0
SHARES

Η ιστορία της Σταχτοπούτας τελειώνει όταν ο όμορφος, πολύφερνος πρίγκιπας του παραμυθιού την βρίσκει ντυμένη με κουρέλια να σφουγγαρίζει το πάτωμα του σπιτιού της μητριάς της. Δοκιμάζει στο πόδι της το κρυστάλλινο γοβάκι και την παίρνει μαζί του στο παλάτι για να την κάνει γυναίκα του, λύνοντας έτσι όλα τα προβλήματα της ζωής της. Τούτο το παραμύθι δεν γεννήθηκε τον 18ο αιώνα, αλλά έχει τις ρίζες του βαθιά χαμένες μέσα στους αιώνες, εμφανιζόμενο για πρώτη φορά στην αρχαία Ελλάδα με την ονομασία «Ροδώπις». Πρόκειται για τον μύθο μίας φτωχής εταίρας που παντρεύτηκε τον βασιλιά της Αιγύπτου όταν εκείνος της χάρισε ένα ζευγάρι σανδάλια. Όλα αυτά πολύ πριν το πάρουν στα χέρια τους οι αδελφοί Γκριμ για να πλάσουν τον πιο αγαπημένο, ίσως, γυναικείο χαρακτήρα των παιδικών μας χρόνων. Μαζί με αυτόν και την ελπίδα. Ότι όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα μία μέρα θα βρεθεί αυτός που θα μας σώσει, επειδή μας αξίζει να σωθούμε. Μαζί με την ελπίδα και το γνωστό αρχέτυπο. Του άντρα που ό,τι κι αν κάνει, όποιος κι αν είναι οφείλει να γίνει ο διασώστης, αλλιώς δεν λέγεται άντρας.

Κάποιος θα μπορούσε να πει με ασφάλεια πως η εσωτερική ανάγκη της γυναίκας, στις περισσότερες κοινωνίες, να διασωθεί από κάτι ή από κάποιον είναι τόσο παλιά και πρωτόγονη όσο και η επιθυμία των ανθρώπων να πιστέψουν στην ύπαρξη ενός υπέρτατου όντος που λέγεται Θεός. Μόνο που οι μοντέρνες γυναίκες των αρχών του 20ου αιώνα ξύπνησαν ένα όμορφο πρωί νιώθοντας πραγματικά στενάχωρα μέσα στο γυαλιστερό κρινολίνο της Σταχτοπούτας. Κοίταξαν κάτω από κρεβάτι τους και δεν τις ενδιέφερε πια αν δεν έβρισκαν εκεί το γοβάκι, παρά μόνο ένα ζευγάρι, άνετες μπότες. Μερικές φορές περισσότερο λερωμένες απ' όσο έπρεπε, από τα πέρα δώθε στους δρόμους και την αγορά εργασίας. Φώναξαν για πολλά, πολέμησαν για ακόμα περισσότερα. Κι έπειτα κατέβηκαν σε συγκεντρώσεις, παίζοντας μπουνιές και κλωτσιές με την αστυνομία. Κάποιες από αυτές έγραψαν ποιήματα και θαυμάσια βιβλία και εν τέλει νίκησαν για να έχουμε σήμερα εγώ και εσύ το δικαίωμα να ψηφίζουμε και να εκλεγόμαστε και να απολαμβάνουμε μισθούς ίδιους και απαράλλακτους με εκείνους των αντρών. Αφού έτσι είναι και το γνωρίζουμε όλοι, γιατί υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά;

Τούτο το παραμύθι δεν γεννήθηκε τον 18ο αιώνα, αλλά έχει τις ρίζες του βαθιά χαμένες μέσα στους αιώνες, εμφανιζόμενο για πρώτη φορά στην αρχαία Ελλάδα με την ονομασία «Ροδώπις».

