Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1991, ακριβώς 30 χρόνια πριν, έκανε πρεμιέρα στην τηλεοπτική συχνότητα του Mega η πιο διαχρονικά αστεία, εύστοχη και αληθινή σειρά που παίχτηκε ποτέ στην ελληνική τηλεόραση. 

Οι «Απαράδεκτοι» ήταν μία αρχική ιδέα της Δήμητρας Παπαδοπούλου, που λέγεται πως γεννήθηκε μέσα από μία παλιά ραδιοφωνική εκπομπή που έκανε η ίδια με τον Σπύρο Παπαδόπουλου, στην οποία αναπαραστούσαν τους ξεκαρδιστικούς διαλόγους ενός παντρεμένου ζευγαριού. Γρήγορα, η τηλεοπτική παρέα ολοκληρώθηκε με τον Γιάννη Μπέζο και τον Βλάσση Μπονάτσο στους ρόλους των δύο κολλητών φίλων της Δήμητρας και του Σπύρου, οι οποίοι αναγκάζονται να συγκατοικήσουν για ένα διάστημα το οποίο, φυσικά, επεκτείνεται επ' αόριστον. Ο ένας γκέι, ο άλλος με μία τεράστια, ακατανίκητη αδυναμία στο γυναικείο φύλο.

Αργότερα θα αποκαλυφθεί ότι η ιδέα για το δίδυμο του Γιάννη και του Βλάσση προήλθε από την πραγματική συγκατοίκηση του Μπονάτσου με τον καλό του φίλο Ηλία Ψινάκη, ο οποίος τον φιλοξένησε στο σπίτι του το διάστημα που ο πρώτος είχε χωρίσει από την πολυετή σχέση του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Σύντομα ο Ηλίας Ψινάκης απέκτησε και ρόλο σεναριογράφου στη σειρά, αφού ευθύνεται για πολλούς από τους διαλόγους ανάμεσα στον Γιάννη και τον Βλάσση.

Τρεις δεκαετίες μετά και μία τραγική απώλεια αργότερα, οι τρεις εναπομείναντες «Απαράδεκτοι» έχουν δεχθεί πολλές προτάσεις για ένα revival της σειράς που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που γίνεται η κωμωδία στην ελληνική τηλεόραση. Ωστόσο και οι τρεις είναι κατηγορηματικά αρνητικοί: «Δεν υπάρχουν "Απαράδεκτοι" χωρίς τον Βλάσση Μπονάτσο». Η αλήθεια είναι πως κι εμείς, οι αληθινά μεγάλοι φαν της θρυλικής, κωμικής σειράς, όσοι γελάμε ασταμάτητα ακόμα και σήμερα με κάθε επεισόδιο, δεν θα θέλαμε να δούμε τους «Απαράδεκτους» χωρίς εκείνους. Τι «Απάραδεκτοι» θα ήταν άραγε αυτοί;

Με αφορμή την επέτειο 30 χρόνων από τη βραδιά που οι τίτλοι αρχής εμφανίστηκαν για πρώτη στην οθόνη του Mεγάλου Καναλιού, θυμόμαστε 8 ατάκες των «Απαράδεκτων» που άφησαν εποχή, που μετατράπηκαν σε αθάνατο pop culture και ακούγονται το ίδιο επίκαιρες και ξεκαρδιστικές στις παρέες και τις συζητήσεις μας. Eξακολουθώντας να είναι η πιο ειλικρινής αντανάκλαση μίας ολόκληρης κοινωνίας. Μαζί με αυτό, η πιο αστεία εκδοχή του πιο προσωπικού ειδώλου μας στον καθρέφτη της tv.

