0
SHARES

Ούσα μεγάλη γλυκατζού και βέρα Θεσσαλονικιά έχω νομίζω το πλεονέκτημα να μπορώ να λέω με το χέρι στην καρδιά πως έχω ζήσει αμέτρητες τρυφερές εμπειρίες με γλυκά-έρωτες της συμπρωτεύουσας. Ιστορίες κατάδικες μου και απόλυτα βιωματικές, οι οποίες όμως πιθανότατα εκφράζουν πολλούς ακόμα ανθρώπους που έχουν πέρασει στην συμπρωτεύουσα τα παιδικά χρόνια της ζωής τους. Κι αν έπρεπε να διαλέξω τα τέσσερα καλύτερα και πιο μοναδικά γλυκά μίας, ούτως ή αλλιώς, γλυκιάς πόλης σίγουρα θα ήταν αυτά: 

Η Μαρκησία του Μίλτου

- «Το ξέρετε ότι αυτή η πάστα είναι πολύ σκληρή, έτσι δεν είναι; Δηλαδή η σοκολάτα είναι σαν παγωμένη γκανάζ και είναι πάρα πολύ γλυκιά, οπότε οφείλουμε να ενημερώσουμε τους πελάτες μας...».

Το γνωρίζω. Τρώω αυτή την πάστα μία ολόκληρη ζωή,» είπα, διακόπτοντας την ευγενική πωλήτρια στον Μίλτο της Καλαμαριάς, ένα από τα παλαιότερα και γευστικότερα ζαχαροπλαστεία της Θεσσαλονίκης. Το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο σε μία ολότελα σοκολατένια πάστα Μαρκησία, το πιο αγαπημένο μου γλυκό στον κόσμο που είναι τόσο νόστιμο και απογειωτικό μόνον εδώ. Αλήθεια, έχω δοκιμάσει Μαρκησίες σε πολλά ζαχαροπλαστεία, ανάμεσα τους αρκετά στην Θεσσαλονίκη, και μπορώ να ορκιστώ ότι αυτό το υπέροχο γλυκό είναι στα καλύτερα του μοναχά στον Μίλτο.

Το μεγάλο γαλάζιο κουτί του Μίλτου γέμιζε παραδοσιακές πάστες, από εκείνες με το παχύ, υγρό παντεσπάνι, το ποτισμένο με λικέρ και ζάχαρη, και εγώ ζητούσα πάντα μία Μαρκησία για τον δρόμο.

Όταν ήμουν μικρή σταματούσαμε εκεί με τη μητέρα μου για να πάρουμε γλυκά, πριν πάμε για επίσκεψη στα ξαδέλφια μου. Το μεγάλο γαλάζιο κουτί του Μίλτου γέμιζε παραδοσιακές πάστες, από εκείνες με το παχύ, υγρό παντεσπάνι, το ποτισμένο με λικέρ και ζάχαρη, και εγώ ζητούσα πάντα μία Μαρκησία για τον δρόμο. Την έτρωγα κάπως άτσαλα μέσα στο αυτοκίνητο. Πριν φτάσουμε στον προορισμό μας σκουπιζόμουν βιαστικά για να έχω το δικαίωμα να φάω ακόμα μία.

Ίσως κανένα άλλο ζαχαροπλαστείο στην Ελλάδα δεν είναι πιο υποτιμημένο από το ζαχαροπλαστείο του Μίλτου, κάπως παραμελημένο κάτω από το ειδικό βάρος που έχουν σπείρει τριγύρω τους θρύλοι όπως ο Τερκενλής, ο Αγαπητός ή ο Ελενίδης. Αν όμως βρεθείς στην λιγάκι μελαγχολική συμπρωτεύουσα αυτό είναι το μέρος για να δοκιμάσεις γλυκά που δεν έχεις ξαναφάει στη ζωή σου. Θα με θυμηθείς.

 

Το γεμιστό τσουρέκι του Τερκενλή

Aν η Θεσσαλονίκη ήταν χρώμα θα ήταν μαύρο. Στην καλύτερη περίπτωση γκρι. Αν ήταν φωνή θα ήταν οι ιαχές των ΠΑΟΚτζήδων στην Τούμπα πριν τα μεγάλα ντέρμπι (ζητώ συγγνώμη από τους οπαδούς των άλλων Σαλονικιώτικων ομάδων, αλλά θα ήταν). Κι αν ήταν μυρωδιά θα ήταν τα φρεσκοψημένα τσουρέκια του Τερκενλή έτσι όπως βγαίνουν από τους καυτούς φούρνους στο εντυπωσιακό κατάστημα της πλατείας Αριστοτέλους, με γέμιση ή χωρίς, σκεπασμένα με λιωμένη λευκή και άσπρη σοκολάτα ή σκέτα.

Αν η Θεσσαλονίκη ήταν μυρωδιά θα ήταν τα φρεσκοψημένα τσουρέκια του Τερκενλή έτσι όπως βγαίνουν από τους καυτούς φούρνους στο εντυπωσιακό κατάστημα της πλατείας Αριστοτέλους.

Οι επισκέπτες δεν διανοούνται να φύγουν από εδώ χωρίς ένα βεραμάν κουτάκι με αυτό το πεντανόστιμο γλύκισμα στις αποσκευές τους και οι ντόπιοι δεν μπορούν ούτε καν να σκεφτούν να πάνε προς οποιοδήποτε προορισμό χωρίς να πάρουν ένα τσουρέκι μαζί τους για να το προσφέρουν στους φίλους που πρόκειται να συναντήσουν εκεί.

