχα γράφει ο γιος μου Αντώνης Βαβαγιάννης σε ένα άρθρο του, έλεγχε ποιος θα μπει και ποιος θα βγει από την αίθουσα. Όλοι του μιλούσαν με εξαιρετική ευγένεια: «Κύριε Κασιδιάρη, πότε θα σας βόλευε να συνεχίσουμε τη διαδικασία» κ.ο.κ. Και ήταν ο κατηγορούμενος, βέβαια, και βουλευτής πια.

Επίσης δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι τα μέλη της Χρυσής Αυγής φώναζαν, ούρλιαζαν μέσα στο δικαστήριο, έβριζαν τον Κώστα, εμένα και τους υπόλοιπους μάρτυρες, έλεγαν απίστευτα, χυδαία σχόλια που δεν θα ήθελα να επαναλάβω. Μετά εμφανίστηκαν διάφοροι περίεργοι μάρτυρες υπεράσπισης, ανάμεσά τους και μία δημοσιογράφος του Alter, που υποστήριξε ότι εγώ θα μπορούσα να έχω βρει τον αριθμό των πινακίδων του αυτοκινήτου του Κασιδιάρη στο indymedia. Εγώ τότε δεν ήξερα καν τι είναι το indymedia. Όσο για τον δικηγόρο του, δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, Ι. Ηρειώτης ήταν το όνομα του, με έκανε να νιώσω φρικτά, με πρόσβαλλε και με εξευτέλιζε με ελεεινό τρόπο και προσπαθούσε να πείσει τους δικαστές ότι ήθελα να βλάψω τον πελάτη του για πολιτικούς λόγους, καθώς ήμουν μέλος του Σύριζα, κάτι που δεν ήταν αλήθεια. Δεν δίστασε να προσβάλει και τη μνήμη του συζύγου μου, που δεν ζούσε πια. Αντίστοιχη ήταν η συμπεριφορά του και προς τον Κώστα Διαλυνά. Έξω, δε, από την αίθουσα έδιναν και έπαιρναν η επίδειξη δύναμης, οι χυδαίες βρισιές, το bullying των μελών της Χρυσής Αυγής προς τους φοιτητές, τους συναδέλφους, τους συγγενείς και φίλους που είχαν έρθει για να μας συμπαρασταθούν

Όταν τελικά τελείωσε η δίκη ο υπεύθυνος ασφαλείας μας συνέστησε να αποχωρήσουμε πριν από τα μέλη της Χρυσής Αυγής από το δικαστήριο «για την δική μας ασφάλεια» όπως μας είπε και ομάδα αστυνομικών έκαναν κλοιό γύρω μας και μας οδήγησαν μέχρι την Ιπποκράτους για να βεβαιωθούν ότι θα ήμαστε ασφαλείς.

Μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν αναρωτήθηκα πολλές φορές πόσο καθοριστική ήταν τότε η αθώωση του Κασιδιάρη. Με βασανίζει σήμερα η σκέψη ότι αν δεν είχε αθωωθεί τότε, ίσως να μην είχε πεθάνει ο Παύλος Φύσσας.

- Δε φοβηθήκατε ούτε τότε;

Είχα πιεστεί σίγουρα, ήταν πολύ δυσάρεστο όλο αυτό. Αλλά φόβο δεν θυμάμαι να ένιωσα. Τα παιδιά μου είχαν φοβηθεί, γιατί διάβαζαν και διάφορα απειλητικά δημοσιεύματα στο διαδίκτυο.

- Τι ήταν αυτό που σας έδωσε περισσότερο κουράγιο σε όλη αυτή την ιστορία;

Η τεράστια στήριξη της οικογένειας, των φίλων μου, του Κώστα Διαλυνά και των φοιτητών μου, που ήταν συνέχεια δίπλα μου στο δικαστήριο. Και σε αυτή τη δίκη και στην επόμενη το 2016.

