0
SHARES

Φράσεις της νεοελληνικής γλώσσας που περιλαμβάνουν δοτική πτώση

  • αβρόχοις ποσί(ν)= (με άβρεχτα πόδια), άκοπα ή χωρίς ζημιά, χωρίς να κοστίσει τίποτα

Πέρασε το μάθημα αβρόχοις ποσίν.

  • αιτία= λόγω, εξαιτίας

Φράσεις: αιτία θανάτου, αιτία δωρεάς

Του χορηγήθηκε σύνταξη αιτία θανάτου.

  • άμα τη αφίξει= με την άφιξη, τη στιγμή της άφιξης

Άμα τη αφίξει του Προέδρου, συνέβη το απρόοπτο.

  • άμα τη εμφανίσει, επί τη εμφανίσει= με την εμφάνιση, μόλις εμφανιστεί ή μόλις εμφανίστηκε

= με την εμφάνιση, μόλις το εμφανίσει (επιδείξει) κανείς

  • Πληρωτέαι επί τη εμφανίσει (σε χαρτονομίσματα) = (δραχμές) που πρέπει να καταβληθούν με την επίδειξη (του χαρτονομίσματος).
  • ανάγκα= στην ανάγκη

ανάγκα και θεοί πείθονται.

  • ανωτέρα βία = λόγω ανωτέρας βίας, από απροσδόκητο γεγονός (που ξεφεύγει από τον έλεγχό μας)
  • αστυνομική συνοδεία= συνοδευόμενος από αστυνομικό ή αστυνομικούς

Ο υπόδικος έφτασε στην αίθουσα αστυνομική συνοδεία

  • άφες αυτοίς= συγχώρησέ τους, μεταφορικά: άστους, μην τους δίνεις σημασία
  • Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι = Πατέρα συγχώρησέ τους γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν (από το Ευαγγέλιο)
  • άφες ημίν τα οφειλήματα ημών= συγχώρησέ μας τις αμαρτίες μας

(Από την κυριακή προσευχή, το «πάτερ ημών»)

βάσει, επί τη βάσει= με βάση, βασιζόμενος σε, σύμφωνα με

Όλα έγιναν βάσει κανονισμού.
Δεν μπορείς να τα εξετάζεις όλα επί τη βάσει του δικού σου συμφέροντος.

  • γαία πυρί μιχθήτω= (ας αναμειχθεί χώμα και φωτιά), ας γίνει ό,τι θέλει, ας γίνει ό,τι να' ναι, μου (σου, του,...) είναι εντελώς αδιάφορο, αδιαφορώ (-είς, ...) πλήρως!

Ας κάνεις εσύ αυτό που θέλεις, και όσο για τους άλλους γαία πυρί μιχθήτω!

  • γνωστόν τοις πάσι, τοις πάσι γνωστόν= σε όλους γνωστό, πασίγνωστο (πας, παντός, παντί, πάντα, πας, πάντες, πάντων, πάσι, πάντας, πάντες)

Αυτό που λες είναι γνωστόν τοις πάσι.

  • γυναιξί = στις γυναίκες
  • Γυναιξί κόσμον η σιγή φέρει = Η σιωπή είναι στολίδι στις γυναίκες (Σοφοκλής).

Βλέπε και: συν γυναιξί και τέκνοις

  • δαπάνη, δαπάναις= με δαπάνη, με δαπάνες, με έξοδα

Η διανυκτέρευση των επιβατών σε ξενοδοχείο έγινε δαπάναις της Ολυμπιακής

  • δημοσία= δημοσίως

Το να είσαι φοροφυγάς δεν είναι και κατόρθωμα για να το δηλώνεις δημοσία...

  • δημοσία δαπάνη= με δημόσια δαπάνη, με έξοδα του δημοσίου

Η κηδεία του μεγάλου ποιητή έγινε δημοσία δαπάνη

  • δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω= δικηγόρος στον Άρειο Πάγο

Είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω

  • δόξα πατρί= δόξα στον πατέρα (Θεό)
  • δοξαπατρί = μέτωπο

1) Δόξα πατρί και υιώ και αγίω πνεύματι = Δόξα στον Πατέρα και στον Υιό και στο ¶γιο Πνεύμα (από τη θεία λειτουργία)
2) Έφαγε μια γροθιά στο δοξαπατρί και είδε τον ουρανό σφοντύλι!.