1. «Κι εγώ αντί να καθαρίζω πατάτες, δεν κάνω ένα κόμμα;»

Στα 90΄s, αρκετά χρόνια προτού η μεγάλη, ελληνική οικονομική κρίση θέσει σε χειμερια νάρκη ένα σημαντικό μέρος της εγχώριας, τηλεοπτικής δραστηριότητας, στην ελληνική τηλεόραση υπήρχαν περίπου 62 χιλιάδες κανάλια. Και δεν ήταν καθόλου σπάνιο φαινόμενο κάποιος που ήθελε να προωθήσει στην κοινή γνώμη την προσωπική του, πολιτική θέση να το κάνει με τεράστια ευκολία μέσα από τη συχνότητα ενός τηλεοπτικού καναλιού.

Μπορεί η παραπάνω κατάσταση να απέχει, πλέον, αρκετά από την πραγματικότητα, ωστόσο, η εντύπωση του Έλληνα πως οποιοσδήποτε το επιθυμεί μπορεί να δημιουργήσει ένα πολιτικό κόμμα και να κατέβει στις εκλογές, παραμένει ζωντανή καθώς - ως γνωστόν - σε αυτή τη χώρα είμαστε όλοι ή πρωθυπουργοί ή επαγγελματίες οδηγοί ράλυ ή προπονητές ποδοσφαίρου. Αισίως και λοιμοξιωλόγοι. 

Το απίθανο επεισόδιο «Το Κ.Ο.Λ.Α.Ν» στο οποίο ο Σπύρος αποφασίζει να φτιάξει κόμμα με ακραία αριστερή τοποθέτηση, παίρνοντας για μέλη όχι μόνο τη Δήμητρα, τον Γιάννη και τον Βλάσση, αλλά και τον διαχειριστή της πολυκατοικίας, Βασίλη Χαλακατεβάκη, μαζί με το αγαπημένο Αστροπελέκι (Ρένια Λουιζίδου), ιδρύοντας παράλληλα και κανάλι για να προσελκύσει ψηφοφόρους, παραμένει μέχρι σήμερα η πιο σπαρταριστή και ολοκληρωμένη πολιτική σάτιρα που έχει γίνει ποτέ στην ελληνική τηλεόραση. 

2. «E, τώρα την βλέπετε εσείς αυτή την είσοδο να κάνει για Γάλλο;»

Η εμπορική παγκοσμιοποίηση, το ίντερνετ και η ταχύτητα της μοντέρνας τεχνολογίας έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην απομυθοποίηση πάρα πολλών πραγμάτων, ανάμεσα σε αυτά και ο θαυμαστός των Ελλήνων για κάθετι ξενόφερτο. Ας προσπαθήσουμε να θυμηθούμε την εποχή που μεγάλα ταξιδιωτικά γραφεία των 80s και των 90s οργάνωναν ταξίδια στο Λονδίνο και τη Ρώμη και όποιος από το σόι αποφάσιζε να πάει έπρεπε οπωσδήποτε να φέρει στους «άτυχους» που έμειαναν πίσω δύο βαλίτσες γεμάτος δώρα από το εξωτερικό. 

Μπορεί πλέον να ξέρουμε ότι τα ρούχα που υπάρχουν στην Αγγλία μπορούν εύκολια να βρεθούν και στην Αθήνα, αλλά και ότι οι Γάλλοι δεν είναι απαραίτητα καλλιεργημένοι, εκλεπτυσμένοι και διανοούμενοι, ωστόσο, η ανάγκη των ανθρώπων να κατασκευάζουν «είδωλλα» και να μεγαλοπιάνονται στην ιδέα ότι συναναστρέφονται κάποιον σημαντικότερο από εκείνους παραμένει και θα παραμένει αναλλοίωτη στους αιώνες των αιώνων, αμήν. 

3. «Ποιος, μαλάκας, πετάει τηλεοράσεις τέτοια ώρα;»

Στο πρώτο επεισόδιο της δεύτερη σεζόν (ένα από τα καλύτερα επεισόδια που προβλήθηκαν ποτέ στην ελληνική τηλεόραση) η Δήμητρα και ο Γιάννης παθαίνουν εμμονή με ένα βιβλίο βίπερ, στο οποίο ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Ομάρ, είναι ο ιδανικός συνδυασμός του «τρυφερού, βάναυσου, βάναυσου, τρυφερού», κάνονας τη Δήμητρα να πιστεύει ότι ο ιδανικός άνδρας υπάρχει πράγματι εκεί έξω, αλλά σίγουρα αυτός δεν είναι ο Σπύρος.