- Τι ακριβώς συνέβη το 2016;

‘Όπως ανέφερα, ο Κασιδιάρης μόλις κατάλαβε ότι υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας μου έκανε μήνυση για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμιση. Η υπόθεση πήρε αρκετές αναβολές, φτάσαμε στο 2016, όταν εμφανίστηκε στο δικαστήριο και είπε «ότι με συγχωρεί». Η κατάσταση ήταν κωμικοτραγική. Σε ερώτηση της προέδρου απάντησα ότι δεν δέχομαι την συγχώρεσή του και ότι επιθυμώ να δικαστώ κανονικά, όπως και έγινε και αθωώθηκα πανηγυρικά. Φαντάσου να δεχτείς να σε συγχωρέσει ο Κασιδιάρης! Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ρεζιλίκι (γέλια).

-Σήμερα, έχοντας πια αρκετή απόσταση τόσο από τα γεγονότα του 2007 όσο και από το δικαστήριο, γιατί θεωρείτε ότι δεν μπόρεσε τότε η υπόθεσή σας να λάβει την έκβαση που της άξιζε;

Δεν θα ήθελα να πω ότι οι δικαστές τότε ήταν συμπαθούντες. Ήταν όμως σίγουρα φοβισμένοι και άφησαν να διεξαχθεί η δίκη σε ατμόσφαιρα τρομοκρατίας που σαφώς επηρέασε την απόφαση. Και βέβαια η δίκη έγινε τον Μάρτιο του '13, την εποχή δηλαδή της παντοδυναμίας τους.

- Τι είναι αυτό που πιστεύετε ότι έχει αλλάξει στην ελληνική κοινωνία από το 2007 έως το 2020 – αν θεωρείτε ότι έχει αλλάξει κάτι σημαντικά βέβαια;

Πολλά έχουν αλλάξει, νομίζω όμως ότι η αναφορά σε αυτά ξεπερνά το όρια αυτής της συνέντευξης. Σίγουρα η δολοφονία του Παύλου Φύσσα ήταν το ορόσημο που έκανε τον πολύ κόσμο, όσους δεν το ήξεραν δηλαδή, να κατανοήσουν τι πραγματικά είναι η Χρυσή Αυγή. Μέχρι τότε, μέρος της κοινωνίας έδειχνε ανοχή ή και στήριξη στις βίαιες συμπεριφορές τους, με την βοήθεια βέβαια και μερίδας των συναδέλφων σας. Ο θάνατος όμως του Παύλου τα άλλαξε όλα, κάτι που δεν έγινε δυστυχώς με τον θάνατο του Λουκμάν ή τις επιθέσεις που προηγήθηκαν. Μετά, η ασύγκριτη, η σπουδαία στάση της Μάγδας Φύσσα, την οποία έχω γνωρίσει προσωπικά και εκτιμώ πάρα πολύ βαθιά. Ακόμη η δίκη ως διαδικασία, οι καταπληκτικοί μάρτυρες κατηγορίας, οι εξαίρετοι δικηγόροι της πολιτικής αγωγής, κάποιοι σπουδαίοι δημοσιογράφοι που φρόντιζαν για την ενημέρωσή μας και βέβαια ο κόσμος, οι αντιφασίστες πολίτες και κυρίως η νεολαία συνέβαλαν σίγουρα σε αυτή την ιστορική απόφαση

- Μετά από όλα αυτά, τι αισθανθήκατε τη νύχτα που δολοφονήθηκε ο Παύλος Φύσσας;

Δεν υπάρχουν λόγια. Το σοκ ήταν φοβερό. Αρρώστησα.

- Σε προηγούμενη συνομιλία μας μου είπατε ότι θεωρείτε πως αυτό που πράξατε δεν ήταν κάτι γενναίο αλλά κάτι το αυτονόητο.

Ναι, η αλήθεια είναι πως ντρέπομαι όταν έρχονται άνθρωποι και μου λένε μπράβο ή ότι αυτό που έκανα ήταν κάτι γενναίο. Πιστεύω ότι έκανα το αυτονόητο, νομίζω ότι αυτή είναι η αντίδραση που πρέπει να έχει κάποιος που έρχεται αντιμέτωπος με τη βία και τον φασισμό.