  • δόξα σοι= δόξα σε σένα

1) Δόξα σοι Κύριε δόξα σοι = Δόξα σε σένα Κύριε δόξα σε σένα
2) Δόξα σοι ο Θεός = (Δόξα σε σένα Θεέ), δόξα νά ‘χει ο Θεός, δόξα τω Θεώ
3) Δόξα σοι τω δείξαντι το φως = Δόξα σε σένα που έδειξες το φως
(από τη θεία λειτουργία)

  • δόξα τω Θεώ= δόξα να έχει ο Θεός

Δόξα τω Θεώ είμαστε όλοι καλά.

  • δος ημίνσήμερον= δώσε μας σήμερα (Από την Κυριακή προσευχή)

τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον = δώσε μας το ψωμί το καθημερινό.

  • δυνάμει= σύμφωνα με

Ο πολίτης έχει αυτό το δικαίωμα δυνάμει του νόμου (= όπως απορρέει από την ισχύ του νόμου).

  • δυνάμει, εν δυνάμει= δυνητικός, δυνητικά

Κάθε πολίτης είναι (εν) δυνάμει μέλος της Ενωσης Καταναλωτών

  • ειρήνη υμίν= (ειρήνη σε σας, φράση του Ευαγγελίου) = σταματήστε να τσακώνεστε ή να διαφωνείτε.

Παιδιά σταματήστε! Ειρήνη υμίν!

  • Ειρήσθω εν παρόδωεν παρόδω = (σε πάροδο) = σε παρένθεση, παρενθετικά
  • Ειρήσθω εν παρόδω (= ας λεχθεί παρενθετικά).

Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο περί ου ο λόγος είναι και μέλος του κόμματος. (είρημαι: παθητικός παρακείμενος του λέγω, προστακτική: είρησο, ειρήσθω, ...)

  • έκαστος εφ' ω ετάχθη= Ο καθένας (εκεί όπου παρατάχθηκε) πρέπει να κάνει αυτό που ανέλαβε (ή αυτό που έχει χρέος να κάνει)

- Γιώργο, απορώ πώς τα βγάζεις πέρα με ένα τέτοιο έργο. Εγώ θα τα παρατούσα αμέσως!..- Τι να κάνουμε φίλε μου, έκαστοςεφ'ω ετάχθη.

  • ελαφρά τη καρδία= χωρίς βάθος, χωρίς σοβαρή σκέψη, επιπόλαια

Πρέπει να αντιμετωπίζεις τις καταστάσεις με περίσκεψη και όχι ελαφρά τη καρδία

  • ελαφρά τη συνειδήσει= με ελαφριά τη συνείδηση, χωρίς τύψεις

Τον απέλυσε έτσι απλά. Ελαφρά τη συνειδήσει.

  • ελέω Θεού= με την ευσπλαχνία του Θεού, με τη χάρη του Θεού

Ο βασιλιάς βασιλεύει ελέω Θεού.

  • ελλείψει= με έλλειψη, λόγω έλλειψης

Το έργο σταμάτησε ελλείψει κονδυλίων

  • εν (πλήρει) συγχύσει= σε πλήρη σύγχυση

Συνάντησα έναν Κώστα εν πλήρει συγχύσει.

  • εν αγαστήσυμπνοία= με θαυμαστή συμφωνία

Στο τέλος, κομματικοί φίλοι κι αντίπαλοι, εν αγαστή συμπνοία, διασκέδασαν όλοι μαζί στο καφενείο του χωριού.

  • εν αγνοία= (σε άγνοια) = χωρίς γνώση

Όλα έγιναν εν αγνοία μου

  • εν αδίκω = σε άδικο
  • εν δικαίω= σε δίκαιο

Είμαι εν αδίκω = έχω άδικο. Είμαι εν δικαίω = έχω δίκιο

Έχω τη γνώμη ότι αυτή τη φορά εσύ είσαι εν αδίκω.

  • εν αμύνη= σε άμυνα

Πυροβόλησε εν αμύνη.

  • εν αμφιβόλω= σε αμφιβολία

Θέτω εν αμφιβόλω τους ισχυρισμούς σου (ΑΕ: τίθεμαι ες αμφίβολον).

  • εν ανάγκη= στην ανάγκη, αν χρειαστεί

Κλείνουμε τώρα μια συγκεκριμένη ημερομηνία και εν ανάγκη την αλλάζουμε.