Στην 8η επέτειο γάμου του ζευγαριού ένας καυγάς που καταλήγει με μία ιπτάμενη, από το παράθυρο, τηλεόραση, φέρνει με τον πιο σπαρταριστό τρόπο στην επιφάνεια την επιμονή πολλών ανθρώπων στην ουτοπία: Ότι η τέλεια σχέση είναι κάτι το εφικτό, αλλά πως, δυστυχώς, ο σύντροφός της ζωής τους απέχει πάρα πολύ από την εικόνα που έχουν οι ίδιοι για αυτή τη συγκεκριμένη εκδοχή της τελειότητας.

4.  «Είστε μήπως γόνοι παλιάς, αθηναϊκής οικογένειας;»

Σε αυτόν τον κόσμο ό,τι δηλώσεις, είσαι. Στο επεισόδιο «Επενδύω, επενδύεις, επενδύει», ο Σπύρος προσπαθεί να πείσει έναν «ζάμπλουτο» κληρονόμο από τη Νότια Αφρική να του δώσει ένα δισεκατομμύριο δραχμές για να φτιάξουν μαζί ένα μεγάλο, τηλεοπτικό κανάλι. Με τη μόνη διαφορά ότι ο υποψήφιος επενδυτής δεν είναι τίποτα περισσότερο από έναν σεσιμασμένο απατεώνα που εξαπατά κόσμο, καταφέρνοντας στο τέλος να τους απασπάσει μέσω συμβολαίων χρηματικά ποσά και ακίνηση περιουσία. 

Η παρέα των «Απαράδεκτων» θα κάνουν τα πάντα για να τον εντυπωσιάσουν, λέγοντας ότι είναι και οι ίδιοι πολύ πλούσιοι, ότι διαθέτουν βίλες, υπηρετικό προσωπικό και στενές, φιλικές σχέσεις με τις πιο ισχυρές οικογένειες της Ελλάδας. 

5. «Σταμάτα βρε πια, οι διανοούμενοι είναι σοβαροί άνθρωποι. Αυτός είναι για γιαούρτια»

Το guest πέρασμα του Κωνσταντίνου Τζούμα από την τηλεοπτική σειρά έγραψε ιστορία. Ο γνωστός ηθοποιός υποδύθηκε έναν γκαλερίστα, ο οποίος πλάσαρε τον εαυτό του ως πάρα πολύ μορφωμένο, ακόμα περισσότερο καλλιεργημένο, μα πάνω απ' όλα εξαιρετικά δικτυωμένο στους «κύκλους της υψηλής διανόησης».

Ο Σπύρος που θέλει απεγνωσμένα να μπει στο μάτι ενός παλιού συμφοιτητή του, παριστάνοντας κάτι που δεν είναι, ζητάει από τον Γιάννη να του τον γνωρίσει προκειμένου να περάσει και ο ίδιος για διανοούμενος.

Ευτυχώς σε αυτή την ιστορία υπάρχουν οι - πάντα χύμα - Δήμητρα και Βλάσσης για να κάνουν τη φωνή της λογικής.

6. «Δεν έχω φίλους. Ο καλύτερος μου φίλος στα 33 μου, στην πιο κρίσιμη καμπή της ζωής μου, μου έκανε δώρο τσόκαρο. Πώς να πιστέψω στις ανθρώπινες σχέσεις;»

Στα 33α γενέθλια του ο Γιάννης περνάει μία τεράστια υπαρξιακή κρίση. Αρχικά αναρωτιέται ποιος έφτιαξε το σύμπαν και τους πλανήτες, ενώ μετά από λίγες ώρες καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αληθινούς φίλους γιατί δεν του έκαναν ωραία δώρα. 

