Η Ελένη Αρβελέρ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 1926. Ο πατέρας της, Νικόλαος Γλύκατζης, έμπορος, και η μητέρα της Καλλιρρόη, το γένος Ψαλτίδη, έφτασαν στην Αθήνα, στη συνοικία του Βύρωνα, με τα πρώτα τους παιδιά ως πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία μετά τη "Μεγάλη Καταστροφή". Σε ηλικία 6 ετών, εκφωνεί τους πρώτους της πολιτικούς λόγους στη γειτονιά της, διαβάζοντας μια εφημερίδα ανάποδα υπέρ του Βενιζέλου.
Εντάσσεται στην Αντίσταση σε ηλικία 14 ετών, το 1942, στη συνοικία της στον Βύρωνα, όπου είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά μηνυμάτων. Ολοκλήρωσε τις δευτεροβάθμιες σπουδές της στο 4ο Γυμνάσιο Αθηνών και στη συνέχεια σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας).
Αμέσως μετά τον πόλεμο, η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη επιθυμεί να προσλάβει την καλύτερη φοιτήτρια της φιλολογίας. Παραβλέποντας τις πολιτικές απόψεις της Ελένης Αρβελέρ, την προσλαμβάνει ως γραμματέα του ιδρύματος που δημιούργησε για τα σπίτια των άπορων παιδιών. Παράλληλα, η Ελένη Αρβελέρ εργάζεται σκληρά για τη διεξαγωγή ερευνών για τη Μικρά Ασία και την Καππαδοκία. Θα δώσει στην οικογένειά της όλα όσα κέρδισε, και για τις έρευνές της στη Μικρά Ασία.
Η Ελένη Αρβελέρ αποφασίζει να μεταβεί στο Παρίσι το 1953 για να συνεχίσει τις σπουδές της στην Écoledes Hautes Études, όπου ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ Ιστορίας (1960). Το 1956 γνωρίζει τον Jacques Ahrweiler, τον οποίο παντρεύεται το 1957. Το 1964, την επομένη της κατάθεσης της διατριβής της "Βυζάντιο και Θάλασσα" στο γραφείο του επιβλέποντος καθηγητή της, γεννά την κόρη της Μαρί-Ελέν. Ανακηρύσσεται Διδάκτωρ Γραμμάτων (Docteurès Lettres) το 1966.
Ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) της Γαλλίας (από το 1955) και διευθύντρια ερευνών από το 1964, εξελέγη καθηγήτρια βυζαντινής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης το 1967. Διετέλεσε διευθύντρια του τμήματος Ιστορίας και πρόεδρος της επιτροπής έρευνας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (1969-1970), προσκεκλημένη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ (1973-1974), αντιπρόεδρος (1970-1973) και στη συνέχεια η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Πανεπιστημίου Paris I Panthéon-Sorbonne (1976-1981, επίτιμη πρόεδρος από το 1981).
Διορίστηκε η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Ακαδημίας και καγκελάριος των Πανεπιστημίων του Παρισιού (1982-1989). Στη συνέχεια, διορίστηκε πρόεδρος του Κέντρου Ζορζ Πομπιντού (1989-1991), του οποίου ήταν αντιπρόεδρος από το 1976 έως το 1989.
Διετέλεσε, επίσης, πρόεδρος του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης (Γαλλία), αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Danielle Mitterrand, εμπειρογνώμονας στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες στην UNESCO, πρόεδρος και στη συνέχεια επίτιμη πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Ευρώπης, επίτιμη πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Βυζαντινών Σπουδών (από το 1975), γενική γραμματέας της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορικών Επιστημών (1980-1990), πρόεδρος και στη συνέχεια επίτιμη πρόεδρος της Παγκόσμιας Κίνησης Επιστημονικής Ευθύνης (MURS), πρόεδρος του Εθνικού Θεάτρου (Ελλάδα) (1999-2012), πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών (1993-2022) και του Διεθνούς Ιδρύματος Dmitri Shostakovich.
Ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της Βρετανικής Ακαδημίας, της Βασιλικής Ακαδημίας του Βελγίου, της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου και της Βουλγαρίας. Ήταν και επίτιμη διδάκτωρ πλήθους πανεπιστημίων (Λονδίνο, Χάρβαρντ, Βελιγράδι, Νέα Υόρκη, Νιου Μπράνσγουικ, Λίμα, Χάιφα, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Παρισιού, Φριμπούργκ, Θεσσαλονίκη και Κρήτη).
12 πράγματα που έχει πει η Ελένη Γλυκατζή Αρβελέρ για την Ελλάδα, τους Έλληνες, τη μητρότητα και την πραγματική παιδεία
"Όλοι δουλεύουμε σκληρά, αλλά πρέπει να έχεις και τύχη, να βρεθείς την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο μέρος."
"Το παρελθόν δεν είναι ποτέ ολότελα παρελθόν. Και το παρελθόν πρέπει να έχει μέλλον. Το μέλλον του παρελθόντος για την Ελλάδα είναι οι βεβαιότητες ακριβώς που είχε από το ένδοξο παρελθόν. Αλλά οι κακοί Ευρωπαίοι λένε ότι η Ελλάδα είναι υπερήφανη για τις απώλειές της. Έχασε το ένδοξο παρελθόν αλλά είναι περήφανη για αυτό. Οι δε ακόμη πιο κακοί λένε ότι οι Έλληνες βομβαρδίζουν τον κόσμο με ένδοξα πτώματα. Εκείνο που χρειάζεται η Ελλάδα είναι οι Έλληνες. Εάν υπάρχει κάτι για το οποίο υποφέρει σήμερα ο τόπος είναι ότι μιλάμε για φιλέλληνες και δεν μιλάμε για Έλληνες. Φιλέλληνες υπήρξαν όταν η Ελλάδα δεν ήταν ελεύθερη. Όταν μιλάμε τώρα για φιλέλληνες σημαίνει ότι δεν είμαστε σίγουροι για τον εαυτό μας. Το πράγμα το οποίο νομίζω ότι χρειάζεται η Ελλάδα ως επανεκκίνηση, εάν θέλετε, είναι να πιστέψουν οι Έλληνες στον εαυτό τους. Και όπου υπάρχει ένα θέλω υπάρχει κι ένα μπορώ. Και όταν είσαι σίγουρος για τον εαυτό σου, όταν είσαι σίγουρος για τον πολιτισμό σου δεν έχεις να φοβάσαι τίποτε."
"Ο Πάγκαλος είπε "μαζί τα φάγαμε". Δεν είναι αλήθεια, μαζί τα κάναμε. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά."
"Νομίζω ότι η ιστορική συνέχεια είναι υποχρεωτική. Αν πάρεις βέβαια το ένδοξο παρελθόν ως ένα ολοκληρωτικό πράγμα και να πεις η λογοτεχνία, η σκέψη, η…, η…, οπωσδήποτε υπάρχει αλλαγή. Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει παρακμή. Αλλά δεν θα μπορούσε παρά να είναι έτσι. Γιατί εάν δεν υπήρχε αλλαγή θα είμαστε όλοι οι αρχαίοι Έλληνες ακόμη. Όσον αφορά, τώρα, τη συνέχεια δεν μπορούμε να πούμε ότι όταν λες τα πράγματα με τη λέξη την ελληνική που τα λες, ότι δεν υπάρχει συνέχεια. Η μόνη γλώσσα η οποία δεν έχει ελληνογενείς γλώσσες, όπως τα λατινικά, είναι τα ελληνικά. Γιατί; Γιατί δεν έπαψαν ποτέ να μιλούνται. Δεν έπαψαν ποτέ να γράφονται. Οπότε, και μόνο η γλώσσα, αυτή η γλώσσα που μιλάμε, δείχνει ότι η συνέχεια είναι αδιάρρηκτη. Και βεβαίως έχουμε το παρελθόν που διαλέγουμε. Δεν έχουμε όλο το παρελθόν ως συνέχεια. Για αυτό ο κάθε λαός, όπως και οι Έλληνες, έχουμε την Ιστορία που μας πηγαίνει. Η Ιστορία, διατείνομαι, γράφεται "καθαρευουσιάνικα". Δηλαδή ποτέ δεν θα γράψει κάποιος τα παραπτώματά του. Ένας λαός τα παραπτώματά του. Κανένα μνημείο δεν έχει γίνει για τα πράγματα τα οποία ήταν ντροπή για τον πολιτισμό του τόπου. Νομίζω ότι το πρώτο μνημείο που γίνεται (πριν λίγα χρόνια) τώρα για τέτοιου είδους πράγματα είναι στο Βερολίνο για το ολοκαύτωμα που έκαναν οι Γερμανοί. Όλα τα άλλα, μνημεία και τα λοιπά, είναι επιβραβεύσεις."
"Δεν απελευθερώσαμε την κοιτίδα του Γένους, την Κωνσταντινούπολη - κοιτίδα, όχι πρωτεύουσα, γιατί εκεί οφείλουμε τα δύο μεγάλα χαρακτηριστικά των νεοελλήνων, δηλαδή τη γλώσσα και την ορθοδοξία. Όταν, λοιπόν, δεν απελευθερώσαμε, τι κάναμε; Βάλαμε το Βυζάντιο σε παρένθεση, χίλια χρόνια σε παρένθεση, και θεωρήσαμε τον εαυτό μας απόγονο του Περικλή. Ούτε λίγο ούτε πολύ. Τα παιδιά μαθαίνουν στο σχολείο Αντιγόνη, Όμηρο και τα λοιπά, αλλά πέστε μου ποιο βυζαντινό κείμενο ξέρουν. Ευτυχώς που πάνε καμιά φορά στην εκκλησία και ακούνε το "Τη Υπερμάχω". Αλλά και αυτό όσο το καταλαβαίνουν. Και γυρνάνε μετά αυτά τα παιδιά στο σπίτι και λένε: η μάνα Δέσποινα, ο πατέρας Παναγιώτης…, Δημήτρης…, Γιώργος και τα λοιπά. Από πού κι ως πού; Πού είναι το αρχαίο ένδοξο παρελθόν, εάν δεν ξέρουν ακριβώς αυτά τα πράγματα;"
"Αν δεν είχα παντρευτεί τον άντρα μου και αν δεν είχα την κόρη μου, τίποτα από όσα λέμε δεν θα είχαν γίνει. Γιατί είμαι πάνω από όλα μάνα και δασκάλα. Όταν είσαι μάνα και δασκάλα, δεν κοιτάς τι γίνεται γύρω σου. Κοιτάς τα παιδιά. Εμένα όλη μου η καριέρα οφείλεται στα παιδιά. Τα λίγα που ξέρουν οι Βυζαντινολόγοι εγώ τους τα έχω μάθει, αλλά όσα ξέρω εγώ, μου τα έμαθαν οι φοιτητές μου. Γιατί όταν τους έκανα μάθημα, κατέγραφα τις απορίες τους. Όσα ξέρω εγώ τα έχω γράψει. Ήθελα να μου μάθουν κάτι καινούριο αυτά. Τους έλεγα ότι αν θέλετε να μείνω εδώ μαζί σας, πρέπει να κάνουμε κουβέντα για το τι σας ενδιαφέρει. Γιατί η αρχαίοι έλεγαν "Τις αγορεύει βούλεται" και αυτό είναι Δημοκρατία. Δηλαδή να μάθεις να ακούς. Γιατί αυτό που γίνεται τώρα στην Ελλάδα είναι ότι είμαστε όλοι σύμφωνοι με τον αυτό μας. Αυτό είναι έλλειψη παιδείας."
"Έμαθα δυο πράγματα στη ζωή μου. Ο πατέρας μου έλεγε "άκου παιδί μου, να ξέρεις πάντα τη θέση σου. Ούτε πιο πάνω, ούτε πιο κάτω. Η μητέρα μου έλεγε "το πρόσωπο είναι σπαθί". Δηλαδή δεν άφησα ποτέ κάτι που έπρεπε να κάνω εγώ, να το κάνει κάποιος άλλος. Και όταν αναλάμβανα μια μεγάλη υπηρεσία, μάζευα τους συνεργάτες μου και τους έλεγα. Παιδιά οι επιτυχίες θα είναι δικές σας και για την αποτυχία θα σας καλύπτω. Τότε ο καθένας έκανε το καλύτερο του εαυτού του. Γιατί αν φοβάσαι το λάθος, το κάνεις."
"Οι άντρες μού έβαζαν τρικλοποδιές. Ποτέ δεν δέχτηκαν να έχουν γυναίκα αφεντικό. Ένας που ήταν ειδικός για τα δημοτικά σχολεία στη Γαλλία, όταν τον φώναζα, κοίταζε πάντα κάτω. Του έλεγα κοίτα με και πες μου τι πρόβλημα υπάρχει. Και καταλάβαινα πως δεν του άρεσε που να τον διοικεί γυναίκα."
"Οι Έλληνες πάντα είχαν ως πρώτη τους προτεραιότητα την ύλη. Γι' αυτό είναι δυστυχισμένοι. Όλες οι μάνες στην Ελλάδα λένε στα παιδιά τους "καλή επιτυχία" και καμιά δεν λέει "καλή ευτυχία". Στη Γαλλία υπάρχει η τέλεια παιδεία. Ένα παιδί δεν ενδιαφέρεται να φάει σε ένα ακριβό εστιατόριο, αλλά κάθεται με τη μητέρα του να διαβάσει καλά βιβλία. Στη Γαλλία το μόνο πρόβλημα που δημιουργείται είναι με τους ξένους που έρχονται και δεν έχουν αυτή την παιδεία. Αλλά η γαλλική παιδεία είναι τέτοια που δεν δημιουργεί ως προτεραιότητα τα υλικά αγαθά, αλλά τα πνευματικά και καλλιτεχνικά αγαθά. Δηλαδή αυτοί ενδιαφέρονται να δώσουν χρήματα για να μπουν σε ένα μουσείο ή να ακούσουν καλή μουσική για να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι και ας φάνε μόνο ένα σάντουιτς."
"Στη Σορβόνη λέμε τα παιδιά όλου του κόσμου έρχονται εδώ για να μάθουν κάτι, πλην των Ελλήνων, που έρχονται για να μάθουν όλα σε όλους τους άλλους. Δυστυχώς η Ελλάδα έπαψε να είναι το κέντρο του κόσμου και να μονοπωλεί την ιστορία. Εξαιτίας των Ελλήνων. Αλλά αυτά συμβαίνουν σε όλον τον κόσμο. Κανείς άλλος λαός δεν θεωρεί ότι είναι το κέντρο του κόσμο, πλην των Ελλήνων. Νομίζουμε ότι τα κατορθώματα των αρχαίων ελλήνων είναι δικά μας. Η παρουσιολογία του παρελθόντος σημαίνει πως είσαι αβέβαιος για το μέλλον."
"Την καριέρα πως βίωσα παράλληλα με την μητρότητα. Πρώτα και πάνω από όλα ήταν η μητρότητα στη ζωή μου. Πάντα λέω πως είμαι μάνα και δασκάλα. Ούτε Πρύτανης, ούτε τίποτα άλλο."
"Καιρός να μάθουμε στα παιδιά μας πάνω από όλα την ανθρωπιά, γιατί είναι το μόνο δημιούργημα του ανθρώπου που δεν σκοτώνει, οδηγεί επίσης προς την αρετή, που είναι ακριβώς μια δεύτερη φύση που μπορούν να μάθουν τα παιδιά, να ασκούν την αρετή χωρίς θεατές και ακροατές."