  • εν αναμονή= σε αναμονή, αναμένοντας, περιμένοντας

Είμαστε εν αναμονή εξελίξεων = Αναμένουμε εξελίξεις

  • εν αφθονία= σε αφθονία, αφθόνως, άφθονος


Στο περιβόλι υπάρχουν φρούτα εν αφθονία.

  • εν αντιθέσει (προς)= σε αντίθεση (με)

Ο Γιώργος είχε αντιρρήσεις, εν αντιθέσει προς εμένα που συμφώνησα απόλυτα.

  • εν φάσει= σε φάση, με την ίδια φάση (στην Κυματική για κύματα και στην Ηλεκτρονική για σήματα)

Κατά τη συμβολή δυο καθαροτονικών ηχητικών κυμάτων έχουμε ενίσχυση όταν αυτά είναι εν φάσει.

  • εν απαρτία= σε απαρτία = με αριθμό παρόντων ίσο ή μεγαλύτερο από εκείνον που απαιτείται κατ' ελάχιστον για τη λήψη έγκυρης απόφασης (σε συνέλευση ενός οργάνου)
  • εν αποστρατεία= σε αποστρατεία, απόστρατος

Είναι στρατηγός εν αποστρατεία.

  • εν αποσυνθέσει= σε αποσύνθεση

Βρέθηκε ένα πτώμα εν αποσυνθέσει

  • εν απουσία= κατά την απουσία

Η όλη ενέργεια εξελίχθηκε εν απουσία μου.

  • εν αρχή εν τέλει, εντέλει= στην αρχή, καταρχήν, καταρχάς

Εν αρχή ην ο λόγος ... (από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο)
«Εν αρχή, λοιπόν, το ανθρώπινο δυναμικό...» (ΒΗΜΑ/Τουρισμός/Β11, Κυριακή 19-5-02).

Εν τέλει, αποδέχθηκε την ήττα του. Εντέλει, θά ‘ρθεις ή όχι;

  • εν αταξία, εν τάξει, εντάξει= σε αταξία, όχι σωστά ή κανονικά = σε τάξη, σωστά, κανονικά

Εγώ είμαι εντάξει. Αυτός που είναι εν αταξία είσαι εσύ.

  • εν αχρηστία, εν χρήσει= σε αχρηστία = σε χρήση

Η μέθοδος αυτή έχει, πλέον, περιπέσει σε αχρηστία.

  • εν βρασμώψυχής= σε ψυχική ταραχή, σε σύγχυση

Διέπραξε το έγκλημα εν βρασμώψυχής.

  • εν γένει= γενικά

Ο καιρός της Αττικής είναι, εν γένει, αίθριος.

  • εν γνώσει= σε γνώση, γνώστης, ξέροντας, γνωρίζοντας

Είμαι εν γνώσει των συνεπειών των ενεργειών μου.

  • εν δήμω= στο δήμο, δημοσίως
  • Τα εν οίκω μη εν δήμω = τα ενδοοικογενειακά μην τα κοινολογείς {μην τα κάνεις βούκινο}!
  • εν διαστάσει= σε διάσταση, σε διακοπή της συμβίωσης

Το ζεύγος θα είναι εν διαστάσει ώσπου να βγει το διαζύγιο.

  • εν διεγέρσει, εν ηρεμία= σε διέγερση, ενεργός = σε ηρεμία, ανενεργός

Ο ηλεκτρονόμος (ή ρωστήρας) είναι ρυθμιστική ηλεκτρονική διάταξη που μπορεί να είναι εν ηρεμία ή εν διεγέρσει, ανάλογα με το αν διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα ή όχι. Ηφαίστειο εν ηρεμία.

  • εν δικαίω, εν αδίκω= σε δίκαιο = σε άδικο
  • Είμαι εν αδίκω = έχω άδικο. Είμαι εν δικαίω = έχω δίκιο.

Το δικαστήριο θα κρίνει ποιος είναι εν δικαίω και ποιος εν αδίκω.

  • εν διωγμώ= σε διωγμό, σε καταδίωξη

Ευνοούνταν μόνο οι ομοϊδεάτες του? όλοι οι υπόλοιποι ήταν εν διωγμώ.

  • εν δράσει= σε δράση, ενεργός

Ολη η ομάδα εν δράσει!