Το 4ο επεισόδιο των Απαράδεκτων που προβλήθηκε το φθινόπωρο του 1991 ήταν ένα αληθινό «κέντημα» από ξεκαρδιστικές ατάκες, που έλεγαν με χιούμορ την πιο πικρή αλήθεια για την χαμένη επαφή με τους πιο αγαπημένους μας ανθρώπους στον κόσμο. Κι όλα αυτά δύο δεκαετίες πριν την έλευση των σόσιαλ μίντια που άλλαξαν τα πάντα στις ζωές μας. 

7. «Σας παρακαλώ πολύ. Αν είναι να έρθετε θα φέρετε και δώρο».

Όλη τη χρονιά όλοι περιμένουμε τις ημέρες των γιορτών. Συχνά, όμως, όταν εκείνες τελικά έρχονται καταλήγουμε να τσακωνόμαστε μεταξύ μας με ασήμαντη αφορμή. Έτσι γίνεται και σε ένα από τα χριστουγεννιάτικα επεισόδια των Απαράδεκτων όταν κανείς δεν θέλει να πάρει δώρο σε κανέναν, εκτός, φυσικά, από τον απίθανο και large Βλάσση Μπονάτσο που ξοδεύει μία περιουσία για τους φίλους του. 

30 χρόνια έχουν περάσει από την πρεμιέρα της σειράς, αλλά, εννοείται, πως δεν είναι αρκετά για να αλλάξει η φύση του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος συνέχεια κάνει λόγο για το πνεύμα των γιορτών, αλλά δεν έχει μάθει ακόμα πώς να είναι γενναιόδωρος, ευγενικός και πραγματικά ευγνώμων για όλα τα καλά που του έχει φέρει η ζωή.

8. «Και πόσο χρονών έριξε τη Χούντα, 3 χρονών;»

Aπό τις πιο χαρακτηριστικές λεπτομέρειες των «Απαράδεκτων» ήταν η εμμονή του Σπύρου με τα χρόνια του Πολυτεχνείου. Η γενιά εκείνη που έδωσε τις δικές της, μεγάλες, μάχες για μία ελεύθερη, προοδευτική κοινωνία, είδε τον εαυτό της να μετατρέπεται σε κάτι απόλυτα διαφορετικό από εκείνο το λαμπρό μέλλον για το οποίο με γενναιότητα αγωνίστηκε.

Ο Σπύρος, πάντως, παρά την προσωπική του μετεξέλιξη (κι αυτό παραμένει, μάλλον, το πιο καυστικό σχόλιο των «Απαράδεκτων» πάνω στην ελληνική, πολιτική πραγματικότητα της δεκαετίας του '90) συνεχίζει να μιλά με νοσταλγία για εκείνα τα χρόνια, τονίζοντας πάντα τη δική του συνεισφορά στις εξελίξεις του Πολυτεχνείου, κουράζοντας σταθερά τους συνομιλητές του. 

Στο επεισόδιο «Λεβέντες Οικολόγοι» ένας παλιός του σύντροφος φτάνει από την επαρχία στην Αθήνα και ο Σπύρος  θέλει να τον φιλοξενήσει, προσπαθώντας να πείσει την υπόλοιπη παρέα ότι του οφείλουν πολλά γιατί «είναι εκείνος που έριξε τη Χούντα».

Τέλος, οι «Απαράδεκτοι» μας άφησαν παρακαταθήκη τις «Μεταμορφώσεις», ένα πανέμορφο τραγούδι που έγραψε ο Βλάσσης Μπονάτσος εκείνη την εποχή και το οποίο έγινε διάσημο μέσα από ένα επεισόδιο της σειράς.

Στο βιντεοκλιπ πρωταγωνιστεί η πιο διάσημη παρέα της ελληνικής τηλεόρασης. Στους στίχους μία μεγάλη αλήθεια για το τι μετράει πραγματικά σε αυτή τη ζωή. Μία ωδή στην αξία της αγάπης και της παντοτινής φιλιάς. Ό,τι ακριβώς δηλαδή υπήρξαν οι «Απαράδεκτοι».

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS