Η σειρά με τίτλο «Nobu» είναι συμπαραγωγή με τις Hollywood Gang και Altimeter του Τζιάνι Νουνάρι, βρίσκεται στο στάδιο της προπαραγωγής και θα τη σκηνοθετήσει ο Ματ Τιρνάουερ («Valentino: The Last Emperor», «Studio 54»).

Ο Nobu Matsuhisa είναι πρωτοπόρος εστιάτορας και επιχειρηματίας με 47 εστιατόρια και 27 ξενοδοχεία που φέρουν το όνομα «Nobu». Ωστόσο, ο δρόμος του προς την επιτυχία ήταν απίθανος και γεμάτος εμπόδια, αντιξοότητες και τραγωδίες.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

Ο Nobu γεννήθηκε στην πόλη Σαϊτάμα της Ιαπωνίας. Ήταν μόλις οκτώ ετών όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Εκείνος και οι δύο μεγαλύτεροι αδερφοί του μεγάλωσαν με τη μητέρα τους. Ταξίδεψε πολύ στην παιδική του ηλικία και δυστυώς γνώρισε από πρώτο χέρι τι σημαίνει ένδεια και πείνα.

Όταν αποφοίτησε από το Λύκειο, ξεκίνησε να εργάζεται ως λαντζέρης στο εστιατόριο Matsue Sushi στο Τόκιο. Ήταν στο ίδιο εστιατόριο που εκπαιδεύτηκε στην τέχνη του σούσι και έγινε Μαιτρ του είδους. «Ήμουν μόλις 18 ετών και δεν ήξερα τίποτα για τα ψάρια. Ο μέντοράς μου, με δίδαξε τα βασικά. Για τα πρώτα τρία χρόνια δεν έφτιαχνα σούσι. Έπλενα τα πιάτα και καθάριζα τα ψάρια. Όμως, όταν τον ρωτούσα κάτι, πάντα μού απαντούσε. Έμαθα να είμαι υπομονετικός. Όπως και να μην πετάω τίποτα: αν αγοράσεις ένα ψάρι, θα πρέπει να εκμεταλλευτείς ακόμα και τα κόκαλα, που λέει ο λόγος» έχει πει ο σεφ σε συνέντευξή του.

Μετά από 7 περίπου χρόνια ένας πελάτης του μαγαζιού, με καταγωγή από το Περού και από την Ιαπωνία τον κάλεσε να ανοίξουν ένα εστιατόριο στο Περού. Έτσι, το 1973, σε ηλικία μόλις 24 ετών ο σεφ μετακόμισε από την Ιαπωνία στο Περού. Εκεί βέβαια δεν μπορούσε να προμηθευτεί πολλά από τα υλικά που τού ήταν απαραίτητα για το γιαπωνέζικο φαγητό του και έτσι αναγκάστηκε να αυτοσχεδιάσει κι έτσι άρχισε να διαμορφώνει το μοναδικό του στιλ συνδυάζοντας την ιαπωνική κουζίνα με στοιχεία από το Περού.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Όμως, έπειτα από τρία χρόνια το εστιατόριο έκλεισε πέρασε από την Αργεντινή, κι έπειτα από την Αλάσκα όπου άνοιξε ένα νέο εστιατόριο- το οποίο μάλιστα κάηκε μετά από 50 μέρες λειτουργίας. Κατόρθωσε όμως να αντέξει.

«Στη Νότιο Αμερική δεν πήγαν καλά τα πράγματα, γιατί χάλασε η συνεργασία μου. Προσπάθησα ξανά στην Αλάσκα και το μαγαζί… κάηκε, σκέφτηκα πραγματικά να αυτοκτονήσω. Μετά μετακόμισα στο LA όπου άνοιξα ένα μαγαζί και για δυο χρόνια δεν είχα κέρδη. Όμως, αυτές οι εμπειρίες με έκαναν πιο δυνατό και ενδυνάμωσαν την πίστη μου στην ίδια τη ζωή, στην οικογένεια, στην επιμονή. Αν δεν είχα περάσει όλα αυτά, δεν θα ήμουν αυτός που είμαι σήμερα» έχει πει και πάλι ο Nobu.

 

Το 1977 μετακόμισε στο Λος Άντζελες και εργάστηκε για τα γιαπωνέζικα εστιατόρια "Mitsuwa", όπου και γνώρισε τον ηθοποιό Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ο οποίος τον ενθάρρυνε να ανοίξει το δικό του εστιατόρια στη Νέα Υόρκη.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Όπερ και εγένετο το 1994 με τα εγκαίνια του πρώτου Nobu -ένα brand που έγινε παγκόσμια αλυσίδα και συνώνυμο της υψηλής κουζίνας, της αρμονικής συνύπαρξης πολιτισμών στον πιάτο και της μυθικής, umami νοστιμιάς της ιαπωνικής κουζίνας. Ενώ η φιλία του με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο παρέμεινε σταθερή και άνθισε, με τους δυο τους να είναι σήμερα και συνεργάτες στην εταιρία του Nobu.

 

Kεντρική εικόνα: Splash Νews- Ideal

Ακολουθήστε το Woman Toc στο Instagram