  • εν δυνάμει, δυνάμει= δυνητικός, δυνητικά

Κάθε πολίτης είναι (εν) δυνάμει μέλος της Ένωσης Καταναλωτών

  • εν εγρηγόρσει εν υπνώσει,

= στον ξύπνο, ξυπνητά
= σε ύπνωση, στον ύπνο, υπνωτισμένα
Εν υπνώσει αποκαλύπτονται περισσότερα από όσα εν εγρηγόρσει

  • εν είδει= με τη μορφή, σαν, ως (είδος=μορφή)

Η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο εν είδει στρόβου (= σαν σβούρα)

  • εν ειρήνη= σε ειρήνη, ειρηνικά, με ειρήνη

Πορεύου εν ειρήνη = προχώρα ειρηνικά, πήγαινε με γαλήνη στην ψυχή (από το Ευαγγέλιο)

εν εκκλησίαις= σε εκκλησίες, σε συναθροίσεις

Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν (από τη Θεία λειτουργία).

  • εν εκτάσει,

εν περιλήψει= σε έκταση, εκτεταμένα
= σε περίληψη, περιληπτικά

Στην έκθεση περιγράφεται το συμβάν καταρχήν ενπεριλήψει και στη συνέχεια εν εκτάσει

  • εν Ελλάδι= στην Ελλάδα
  • εν εναντίαπεριπτώσει= σε ενάντια περίπτωση, σε αντίθετη περίπτωση, αντιθέτως

Εν εναντία περιπτώσει, θα έχουμε σύγκρουση

  • εν ενεργεία= σε ενεργό υπηρεσία {όχι σε παύση, όχι σε σύνταξη}

Είναι ακόμα εν ενεργεία, ενώ εγώ πήρα σύνταξη

  • εν ενί λόγω= με μια λέξη, συνοπτικά

Εν ενί λόγω, αποτυχία.

  • εν ενί στόματι= με ένα στόμα, όλοι μαζί

Απάντησαν ταυτόχρονα εν ενί στόματι.

  • εν εξάλλω καταστάσει= σε έξαλλη κατάσταση, έξαλλος, έξω φρενών

Είδα έναν Πέτρο εν εξάλλω καταστάσει? με το ζόρι τον κρατούσαν να μην ορμήσει και τα κάνει όλα γυαλιά καρφιά.

  • εν εξάρσει= σε έξαρση, σε έντονη κλιμάκωση, σε φούντωμα

Ο εθνικισμός και η ξενοφοβία είναι εν εξάρσει και σήμερα.

  • εν εξελίξει= σε εξέλιξη

Το φαινόμενο είναι ακόμα εν εξελίξει.

  • εν εσχάτη ανάγκη= σε έσχατη ανάγκη, σε τελευταία ανάγκη
  • εν εσχάτη περιπτώσει= σε έσχατη περίπτωση, σε τελευταία περίπτωση
  • εν έτει= στο έτος, τη χρονιά

Εν έτει 2002 γίνονται τέτοια πράγματα!

  • εν ευθέτωχρόνω= (σε εύθετο χρόνο) = σε κατάλληλο χρόνο, αργότερα

Θα ασχοληθούμε και με αυτό εν ευθέτωχρόνω

  • εν ευθυμία= σε ευθυμία

Όταν πήγα εγώ, η παρέα ήδη τελούσε εν ευθυμία.

  • εν εφεδρεία= σε εφεδρεία

Μετά την απόλυσή του ο στρατιώτης τελεί εν εφεδρεία για πολλά χρόνια, η κατάσταση της οποίας ενδεικνύεται από το χρώμα του απολυτηρίου του.

  • εν ζωή= στη ζωή, όντας ζωντανός

Είναι εφτά αδέρφια, όλα εν ζωή.
Έκαμε το κτήμα δωρεά εν ζωή στα παιδιά του

  • εν η περιπτώσει, εν περιπτώσει= σε περίπτωση που, αν τύχει και, αν συμβεί να

Εν η περιπτώσει εμφανιστεί ο Γιώργος, τί κάνουμε;

  • εν ηρεμία

εν διεγέρσει= σε ηρεμία, ανενεργός
= σε διέγερση

Ο ηλεκτρονόμος (ή ρωστήρας) είναι ρυθμιστική ηλεκτρονική διάταξη που μπορεί να είναι εν ηρεμία ή εν διεγέρσει, ανάλογα με το αν διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα ή όχι. Ηφαίστειο εν ηρεμία.

