10
SHARES

Ο μεγάλος Έλληνας ποιητής Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 8 Απριλίου του 1798 και πέθανε στην Κέρκυρα στις 9 Φεβρουαρίου του 1857. Σήμερα συμπληρώνονται 160 χρόνια από τον θάνατο του.

Εξώγαμο παιδί του κόντε Νικόαλου Σολωμού και της υπηρέτριας του, της Αγγελική Νίκλη, το Σολωμός έμεινε πολύ μικρός ορφανός και το 1808 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία. Σπούδασε Νομική για την οποία όμως ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε και έτσι ξεκίνησε σιγά-σιγά να γράφει στίχους στην Ιταλική γλώσσα.

Το 1818 επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου έζησε δέκα χρόνια. Εκεί άρχισε να γράφει τα πρώτα του σημαντικά ποιήματα του στα ελληνικά. Το πρώτο εκτενές ελληνικό ποίημά του και πλέον γνωστό είναι ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, απόσπασμα του οποίου καθιερώθηκε ως Εθνικός μας Ύμνος.

Στα τέλη του 1828 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κέρκυρα, συνεχίζοντας την ενασχόλησή του με την ποίηση σχεδόν απομονωμένος. Ο Σολωμός δεν έκανε, από επιλογή, ούτε ένα ταξίδι στην απελευθερωμένη Ελλάδα.

Τα χρόνια που έζησε στην Κέρκυρα ο ποιητής ήρθε πολύ κοντά με την Μαρία Παπαγεωργίου, μία νεαρή κοπέλα με την οποία ανέπτυξε πολύ στενές φιλικές σχέσεις. Έτσι, κάποια χρόνια αργότερα, εμπνευσμένος από την τραγική της ιστορία, ο Σολωμός έγραψε ένα από τα πιο συγκινητικά και όμορφα ποιήματα του, την «Φαρμακωμένη».

Σήμερα, σε έναν κόσμο που αγαπάει να το παίζει προοδευτικός, ανοιχτόμυαλος και δεκτικός στα λάθη των άλλων, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου, η ιστορία της Μαρίας μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ.

H Παπαγεωργίου ερωτεύτηκε στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ένα παντρεμένο άντρα. Ο έρωτας αυτός όμως δεν κατάφερε να μείνει για πολύ καιρό κρυφός και η συντηρητική και αυστηρή κοινωνία της Κέρκυρας έσπευσε να «μαστιγώσει» την κοπέλα με τα λόγια της και την κατακραυγής της. Τότε ειπώθηκαν για την Μαρία ένα σωρό πράγματα χωρίς ποτέ κανείς να μπει στον κόπο να ελέγξει την εγκυρότητα των συγκεκριμένων πληροφοριών.

Παράλληλα, ο Σολωμός δεν σταμάτησε να κοντράρει την κακία του κόσμου ούτε στιγμή και με κάθε τρόπο υποστήριζε την κοπέλα. Η κερκυραϊκή κοινωνία του 19ου αιώνα όμως, ήταν άτεγκτη σε ζητήματα ηθικής τάξης. Οι δήθεν ανήθικες γυναίκες, που τολμούσαν να ξεπεράσουν τα αυστηρά όρια που είχε θέσει ο κόσμος, δεν είχαν καμία ελπίδα να αποκατασταθούν. Σε μια εποχή που η υπόληψη και η τιμή της γυναίκας ήταν η μοναδική της περιουσία, η Μαρία ήξερε ότι δεν είχε ελπίδες να αποκαταστήσει την φήμη της. Τότε ήταν που απελπισμένη πήρε δηλητήριο και πέθανε.

Ο τάφος του ποιητή.

 

Τώρα, εκτός απ’ τη μοιχεία, η Μαρία, μετά θάνατον πια, είχε αποκτήσει και το στίγμα της αυτοκτονίας, κάτι που απαγορεύεται στον Χριστιανισμό, έτσι δεν μπορούσε να ταφεί καν με ορθόδοξη τελετή. Ο Σολωμός δεν άντεξε άλλο την υπερβολή του κόσμου και την αδικία. Έγραψε τη «Φαρμακωμένη» για να σώσει ότι μπορούσε από την υστεροφημία της αγαπημένης του φίλης. Ο ποιητής ήταν τόσο αγαπητός στον κόσμο, που οι περισσότεροι του έδωσαν συγχαρητήρια για το ποίημα, ακόμα και αν οι ίδιοι κατηγορούσαν τη Μαρία. Όμως, δεν έλειψαν κι οι κακές γλώσσες, που διέδωσαν παντού ότι ο Σολωμός βιάστηκε να υπερασπίσει τη Μαρία, επειδή διατηρούσε ερωτικό δεσμό μαζί της. Ο Διονύσιος απελπίστηκε με την αντίδραση του κόσμου. Πάσχισε να διαψεύσει τις φήμες, αλλά δεν τα κατάφερε ποτέ εντελώς.

Ο κόσμος συνέχισε να πιστεύει ότι η Μαρία είχε συνάψει σχέση και με τον ποιητή και έφτασαν στο σημείο να πουν ότι αποτέλεσμα του δεσμού τους ήταν μία νόθα κόρη τα ίχνη της οποίας είχαν χαθεί.

Πάντως μέχρι σήμερα ο μόνος αποδεδειγμένος «καρπός» αυτής της ιστορίας είναι το συγκλονιστικό ποίημα «Φαρμακωμένη».
 

«Τὰ τραγούδια μοῦ τἄλεγες ὅλα

Τοῦτο μόνο δὲν θέλει τὸ πεῖς,

Τοῦτο μόνο δὲν θέλει τ᾿ ἀκούσεις,

Ἄχ! τὴν πλάκα τοῦ τάφου κρατεῖς.

Ὦ παρθένα! ἂν ἠμπόρειαν οἱ κλάψαις

Πεθαμένου νὰ δώσουν ζωή,

Τόσαις ἔκαμα κλάψαις γιὰ σένα,

Ποὺ θελ᾿ ἔχεις τὴν πρώτη πνοή.

Συφορά! σὲ θυμοῦμ᾿ ἐκαθόσουν

Σ᾿ τὸ πλευρό μου μὲ πρόσωπο ἀχνὸ

«Τί ἔχεις» σοῦ ῾πα καὶ σὺ μ᾿ ἀποκρίθης

«Θὰ πεθάνω, φαρμάκι θὰ πιῶ».

Μὲ σκληρότατο χέρι τὸ πῆρες,

Ὡραία κόρη, κι αὐτὸ τὸ κορμί,

Ποὺ τοῦ ἔπρεπε φόρεμα γάμου,

Πικρὸ σάβανο τώρα φορεῖ.

Τὸ κορμί σου ἐκεῖ μέσα στὸν τάφο

Τὸ στολίζει σεμνὴ παρθενιά,

Τοῦ κακοῦ σὲ ἀδικοῦσεν ὁ κόσμος,

Καὶ σοῦ φώναζε λόγια κακά.

Τέτοια λόγια ἂν ἠμπόρειες ν᾿ ἀκούσεις,

Ὂχ τὸ στόμα σου τ᾿ ἤθελε βγεῖ;

«Τὸ φαρμάκι ποὺ ἐπῆρα, καὶ οἱ πόνοι,

Δὲν ἐστάθηκαν τόσο σκληροί.

Κόσμε ψεύτη! ταὶς κόραις ταὶς μαύραις

κατατρέχεις ὅσο εἶν᾿ ζωνταναίς,

Σκληρὲ κόσμε! καὶ δὲν τοὺς λυπᾶσαι

Τὴν τιμήν, ὅταν εἶναι νεκραίς.

Σώπα, σώπα! θυμήσου πὼς ἔχεις

Θυγατέρα, γυναίκα, ἀδελφή,

Σώπα ἡ μαύρη κοιμᾶται στὸ μνῆμα

καὶ κοιμᾶται παρθένα σεμνή.

Θὰ ξυπνήσει τὴν ὕστερη ἡμέρα,

Εἰς τὸν κόσμον ὀμπρὸς νὰ κριθεῖ,

Καὶ στὸν Πλάστη κινώντας μὲ σέβας

Τὰ λευκά της τὰ χέρια θὰ πεῖ:

«Κοίτα μέσα στὰ σπλάχνα μου, Πλάστη!

τὰ φαρμάκωσα ἀλήθεια ἡ πικρή,

καὶ μοῦ βγῆκε ὂχ τὸ νοῦ μου, Πατέρα

Ποὺ πλασμένα μοῦ τἄχες Ἐσύ.

Ὅμως κοίτα στὰ σπλάχνα μου μέσα,

Ποῦ τὸ κρίμα τοὺς κλαῖνε, καὶ πές,

Πὲς τοῦ κόσμου, ποὺ φώναξε τόσα,

Ἐδῶ μέσα ἂν εἶν᾿ ἄλλες πληγαίς».

Τέτοια ὀμπρὸς εἰς τὸν Πλάστη κινώντας

Τὰ λευκά της τὰ χέρια θὰ πεῖ.

«Σώπα, κόσμε! κοιμᾶται στὸ μνῆμα,

καὶ κοιμᾶται παρθένα σεμνή».

TAGS