Αν το σκεφτείς καλά, για εμάς του Θεσσαλονικείς, το τσουρέκι του Τερκενλή είναι κάτι σαν γλυκό «ευχαριστώ» στριμωγμένο μέσα σε ένα όμορφο, χάρτινο κουτί. Ή απλώς ένα χαριτωμένο κλείσιμο του μάτιου που θα λέει πάντοτε «Έι, εσείς εκεί κάτω! Σε μερικά πράγματα εμείς εδώ πάνω θα είμαστε πάντα καλύτεροι».

Τα τρίγωνα Πανοράματος του Ελενίδη

Στη Θεσσαλονίκη ξέρουμε από γλέντια. Τα στήνουμε εύκολα και χωρίς ιδιαίτερο λόγο ακόμα κι αν είμαστε σε μία καθιερωμένη οικογενειακή μάζωξη. Εμείς και οι πιο στενοί συγγενείς μας.

Ένα Πάσχα, πριν πολλά χρόνια, έγινε ένα τέτοιο, τεράστιο γλέντι στο σπίτι μας. Ο μπαμπάς μου έπαιζε Χατζιδάκι στην κιθάρα και ο θείος μου, που είχε μεθύσει, πετούσε χαρτοπετσέτες πάνω στο χαλί του σαλονιού. Εμείς κοιτούσαμε από το επάνω πάτωμα και γελούσαμε δυνατά, κάποια στιγμή ο θείος άρχισε να ζητάει επιτακτικά τρίγωνα Πανοράματος από τον Ελενίδη. Το σπίτι ήταν στην ανατολική Θεσσαλονίκη και το Πανόραμα ήταν μακριά, σχεδόν όλοι οι ενήλικες είχαν πιει υπερβολικά πολύ για να οδηγήσουν, η κατάσταση έμοιαζε πραγματικά αδιέξοδη.

Μεγαλώνοντας, όμως, κατάλαβα γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να είναι τρίγωνα από τον Ελενίδη και όχι από κάποιο άλλο ζαχαροπλαστείο της πόλης.

Ο υπέροχος θείος μου, όμως, συνέχιζε να φωνάζει: «Φέρτε τρίγωνα! Πάμε να πάρουμε τρίγωνα από το Πανόραμα, από τον Ελενίδη» και έτσι η μοναδική ξαδέλφη μου που είχε δίπλωμα οδήγησης ανέλαβε το δύσκολο χρέος του να πάει μέχρι το ιστορικό, το εμβληματικότερο ζαχαροπλαστείο της πόλης για να φέρει τα γλυκά. Ποτέ δεν κατάφερα να καταλάβω γιατί έπρεπε να είναι τρίγωνα από το κατάστημα του Ελενίδη στο Πανόραμα και όχι από το κατάστημα της 25ης Μαρτίου, για παράδειγμα. Μπορεί μία μέρα να θυμηθώ να τον ρωτήσω.

Μεγαλώνοντας, όμως, κατάλαβα γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να είναι τρίγωνα από τον Ελενίδη και όχι από κάποιο άλλο ζαχαροπλαστείο της πόλης. Κάποια πράγματα στη ζωή είναι απλά θέμα παράδοσης. Κάποια άλλα είναι απλά θέμα κρέμας. Και τέτοια κρέμα δεν θα βρεις πουθενά.

Τα κεράσματα του Αλεξούδα

Οι γιαγιάδες έχουν κολλήματα, είναι κοινό μυστικό αυτό. Η δικιά μου είχε τα εξής δύο: Mου έπαιρνε πάντα πιτζάμες 3 νούμερα μεγαλύτερα από το δικό μου και κάθε φορά που ερχόταν επίσκεψη μας έφερνε τα ίδια κεράσματα από τον Νίκο τον Αλεξούδα.

H καρδιά μου πάντα θα χτυπάει λιγάκι πιο γρήγορα κάθε φορά που περνάω έξω από αυτό το μαγαζί και θα λέω σαν ποιηματάκι από μέσα μου: «Γιαγιά μου, mon amour, κανείς δεν διάλεγε γλυκά πιο σοφά από εσένα».

Για πολλά χρόνια πίστευα ότι ο Νίκος ο Αλεξούδας ήταν ένας συγκεκριμένος, φανταστικός τύπος ο οποίος έφτιαχνε ολομόναχος τα γλυκά και τα τύλιγε με τα χέρια του μέσα σε χρυσά, αστραφτερά περιτυλίγματα πριν τα τοποθετήσει στα τετράγωνα κουτιά και τα δώσει στην γιαγιά μου. Μέχρι που ένα απόγευμα κατέβηκα μαζί της τα σκαλάκια προς το όμορφο ζαχαροπλαστείο της οδού Βασιλίσσης Όλγας 45, γεμάτο από χαμογελαστούς υπαλλήλους πρόθυμους να σε εξυπηρετήσουν, γεμάτο από αμέτρητα χρυσά και ασημένια περιτυλίγματα που έκρυβαν μέσα τους καριόκες, πουράκια, αμυγδαλωτά και τα περίφημα mon amour του Αλεξούδα, εκείνο το στρογγυλό γλυκάκι τσέπης τίγκα στην πραλίνα, το οποίο δεν μπορώ το περιγράψω καλύτερα γιατί από εκεί που έρχομαι εγώ όλοι το ξέρουν απλά σαν «mon amour». H καρδιά μου πάντα θα χτυπάει λιγάκι πιο γρήγορα κάθε φορά που περνάω έξω από αυτό το μαγαζί και θα λέω σαν ποιηματάκι από μέσα μου: «Γιαγιά μου, mon amour, κανείς δεν διάλεγε γλυκά πιο σοφά από εσένα».

 

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram

TAGS