 

Είμαστε ακόμα εδώ και μιλάμε με τα ίδια στερεότυπα. Καθόμαστε σε στρογγυλά τραπεζάκια υπαίθριων καφέ με φίλους και αφηγούμαστε εκείνη τη φορά που κάποιος μας φλέρταρε λίγο πιο έντονα στο κλαμπ, εκείνη τη μέρα που ένας συνάδελφος έτυχε να πάρει προαγωγή πριν από εμάς, εκείνο το μεσημέρι που ένας εκνευρισμένος, βιαστικός τύπος μας είπε να πάμε να πλύνουμε κάνα πιάτο επειδή δυσκολευόμασταν να παρκάρουμε. Κι έπειτα θυμόμαστε εκείνο το ελαφρώς απεριποίητο αγόρι από τη γειτονιά που μας είχε ερωτευτεί, αλλά τον απορρίψαμε, παρόλο που μας άρεσε, επειδή δεν είχε καλή δουλειά και αυτοκίνητο. Ή εκείνο το καταστροφικό ραντεβού που βγήκαμε την περασμένη εβδομάδα με κάποιον που έμοιαζε συμπαθέστατος αλλά δεν κέρασε το ποτό - «μην μπλέξεις με άντρα που δεν πληρώνει στο πρώτο ραντεβού, φιλενάδα,» είπε η κολλητή και νιώσαμε ανακουφισμένες που πράξαμε το σωστό.

Από την Σταχτοπούτα των Γκριμ μέχρι τα σημερινά στερεότυπα ένα τσιγάρο δρόμος. Τα δικά μας στερεότυπα που θέλουν τους άντρες ευκατάστατους κουβαλητές, με γρήγορο αμάξι που έρχεται να μας παραλάβει στις 9 ακριβώς (η γυναίκα αργεί, ο άντρας ποτέ) κάτω από το σπίτι. Που πληρώνει τα πάντα στο πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο ραντεβού και ξοδεύει μία περιουσία για ένα τριήμερο στη Ρώμη, γιατί αλλιώς ποιος ο λόγος να του δοθούμε και να τον αγαπήσουμε; Τα στερεότυπα των νέων μαμάδων που τρέμουν στην ιδέα να παίξει ο γιος τους με κούκλες ή με κουζινικά μην τυχόν και γίνει ομοφυλόφιλος λες και οι σεξουαλικές προτιμήσεις των ατόμων δεν είναι κάτι με το οποίο γεννιέται κανείς, αλλά κάτι που το παθαίνεις αν πιάσεις στα χέρια σου πλαστικό τηγάνι ή κατσαρόλα. Ή λες κι αν ο γιος σου είναι ομοφυλόφιλος αποτελεί συνθήκη τραγική, σα να είναι τεμπέλης ή μικρόψυχος ένα πράγμα.

Θυμόμαστε εκείνο το ελαφρώς απεριποίητο αγόρι από τη γειτονιά που μας είχε ερωτευτεί, αλλά τον απορρίψαμε, παρόλο που μας άρεσε, επειδή δεν είχε καλή δουλειά και αυτοκίνητο.

Από τις Σουφραζέτες του 1910 μέχρι τη σύγχρονη γυναίκα που φωνάζει ότι δεν περιμένει να διασωθεί πολύ πιο δυνατά απ' ότι το εννοεί, ένας αχανής αυτοκινητόδρομος ίσος με όλη την καπνοβιομηχανία του Καρέλια. Κι όσο τα θηλυκά μας στερεότυπα παραμένουν πάντα ζωντανά πώς γίνεται να προσδοκούμε να πεθάνουν εκείνα των άλλων; Πόσο παράλογο φαντάζει να απαιτείς από κάποιον να πάψει να σε κοιτάει στα μάτια, βλέποντας στερεοτυπικά κουτάκια που ενδεχομένως να μην έχουν καμία σχέση με το ποιον και τον χαρακτήρα σου, την στιγμή που εσύ κάνεις ακριβώς το ίδιο. Ίσως τώρα, περισσότερο από ποτέ, να υπάρχει η ανάγκη να χαθούμε στα λόγια της Βιρτζίνια Γουλφ από το σπουδαίο «Ένα Δικό της Δωμάτιο» του 1929 (Eκδόσεις Μεταίχμιο). «Αν αντιμετωπίσουμε το γεγονός, γιατί είναι γεγονός, ότι δεν υπάρχει μπράτσο να πιαστούμε, αλλά ότι προχωράμε μόνες και ότι η σχέση μας είναι με τον κόσμο της πραγματικότητας και όχι με τον κόσμο των ανδρών και των γυναικών, τότε θα υπάρξει η ευκαιρία και η νεκρή ποιήτρια που ήταν η αδελφή του Σαίξπηρ θα ανακτήσει το σώμα που τόσες φορές θυσίασε».

Aκολουθήστε τo WomanToc στο Instagram

TAGS