- Ποιο ήταν το μεγαλύτερο προσωπικό κόστος που είχατε από αυτή την υπόθεση;

Η τραυματική εμπειρία μου ως μάρτυρας κατηγορίας στην δίκη που μόλις σας περιέγραψα και σίγουρα η μήνυση που έγινε σε βάρος μου . Στην αρχή όταν έμαθα ότι ο Κασιδιάρης μου είχε κάνει μήνυση σκέφτηκα αμέσως να πάρω για δικηγόρο υπεράσπισης μία φίλη μου. Την παίρνω λοιπόν στο τηλέφωνο και εκείνη μου εξήγησε ότι αυτή την υπόθεση δεν μπορεί να την αναλάβει έτσι απλά μία φίλη δικηγόρος, ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά και έπρεπε να πάρω έναν καλό ποινικολόγο. Τότε μου σύστησαν τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία ανέλαβε αρχικά την υπόθεση μου, μέχρι που έγινε πρόεδρος της Βουλής και συνέχισα με τον πατέρα της. Ο Νίκος Κωνσταντόπουλος συνέβαλε καθοριστικά στην αθώωσή μου τον Μάιο του 2016. Σημαντική ήταν και η συμβολή των φίλων και συναδέλφων που δέχτηκαν να είναι μάρτυρες υπεράσπισής μου.

Νομίζω, όμως, ότι από όλα αυτά το χειρότερο πράγμα που έζησα ήταν οι ειρωνείες, η κοροϊδία και ο χλευασμός μέσα στο δικαστήριο. Τα σχόλια που άκουσα για μένα και για τον σύζυγό μου, που τότε δεν ήταν πια στη ζωή, είναι κάτι που δεν ξεπερνιέται εύκολα.

Η υπόθεση πήρε αρκετές αναβολές , φτάσαμε στο 2016, όταν εμφανίστηκε στο δικαστήριο και είπε «ότι με συγχωρεί». Η κατάσταση ήταν κωμικοτραγική.. Σε ερώτηση της προέδρου απάντησα ότι δεν δέχομαι την συγχώρεση του και ότι επιθυμώ να δικαστώ κανονικά, όπως και έγινε και αθωώθηκα πανηγυρικά.

- Σε μία τρελή συγκυρία της μοίρας, αυτή τη στιγμή, τόσο εσείς όσο και ο Ηλίας Κασιδιάρης είστε μέλη του δημοτικού συμβουλίου της Αθήνας. Έχετε μιλήσει ποτέ ξανά αυτό το διάστημα;

Ασφαλώς και όχι. Τον έχω πιάσει να μου ρίχνει δολοφονικά βλέμματα κατά τη διάρκεια των δημοτικών συμβουλίων. Εμείς, τα μέλη της Ανοιχτής Πόλης, έτσι κι αλλιώς βγαίνουμε από την αίθουσα κάθε φορά που μιλάει ο ίδιος ή κάποιος άλλος από την παράταξη του. Το ίδιο ισχύει και για τα μέλη άλλων παρατάξεων

Είναι κωμικοτραγικό ότι, όπως είναι η διάταξη με την οποία είμαστε τοποθετημένοι μέσα στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου, εμείς (η Ανοιχτή Πόλη) καθόμαστε δίπλα στην παράταξη του Κασιδιάρη. Ευτυχώς όμως η κατάσταση αυτή αποτελεί παρελθόν και πιστεύω ότι δεν θα τον ξαναδούμε στο Δημοτικό Συμβούλιο, ούτε τον ίδιο ούτε τα υπόλοιπα μέλη της παράταξής του.

- Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα περάσατε σήμερα, θα ξανακάνατε ό,τι κάνατε τότε;

Νομίζω πως ναι. Παρά την ηλικία μου (γέλια). Αλλά ναι, θα το ξαναέκανα.

-Τι αισθανθήκατε στις 7 Οκτωβρίου όταν ανακοινώθηκε η ετυμηγορία του δικαστηρίου ότι η Χρυσή Αυγή είναι εγκληματική οργάνωση;

Δικαίωση και ικανοποίηση, αυτό αισθάνθηκα.

 

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS