0
SHARES

«Η αγάπη δίνει αξία και ανάστημα σε πράγματα χυδαία και ανάξια και μικρά» λέει η Ελένη στο Όνειρο Θερινής Νύχτας του Σαίξπηρ, υποδεικνύοντας τη λύση. Τη μόνη λύση. Η τριάδα των γυναικών, ταλαντούχα και εντυπωσιακή: Η σοπράνο Μάιρα Μηλιοδάκη, η μέτζο σοπράνο Θεοδώρα Μπάκα και η Κορίνα Βουγιούκα στην κιθάρα, ορίζουν το τέμπο του βραδιού. Μια παράσταση βασισμένη σε αποσπάσματα και ιστορίες ηρωίδων του Άγγλου δραματουργού.

Μέσα στο σαλόνι της οικίας Κατακουζηνού η ιστορία επαναλαμβάνεται σε λούπα. Χτες, σήμερα, αύριο, για πάντα. Αρκεί οι λέξεις να έχουν βάρος, ενώ είναι ελαφριές σαν πούπουλο. Αρκεί οι λέξεις να διατυμπανίζουν, ησύχως, τη φωτεινή σκέψη.

Ο Άγγελος και η Λητώ Κατακουζηνού ανήκαν στην πνευματική ελίτ της εποχής τους, τη λεγόμενη γενιά του ‘30.

«Ο Άγγελος και η Λητώ Κατακουζηνού ανήκαν στην πνευματική ελίτ της εποχής τους, τη λεγόμενη γενιά του ‘30, και λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως πρεσβευτές του σύγχρονου Ελληνικού πολιτισμού στο εξωτερικό αλλά και ως εισηγητές των διεθνών τάσεων στην Ελληνική πραγματικότητα» εξηγεί η Σοφία Πελοποννησίου-Βασιλάκου, μουσειολόγος και επιμελήτρια της Οικίας Κατακουζηνού.

Ο Άγγελος γεννήθηκε το 1902 στο Ρέμα, Βατούσα στη Λέσβο και αποφοίτησε με άριστα από την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης στα 16 του χρόνια. Αποφάσισε να σπουδάσει νευρολογία- ψυχιατρική ώστε να ανακουφίσει τον ανθρώπινο πόνο.

Σπούδασε στη Γαλλία, στην αρχή στο Montpellier και στη συνέχεια στο Παρίσι. Μολονότι ήταν από τους σημαντικότερους νευρολόγους της εποχής του σε παγκόσμιο επίπεδο, με συνεχείς προτάσεις για αναγνωρισμένη και πολύ πιο προσοδοφόρα καριέρα στο εξωτερικό, επέλεξε να μείνει στην Ελλάδα και έβρισκε πάντοτε τον χρόνο να βοηθήσει τον πολιτισμό της χώρας του.

Εσωτερικό της οικίας Κατακουζηνού, στην οδό Αμαλίας 4.
Η Σοφία Πελοποννησίου, μουσειολόγος και επιμελήτρια της Οικίας Κατακουζηνού

Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1930, ως συνεργάτης του Πατρίκιου, και μαζί μεγαλούργησαν στη νευρολογική κλινική του Ευαγγελισμού.

Το 1942 του αρνήθηκαν την έδρα στην Ιατρική Σχολή Αθηνών με το δικαιολογητικό πως μιλούσε τόσο ωραία, που θα μπορούσε να παρασύρει τους φοιτητές της ιατρικής σε λάθος δρόμο. Το 1947 έφυγε από τον Ευαγγελισμό, αφού δεν πήρε την θέση του Πατρίκιου, και ανέλαβε τη θέση του Δ/ντη της Νευρολογικής Κλινικής της Παμμακαρίστου, όπου και παρέμεινε για 30 χρόνια. Την ίδια εποχή εκλέχτηκε και στην Ιατρική Σχολή στο Παρίσι.

«Ίδρυσε την Ελληνογαλλική Πνευματική Ένωση το 1951 και ως πρόεδρός της, έφερε το 1955 τον Αλμπέρ Καμύ να μιλήσει για το μέλλον του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού μαζί με τα σημαντικότερα πνεύματα εκείνης της εποχής στην Ελλάδα, τους Θεοτοκά, Βεγλερή, Παπανούτσο, Εμπειρίκο, Τσάτσο, Γκίκα, μια συζήτηση που άφησε εποχή και που παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρη ως τις μέρες μας.

Ο Κατακουζηνός υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στη συνέχεια πρόεδρός της για 12 χρόνια. Μέσα στα χρόνια της δικτατορίας τόλμησε να δώσει βήμα σε «πολιτικά ύποπτους» πνευματικούς ανθρώπους και να διοργανώσει εκθέσεις και ομιλίες, που ο απόηχος τους αντηχεί ως τις μέρες μας. Από τη θέση αυτή προσπάθησε να αποτρέψει τις αστυνομικές αρχές να συλλάβουν διαδηλωτές φοιτητές, που είχαν κρυφτεί στο κτήριο, και έστειλε επιστολή διαμαρτυρίας στην Αμερικανική κυβέρνηση για την τραγωδία της Κύπρου.

Η Λητώ Κατακουζηνού γεννήθηκε στον Πειραιά το 1909. Η μητέρα της, η Ροδόπη Σκλαβούνου, ήταν συγγενής με τον βασιλιά Vittorio Emmanouelle της Ιταλίας αλλά και τον βασιλιά Νικήτα του Μαυροβουνίου.

Εξαιρετικά σημαντική υπήρξε η προσφορά του στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ. Σύμφωνα με το αρχειακό υλικό και τα λόγια του ίδιου του Κατακουζηνού σε επιστολή του στην Ιωάννα Τσάτσου, το έσωσε δύο φορές από σίγουρο κλείσιμο, μέσω προσωπικής του παρέμβασης στον εγγονό του Louis Pasteur τον Louis Pasteur Vallery-Radot, και το υπηρέτησε 30 χρόνια αφιλοκερδώς, τα δε τελευταία ως πρόεδρος του διοικητικού του συμβουλίου. Και για αυτή την προσφορά του, όπως και για τα όσα έκανε κατά τη διάρκεια της κατοχής βραβεύτηκε από τη Γαλλική κυβέρνηση και έχαιρε της προσωπικής εκτίμησης του προέδρου της, στρατηγού de Gaulle. Τίποτε από όλα αυτά όμως δεν εμπόδισε τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση από το Ινστιτούτο Παστέρ το 1975, με το δικαιολογητικό πως δεν ήταν καθηγητής σε Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Λίγα χρόνια μετά, το 1979, θα απορριπτόταν η υποψηφιότητά του στην Ακαδημία Αθηνών. Τον Αύγουστο του 1982 έφυγε μέσα σε ένα βράδυ από εγκεφαλικό» συμπληρώνει η Σοφία Πελοποννησίου

Έργο του Τσαρούχη, που υπάρχει στην οικία Κατακουζηνού.

Πίσω από τα καπέλα, τα βραδινά φορέματα και τα σμόκιν, υπήρχε ένα πάθος

Η Λητώ Κατακουζηνού γεννήθηκε στον Πειραιά το 1909. Η μητέρα της, η Ροδόπη Σκλαβούνου, ήταν συγγενής με τον βασιλιά Vittorio Emmanouelle της Ιταλίας αλλά και τον βασιλιά Νικήτα του Μαυροβουνίου. Ο πατέρας της, ο Αναστάσιος Πρωτόπαππας, υπήρξε παιδιάτρος και γερουσιαστής του Βενιζέλου. Η Λητώ σπούδασε μουσική στη Βιέννη και μιλούσε άπταιστα 4 γλώσσες. Το 1946 παρουσίασε το θεατρικό της έργο «Φωτεινό Μονοπάτι» με ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου και πρωταγωνίστρια την Αλέκα Κατσέλη και στη συνέχεια μια σειρά από λογοτεχνικά βιβλία βασισμένα στις εμπειρίες της. Το τελευταίο της βιβλίο «Άγγελος Κατακουζηνός, ο Βαλής μου» άσκησε μέχρι τις μέρες μας μια πολύ μεγάλη επιρροή και έμπνευση. Δημιούργησε το Ίδρυμα Άγγελος και Λητώ Κατακουζηνού και έφυγε τον Δεκέμβριο του 1997.

Η θέα του σαλονιού.

«Μαζί πορεύτηκαν για 50 χρόνια, μαζί έφτιαξαν το φιλολογικό σαλόνι της Πινδάρου 7 από το 1933 ως το 1958, που έχει απαθανατίσει σαν εικόνα και ο Σπύρος Βασιλείου και που ακόμα σώζονται τα έπιπλά του και στη συνέχεια το φιλολογικό σαλόνι της Αμαλίας 4 από το 1960 ως το 1982.

Στο σπίτι της Αμαλίας η Λητώ έγραψε το βιβλίο για τη ζωή της με τον Άγγελο Κατακουζηνό, δημιούργησε έναν Όμιλο στον οποίο με έβαλε πρόεδρο και εκεί έγιναν παρουσία της αρκετές λογοτεχνικές εκδηλώσεις μέχρι το θάνατό της στις 27 Δεκεμβρίου του 1997» προσθέτει η Σοφία Πελοποννησίου και συνεχίζει.

«Έχω περάσει πολλά χρόνια μελετώντας το αρχειακό υλικό και τις ιστορίες που κρύβει για τις μαγικές βραδιές που φιλοξενήθηκαν στην Οικία Κατακουζηνού και είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάποια. Ακόμα και αν δεν ξέρει κανείς τι ακριβώς ειπώθηκε, βλέποντας τις υπογραφές των ανθρώπων που την επισκέπτονταν και τις φωτογραφίες μεταφέρεται σε εποχές που αν μη τι άλλο υπήρχε υψηλό επίπεδο και όραμα. Το βλέπει κανείς στα μάτια και στα χαμογελά τους. Πίσω από τα καπέλα, τα βραδινά φορέματα και τα σμόκιν, υπήρχε ένα πάθος, ένας ενθουσιασμός και μια αγάπη για τη ζωή που δύσκολα το συναντάμε στις μέρες μας. Ξεχωριστή θα ήταν η βραδιά προς τιμήν του Μαρκ Σαγκάλ για να δει μαζεμένο στην Οικία Κατακουζηνού, το έργο σπουδαίων Ελλήνων δημιουργών. Και φυσικά οι βραδιές με τον Αλμπέρ Καμί, τον Γουίλιαμ Φόκνερ, τον Άρθουρ Μίλερ, τον Γκορ Βιντάλ, τον Σεφέρη, τον Βενέζη, τον Τερζάκη, τον Εμπειρίκο να ψυχαναλύει τον Θεοτοκά, οι βραδιές καραγκιόζη με τον Σπαθάρη, οι βραδιές με τον Στάμο Παπαδάκη, τον Γκίκα και τον Λε Κορμπυζιέ να κουβεντιάζουν στο σαλόνι των Κατακουζηνών θέματα αρχιτεκτονικής και φυσικά η βραδιά για να εορταστεί σε στενό κύκλο το Νόμπελ του Ελύτη.

Το ξανθό κεφάλι της Λήτως στο μπλε του Chagall.
Λιθογραφία του Chagall.
Η Λητώ από τον Γάλλο Πρέσβη Jean Baelen

Προσωπικά όσο περνούν τα χρόνια θα ήθελα να είχε σωθεί σαν σκηνή από ταινία και μία βραδιά που θα κουβέντιαζαν οι δύο τους, βλέποντας την Ακρόπολη ή τον Λυκαβηττό. Τα λόγια του Κατακουζηνού για τη δουλειά του και τα όσα προσπαθούσε να κάνει για το καλό των ασθενών του αλλά και της χώρας και τη Λητώ να παίζει πιάνο και να χορεύει για να του απαλύνει τις αγωνίες και τον πόνο που είχε κατά καιρούς για τον πόνο των άλλων» λέει η κυρία Πελοποννησίου και προσθέτει μία ακόμα εικόνα ανάμνησης, όταν ο Σεφέρης είχε απαγγείλει τη φράση «μας βαραίνουν οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πως να πεθάνουν» από ένα ποίημα του δημιουργώντας την αντίδραση της Λητώς και μια σειρά μακρόπνοων συζητήσεων.

Άγγελος και Λητώ Κατακουζηνού το 1933. Αρχείο του Ιδρύματος Α. και Λ. Κατακουζηνού.
Το τζάκι
Η βιβλιοθήκη

-Ποια είναι η ιστορία του Ιδρύματος Κατακουζηνού;

«Η ιστορία του Ιδρύματος ξεκίνησε από την απόφαση της Λητώς (και όχι Λητούς σύμφωνα με την επιθυμία της) να δημιουργήσει ένα Ίδρυμα για να συνεχίσει να υπάρχει ο χώρος που είχε δημιουργήσει με τον Άγγελο Κατακουζηνό και η ιστορία τους να μην ξεχαστεί και να εμπνέει τους νεώτερους. Κατά την γνώμη μου δημιούργησε ένα «Μουσείο της Αθωότητας» σαν αυτό που περιέγραψε ο Ορχάν Παμούκ, με τη διαφορά ότι η Οικία Κατακουζηνού βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία αγάπης και σε ένα σπίτι με ιστορία που σώθηκε με όλα του τα υπάρχοντα. Αξίζει πραγματικά να εκτιμηθεί πως η τελευταία θέληση και προσφορά της Λητώς Κατακουζηνού ήταν να χαρίσει στον τόπο της ένα πολύτιμο δώρο και να προσφέρει στους επισκέπτες της οικίας της, όχι μόνο ένα χώρο αναμνήσεων σταματημένο στο χρόνο αλλά και μια αφετηρία για ένα διαφορετικό τρόπο ζωής και σκέψης.

»Και προτίμησε να κάνει αυτό, αντί να ζήσει με μεγαλύτερη υλική άνεση τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Σεβόμενη την τελευταία αυτή επιθυμία μιας γυναίκας που γνώρισα στα 19 μου χρόνια και που συναναστράφηκα για σχεδόν δέκα χρόνια, προσπάθησα να την πραγματοποιήσω. Χρειάστηκε αρκετός καιρός για να μπορέσει να συσταθεί το Ίδρυμα, να επισκευαστεί η οικία των Κατακουζηνών που σχεδόν είχε καταστραφεί και να αρχίσει να λειτουργεί το 2008. Από το 2008 όμως μέχρι σήμερα για δέκα ολόκληρα χρόνια, με εθελοντική εργασία και ελάχιστα χρήματα προσφέρει μια συνεχή πολιτιστική παρουσία. Έχουν γίνει εκατοντάδες εκδηλώσεις με μουσική, θέατρο, ομιλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, εικαστικές εκθέσεις, performances κλπ. Μέσα από την δεκαετή λειτουργία του Ιδρύματος δόθηκε η ευκαιρία σε πολλούς ανθρώπους να δείξουν το έργο τους και τη δουλειά τους και να αναδειχθούν σε μεγάλο βαθμό».

Εβραιϊκή Λυχνία, Γκίκας
Η Λητώ και ο Άγγελος στη Βενετία.
To flirt του πουλιού με το λουλούδι, Τόμπρος

-Ποια είναι η θέση και ο ρόλος σας στο Ίδρυμα;

«Αυτό είναι ένα ερώτημα ξέρετε που με απασχολεί και εμένα. Τυπικά είμαι η Γενική Γραμματέας του ΔΣ του Ιδρύματος και η Επιμελήτρια της Οικίας αλλά τελικά είμαι ένας άνθρωπος που πίστεψα σε ένα όνειρο. Να σώσω και να μοιραστώ μια κληρονομιά… Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τα Χριστούγεννα του 1989 διάβασα το βιβλίο της Λητώς Κατακουζηνού για τον σύζυγό της, Άγγελο, και γοητεύτηκα από την προσωπικότητά του, την προσφορά στον τόπο μας, τη σχέση του με τους καλλιτέχνες και το πολιτιστικό γίγνεσθαι της εποχής του αλλά και την πορεία του συνολικά. 

»Ο Κατακουζηνός, μέσα από τα λόγια της Λητώς, αντιπροσώπευε για μένα, στα νεανικά μου χρόνια, το πρότυπο του ανθρώπου που νοιάζεται πάνω από όλα για τον άνθρωπο, κοινό στοιχείο και της προσωπικότητας του πατέρα μου, Εμμανουήλ Πελοποννήσιου, που αφιέρωσε τη ζωή του στην προστασία της ζωής των συνανθρώπων του.Σαν αναγνώστης της λογοτεχνικής περιόδου 1920-1960, μιας εποχή κατά την οποία δέσποζαν στην χώρα οι εκπρόσωποι της λεγόμενης “γενιάς του ’30”, είχα εντυπωσιαστεί κυρίως από τον τρόπο, με τον οποίο τα μέλη των διαφόρων δημιουργικών ομάδων της εποχής συνεργάζονταν, ώστε να βγει προς τα έξω ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει η Ελλάδα κάθε φορά. Είχαν τις διαφορές τους αλλά και ένα όραμα για τον τόπο, το οποίο υπηρετούσαν με πάθος. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η γενιά μας χάρισε δύο βραβεία Nobel.

»Η διάσωση αυτής της ιστορίας των Κατακουζηνών και της οικίας τους για τις μετέπειτα γενιές ήταν το κίνητρό μου για μια προσωπική τριακονταετή, συνεχή και εθελοντική προσφορά για την προστασία της και της ανάδειξης τους. Από το 1989 έως το 1997 έβλεπα συχνά τη Λητώ και άκουγα τις ιστορίες της και συνειδητοποιούσα πόσο σημαντικό ήταν για εκείνη να μην ξεχαστεί η κληρονομιά τους και η ιστορία του Άγγελου και του σπιτιού τους. Όταν, αρκετό καιρό μετά το θάνατό της, έμαθα πως ήμουν ένας από τους ανθρώπους που είχε επιλέξει για αυτό το σκοπό, αισθάνθηκα μια μεγάλη ηθική υποχρέωση. Ήταν ένας από τους λόγους που έφυγα για ένα χρόνο από την εργασία μου και πήγα το 2000 στo Λονδίνο στο City University για να εκπαιδευτώ στη διαχείριση παρόμοιων χώρων. Εκεί είχα την ευκαιρία να δω από κοντά την γοητεία των σπιτιών-μουσείων και την προσφορά τους. Δυστυχώς στη χώρα μας δεν έχουμε καταλάβει την αξία τους, αν και τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί μια πρόοδος.

»Στο σημείο αυτό αξίζει να θυμίσω το ακόλουθο που είχε επισημάνει από το 1933 ο Λόρενς Βάιλ Κόλμαν: “Τα σπίτια-μουσεία απευθύνονται στο συναίσθημα, και αυτό το ισχυρό τους σημείο […] αξίζει να ενδυναμωθεί με τη δημιουργία ατμόσφαιρας. Μία από τις συχνότερες παρατηρήσεις των επισκεπτών είναι ότι απολαμβάνουν να βρίσκονται εκεί γιατί μοιάζουν με σπιτικά και όχι με ιδρύματα […]”

»Στο Λονδίνο έζησα μέχρι το 2005 και όταν επέστρεψα, με την κόρη μου σε ηλικία μερικών μηνών, θέλησα να προσφέρω και εγώ κάτι στη χώρα μου. Έτσι μετά από πολύ μεγάλη προσπάθεια, μια που το Ίδρυμα είχε ελάχιστα χρήματα, κατάφερα να ξαναφτιάξω την οικία Κατακουζηνού, που είχε μεγάλες φθορές, και να την ξανανοίξω για το κοινό το 2008. Τα τελευταία δέκα χρόνια υπηρετώ την σιωπηλή μου υπόσχεση προς τη Λητώ, που με επέλεξε, και προς τον Άγγελο, που δεν είχα τη τύχη να γνωρίσω, από τη θέση της Επιμελήτριας της Οικίας και του Αρχείου και Υπεύθυνης των πολλαπλών εκδηλώσεων που παρουσιάζονται στο χώρο της. Το κομμάτι των εκδηλώσεων είναι κάτι που θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό για την ουσία του έργου της συγκεκριμένης οικίας σύμφωνα και με την τελευταία επιθυμία της Λητώς Κατακουζηνού».

Το σαλόνι της Πινδάρου 7, ήταν το πρώτο σαλόνι που έκαναν οι Κατακουζηνού και το ζωγράφησε και ο Βασιλείου

 

Η «ανασύσταση» του πρώτου σαλονιού, στην Αμαλίας 4, το 2017.
Οι Κριστιάν Ζερβός, Άγγελος Κατακουζηνός, Τériade, Γιώργος Κατσίμπαλης, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας και Μιχάλης Τόμπρος στους κήπους του Λουξεμβούργου, Παρίσι 1925, φωτογραφία: Αρχείο του Ιδρύματος Α. και Λ. Κατακουζηνού.

-Σήμερα ποια είναι η δράση του Ιδρύματος, πως έχετε καταφέρει να λειτουργείτε και ποιος ο στόχος σας;

«Η σημερινή δράση του Ιδρύματος έχει πάντα να κάνει με τον στόχο που υπήρχε από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας του. Να συνεργάζεται και να δίνει ευκαιρίες σε ανθρώπους να δείξουν κάτι πολύ ιδιαίτερο στο ευρύ κοινό. Από το 20008 μέχρι σήμερα έχουμε αποδεχτεί και παρουσιάσει το σύνολο σχεδόν όλων των προτάσεων που δεχτήκαμε με μοναδικό κριτήριο την υψηλή ποιότητα και το σεβασμό προς το κοινό που μας εμπιστεύεται. Και είχαμε την τύχη να γίνουν αποδεκτά και να πραγματοποιηθούν και τα δικά μας αιτήματα για συνεργασίες. Ήταν πολύ σημαντικό ότι μπορέσαμε να συνεργαστούμε με φορείς όπως το Freud Museum στο Λονδίνο, την Πινακοθήκη Γκίκα, την John Martin Gallery, το Τμήμα Μουσειολογίας στη Θεσσαλονίκη, το Υπουργείο Πολιτισμού και άλλους. Ήταν επίσης πολύ σημαντικό ότι μας στήριξαν για ένα διάστημα κάποιοι φορείς όπως το Ίδρυμα Λεβέντη και η Εθνική Τράπεζα αλλά και κάποιοι ιδιώτες.

»Και φυσικά ήταν πολύ σημαντικό πως από τα πρώτα μας βήματα συνεργαστήκαμε με ανθρώπους που μας βοήθησαν να μας γνωρίσει το ευρύ κοινό όπως ο Νίκος Βατόπουλος, η Ίρις Κρητικού, η ομάδα της Μικρής Άρκτου (Παρασκευάς Καρασούλος, Ανδρέας Γεωργιάδης, Βιβή Γερολυμάτου), ο Μάριος Βουτσινάς, η Ζωή Βαλάση, η Λίλα ντε Τσάβες, οι Κανιγκούντα αλλά και καλλιτέχνες στα πρώτα τους βήματα που αργότερα έγιναν ιδιαίτερα γνωστοί.

»Είναι επίσης ενδεικτικό της δράσης μας πως συνεργάτες του Ιδρύματος κατά καιρούς, στελέχωσαν στη συνέχεια υψηλές θέσεις σε πολιτιστικούς φορείς και πιστεύουμε πως σε αυτό συνέβαλε και η εμπειρία που απόκτησαν σε μας και ελπίζουμε αυτό να συνεχιστεί και στο μέλλον. Αυτή άλλωστε είναι η φιλοσοφία της κάθε συνεργασίας και της κάθε μας δράσης. Να προβάλει ανθρώπους και να τους βοηθάει να ανοίξουν τα φτερά τους. Φέτος οργανώνουμε και φιλοξενούμε μια σειρά από δράσεις που η μία πραγματικά είναι καλύτερη από την άλλη. Συνεργαζόμαστε με ανθρώπους πολύ ταλαντούχους όπως ο Ρωμανός Γεροδήμος, η Δέσποινα Γιαννούλη, η Κάτια Πάσχου και η Θάλεια Παπαδοπούλου, η Ιωάννα Σπανού και ο Δήμος Αβδελιώδης, η θεατρική ομάδα του Χρίστου Λύγκα, ο Αλέκος Κυραρίνης και η Λουίζα Καραπιδάκη, η Μάιρα Μιλολιδάκη, η Θεοδώρα Μπάκα και η Κορίνα Βουγιούκα, Fabiola Ojeda και η Io Le Moller, η Χριστίνα Γκιζέλη, η Μαρίνα Σταλιμέρου, ο Μάριος Δαπέργκολας, ο Θοδωρής Τσαπακίδης, η Αγγελική Φράγκου, η Βασιλική Σαραντοπούλου, η Ευσταθία, η Ανδρομάχη Μαρκοπούλου και Χάρης Μπότσης, ο Σταύρος Σοφιανόπουλος, η ομάδα της Μικρή Άρκτου και η Ίρις Κρητικού και άλλοι.

»Και περιμένουμε με χαρά τις καινούργιες συνεργασίες με τους Τάνια Σικελιανού, Πάνο Τζίνο, Μανώλη Γιώργο, Κορνήλιο Σελαμσή, Quintet-à-tête και Άλκηστις Ραυτοπούλου, Φώτη Φλεβοτόμο και άλλους. Η φωτεινή χρονιά είναι πραγματικά ένας συνεχής εορτασμός για τα δέκα χρόνια λειτουργίας της Οικίας Κατακουζηνού και μια προσπάθεια να προσφέρουμε μια στέγη και ενθάρρυνση σε ανθρώπους που προσφέρουν ευψυχία στους επισκέπτες μας.

»Ταυτόχρονα ετοιμάζουμε δύο βιβλία, την 6η έκδοση του βιβλίου "Άγγελος Κατακουζηνός, ο Βαλής μου" σε συνεργασία με την Μικρή Άρκτο και ένα βιβλίο που πήρε την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμούς «Η φιλία του Άγγελου Κατακουζηνού με τον Στρατή Ελευθεριάδη (Τériade) και τη δημιουργία του Μουσείου Θεόφιλου.Επιτρέψτε μου να τονίσω πως όλα τα παραπάνω γίνονται εθελοντικά από τα μέλη του ΔΣ του Ιδρύματος και εμένα στον ρόλο της επιμελήτριας της Οικίας Κατακουζηνού».

Το γραφείο
Άνω σειρά από τα αριστερά: Αλέξανδρος και Μαρσέλ Κοντοπούλου, 'Αγγελος Κατακουζηνός, Vava Chagall, Λητώ Κατακουζηνού, Marc Chagall, Λίζα Μιχελή, Τζούλια Παπανούτσου, Λιλή Αρλιώτη, Ελένη Βακαλό, Γιάννης Στεφανέλλης. Κάτω σειρά από τα αριστερά: Γιάννης Μόραλης, Τώνης Σπητέρης, Γιάννης Τσαρούχης, Νίκος Νικολάου.Αρχείο του Ιδρύματος Α. και Λ. Κατακουζηνού.

-Ποιος είναι ο επόμενος στόχος;

«Ο επόμενος στόχος είναι να έρθουμε πιο κοντά στα παιδιά, τους εφήβους και τους νέους που είναι μια πολύ ευαίσθητη ομάδα στους καιρούς που ζούμε και χρειάζονται την προσοχή μας. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να συνεχίσουν να νοιώθουν καλοδεχούμενοι και οι άνθρωποι μεγάλης ηλικίας που η εποχή μας είναι επίσης πολύ σκληρή, μαζί τους.

»Ευελπιστώ πάντα να υπάρξει μια μικρή οικονομική βοήθεια από κάποιους χορηγούς για να μπορέσουμε με τη σειρά μας να ολοκληρώσουμε μια σειρά από δράσης που αφορούν το αρχειακό μας υλικό και να προσφέρουμε μια μεγαλύτερη υποστήριξη στους καλλιτέχνες και στο κοινό που μας εμπιστεύονται. Ένας πολύ σημαντικός επίσης στόχος είναι να συνεχίσουμε τη συνεργασία μας με την κυρία Μαρία Παγώνη και την αιματολογική κοινότητα και να ευαισθητοποιήσουμε το κοινό για τις ασθένειες αίματος και την ανάγκη να εγγραφούν περισσότεροι δότες που πιθανόν μια μέρα να σώσουν έναν συνάνθρωπό τους. Θα ήθελα η Οικία Κατακουζηνού να συνεχίσει να είναι ένα καταφύγιο γνώσης, δημιουργίας και έμπνευσης και αντίβαρο της αγριότητας που υπάρχει γύρω μας. Θα ήθελα να δημιουργηθεί ένας πυρήνας ανθρώπων που θα συνεργάζεται αρμονικά και τα όσα κάνουμε όλοι μαζί να μας κάνουν πάνω από όλα καλύτερους ανθρώπους.

»Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς που ζούμε, σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει και με την συνεχή αγωνία που υπάρχει σε όλους μας για το αύριο, πιστεύω πως χρειάζονται να υπάρχουν κάποιοι χώροι όπως η Οικία Κατακουζηνού, σαν μικρά εκκλησάκια σε ένα κυκλαδίτικο νησί που καλοδέχονται τον περαστικό και του προσφέρουν μια αίσθηση ασφάλειας και ηρεμίας».

Η Οικία Κατακουζηνού βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία αγάπης και σε ένα σπίτι με ιστορία που σώθηκε με όλα του τα υπάρχοντα.

 

TAGS