  • εν θαλάσση= στη θάλασσα
  • εν θερμώ
  • εν ψυχρώ

= σε θερμή κατάσταση (με παροχή θερμότητας)
= σε έξαψη (όχι ψύχραιμα)

= ψύχραιμα και χωρίς κανένα δισταγμό
= σε ψυχρή κατάσταση

Αντίδραση με θειικό οξύ εν θερμώ.
Μην παίρνεις ποτέ αποφάσεις εν θερμώ.
Τον εκτέλεσε εν ψυχρώ.

  • εν ισχύι= σε ισχύ, σε εφαρμογή, ισχύων (ισχύουσα, ισχύον)

Κάθε κοινοτικό νομοθέτημα τίθεται επίσημα εν ισχύι σε κάθε κράτος μέλος (της Ευρωπαϊκής Ένωσης), με την έκδοση αντίστοιχου εναρμονιστικού εθνικού νομοθετήματος.

  • Το εν ισχύι νομικό καθεστώς (= το ισχύον νομικό καθεστώς).
  • εν καιρώ= αργότερα, κάποτε (στο μέλλον)

Θα τα πούμε εν καιρώ.

  • εν καιρώ ειρήνης,

εν καιρώ πολέμου

= σε καιρό ειρήνης, σε περίοδο ειρήνης, στην ειρήνη

= σε καιρό πολέμου, σε περίοδο πολέμου, στον πόλεμο.

  • εν καιρώ τωδέοντι= όταν θα έρθει η κατάλληλη στιγμή

Το ζήτημα που έθεσες θα συζητηθεί εν καιρώτωδέοντι.

  • εν καταδύσει= σε κατάδυση, βυθισμένος

Το υποβρύχιο διάσχισε τη διώρυγα εν καταδύσει.

  • εν κατακλείδι= τελειώνοντας, κλείνοντας

(κατακλείδα = τελευταίο μέρος του λόγου, επίλογος)

Εν κατακλείδι, όπως έχουν τα πράγματα, η λύση είναι δύσκολη.

  • εν κενώ= σε κενό (αέρος), απουσία αέρος

= χωρίς φορτίο, χωρίς φόρτο (τεχνολογία)

Ηλεκτρική εκκένωση εν κενώ.
Η μηχανή κάνει περισσότερο θόρυβο όταν λειτουργεί υπό φορτίο από όσον όταν λειτουργεί εν κενώ.

  • εν κινδύνω= σε κίνδυνο, κινδυνεύοντας

θέτω εν κινδύνω = θέτω σε κίνδυνο, διακινδυνεύω

Όχι μόνο η φύση, αλλά και η ανθρώπινη φύση σήμερα είναι εν κινδύνω.
Με αυτόν τον τρόπο θέτεις ενκινδύνωτη σωματική σου ακεραιότητα.

  • εν κινήσει= σε κίνηση

Δεν πρέπει να μετακινούνται οι επιβάτες όταν το όχημα είναι ενκινήσει.

  • εν κρυπτώ= κρυφά, στα κρυφά

εν κρυπτώ και παραβύστω = απόκρυφα και μυστικά (παράβυστος = απόμερος, απόκρυφος, μυστικός)

Ούτε που το πήρε κανένας είδηση. Όλα έγιναν εν κρυπτώ και παραβύστω.

  • εν λειτουργία= σε λειτουργία

Όλος ο εξοπλισμός είναι εν λειτουργία.

  • εν λευκώ= (με λευκή - ανύπαρκτη - δέσμευση) = ελεύθερα, χωρίς κανέναν περιορισμό, χωρίς όρους

Σε εξουσιοδοτώ εν λευκώ να χειριστείς το θέμα όπως νομίζεις

  • εν λόγω= ο περί ου ο λόγος, ο υπόψη

ο εν λόγω υπάλληλος είναι σε κανονική άδεια

  • εν μέρει

εν όλω,
εν συνόλω,
εν τω συνόλω
= ως μέρος, μερικώς
= ως σύνολο, συνολικά

Πρέπει να αντικατασταθεί η Ομάδα, εν όλω ή εν μέρει.
Έχεις εν μέρει δίκιο.

  • εν μέση οδώ= στη μέση του δρόμου, καταμεσής του δρόμου
  • εν μέσω, εν τω μέσω= στη μέση, ανάμεσα σε, μέσα σε, περιστοιχιζόμενος από

Με τέτοιο πόλεμο που το έκαναν αισθανόταν σαν πρόβατοεν μέσωλύκων. κατάβηκε από το αεροπλάνο και προχώρησε εν μέσω επευφημιών και χειροκροτημάτων. Χαιρέτησε εν μέσω ζητωκραυγών. Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός (τροπάριο).

  • εν μέτρω= με μέτρο, με περίσκεψη, λελογισμένως

Παρακαλώ, όλες οι εκδηλώσεις σας να είναι εν μέτρω? χωρίς τυμπανοκρουσίες και υπερβολές.

  • εν μιά νυκτί= μέσα σε μια νύχτα, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα

Άλλαξε γνώμη εν μιά νυκτί (Σχόλιο: το «μιά» παίρνει τόνο γιατί είναι δισύλλαβο)

  • εν οίκω= μέσα στο σπίτι, στο σπίτι
  • Τα εν οίκω μη εν δήμω.= τα ενδοοικογενειακά μην τα κοινολογείς {μην τα κάνεις βούκινο}!
  • εν ολίγοις= με λίγα λόγια (Εν ολίγοις, αυτά είχα να πω).
  • εν όλω, εν μέρει= ως σύνολο, συνολικά = ως μέρος, μερικώς

Πρέπει να αντικατασταθεί η Ομάδα, εν όλω ή εν μέρει.
Έχεις εν μέρει δίκιο.

  • εν ομονοία= με ομόνοια, μονοιασμένοι, με συμφιλίωση, συμφιλιωμένοι

Οι διαλεγόμενοι συζητούσαν ήρεμα εν ομονοία και συναινέσει.

  • εν ονόματι= στο όνομα, βάσει, δυνάμει

Εν ονόματι του νόμου, ανοίξτε!

  • εν όσω = ενόσω = εφόσον, για όσο

Ενόσω ήσουν εσύ παρών, δεν είχα πρόβλημα.

  • εν ουδεμιά περιπτώσει= σε καμιά περίπτωση δεν, ποτέ δεν

Μην το συζητάς. Εν ουδεμιά περιπτώσει θα υποκύψω

  • εν όψει= εν αναμονή, σε αναμονή, περιμένοντας

= σε θέση ορατότητας

Γυαλίσαμε το σύμπαν εν όψει της επιθεώρησης του στρατηγού.

  • επί ματαίω= για μάταιο πράγμα, για ασήμαντο πράγμα/λόγο/αιτία

Ου λήψει όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω = Μη χρησιμοποιήσειςτο όνομα του Κυρίου του Θεού σου για ασήμαντα πράγματα (η τρίτη από τιςδέκα εντολές)

  • επί μέτρω= με μέτρα, με μέτρηση, στα μέτρα

Ράβονται κουστούμια επί μέτρω.

  • επί μισθώ= με μισθό, με μηνιαία αποζημίωση

Προσελήφθη επί μισθώ στο πολιτικό γραφείο του βουλευτή.

  • επί μοιχεία= για μοιχεία, για το αδίκημα της μοιχείας

Μετά την αποδεδειγμένη συζυγική απιστία του, η γυναίκα του έκαμε αγωγήδιαζυγίου επί μοιχεία.

  • επί παραγγελία= με παραγγελία (όχι έτοιμο)

Όλα τα έπιπλα έγιναν επί παραγγελία.

  • επί παραδείγματι= για παράδειγμα, παραδείγματος χάρη (π.χ.),λογου χάρη (λ.χ.)

Ο Γιώργος, επί παραδείγματι, είναι φοβερός στην ανεκδοτολογία.

  • επί πίνακι= (στο πιάτο) (Από το αίτημα της Σαλώμης γιατον αποκεφαλισμό του Ιωάννου του Προδρόμου, έναντι του «χορού των επτάπέπλων» που της ζήτησε ο Ηρώδης να χορέψει μπροστά του)

Ζητώ την κεφαλήν κάποιου επί πίνακι = Ζητώνα τιμωρηθεί ή να πάθει κακό κάποιος (κυρίως ως αντάλλαγμα για κάτι άλλο,π.χ. για κάποια εξυπηρέτηση)

  • επί πιστώσει= με πίστωση (όχι τοις μετρητοίς), με δικαίωμαπληρωμής στο μέλλον

Πουλώ επί πιστώσει. Αγοράζω επίπιστώσει.

  • επί πληρωμή= με πληρωμή (όχι δωρεάν)

Το προϊόν είναι διαθέσιμο στον καθένα επί πληρωμή.

  • επί ποινή= με ποινή (ακολουθεί το είδος της ποινής)

Σε καιρό πολέμου απαγορεύεται η λιποταξία επί ποινή θανάτου.

  • επί πτυχίω= στο πτυχίο (μένει ακόμα το πτυχίο)

Είναι φοιτητής επί πτυχίω (έχει τελειώσει την φοίτησήτου και δεν έχει τελειώσει τις πτυχιακές εξετάσεις).

  • επί σκοπώ= με σκοπό
  • επί συμβάσει= με σύμβαση

Τελευταία έχουν προσληφθεί πολλοί επί συμβάσει.
Δεν είναι μόνιμος. Είναι επί συμβάσει ορισμένου χρόνου

  • ιδία δαπάνη, ιδίαις δαπάναις= με δική μου (σου, του, ...) δαπάνη, με δικάμου έξοδα

Προμηθεύτηκα το βιβλίο ιδία δαπάνη.

  • ιδία δυνάμει, ιδίαις δυνάμεις= (με ίδια δύναμη), με τη δική του δύναμη, μετις δικές του δυνάμεις
  • ιδία ευθύνη= (με ίδια ευθύνη), με δική μου (σου, του, ...) ευθύνη

Ο καθένας αποφασίζει ιδία ευθύνη αν θα προχωρήσει ή ανθα σταματήσει.

  • ιδία πρωτοβουλία= (με ίδια πρωτοβουλία), με δική μου (σου, του,...) πρωτοβουλία

Εφάρμοσε στην πράξη τη νέα μέθοδο ιδία πρωτοβουλία.

  • ιδία υπαιτιότητι= (με ίδια υπαιτιότητα), με δική μου (σου, του,...) υπαιτιότητα

Ό,τι έπαθε το έπαθε ιδία υπαιτιότητι.

  • προφάσεις εν αμαρτίαις= προσχήματα για δικαιολόγηση παραλείψεων ήανεπίτρεπτων ενεργειών (αμαρτία = σφάλμα, παράπτωμα και ιδιαίτερα θρησκευτικό)

Ένα είναι το γεγονός: ότι ο ασθενής αφέθηκε αβοήθητος. Οι όποιες εκτων υστέρων δικαιολογίες είναι προφάσεις εν αμαρτίαις.

  • συν Αθηνά= μαζί με την Αθηνά, εκτός από την Αθηνά

Συν Αθηνά και χείρα κίνει = (Εκτός από την Αθηνά κούνακαι τα χέρια σου) = Εκτός από το να επικαλείσαι βοήθεια άνωθεν πρέπει νακαταβάλεις και τις απαιτούμενες προσωπικές προσπάθειες

  • τω αγνώστω θεώ= στον άγνωστο θεό

Στην αρχαία Αθήνα υπήρχε στήλη με την αφιέρωση «τω αγνώστω θεώ».

  • τω καιρώ εκείνω= τότε στα παλιά τα χρόνια (από τη γνωστή εναρκτήριαφράση του Ευαγγελίου)

Τω καιρώ εκείνω ο δάσκαλος με τη βέργα του ήταν πιο πολύθηριοδαμαστής παρά δάσκαλος

  • τω κομιστή= (εις τον κομίζοντα, εις τον φέροντα) = σ'αυτόν που το κρατά

Γραμμάτιο πληρωτέο τω κομιστή.

  • τω όντι, τωόντι και τώντις= όντως, πράγματι, πραγματικά

Η κατάσταση είναι τωόντι πολύ σοβαρή.

Βλέπε και πράγματι, τη αληθεία.

  • τω πνεύματι= κατά το πνεύμα
  • πτωχός τω πνεύματι = ταπεινός
  • Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι = ευτυχισμένοι οι ταπεινοί(από τους «Μακαρισμούς» του Ευαγγελίου)
  • υπαιτιότητι= από υπαιτιότητα, εξαιτίας

Ολα έγιναν υπαιτιότητί μου.

  • φύσει= εκ φύσεως, από τη φύση του, λόγω της φύσηςτου
Φωτό: Les Anderson / Unsplash

*Τα στοιχεία της σελίδας αυτής αντλήθηκαν, κατά το σημαντικότερο μέρος τους, από τις σελίδες του ηλεκτρονικού περιοδικού Ορόγραμμα της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ).

Πηγή: teicrete.gr

TAGS